Η σημασία των δέντρων στην Αθήνα και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν

Η σημασία των δέντρων στην Αθήνα και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν

    Το αστικό πράσινο και τα δέντρα, ιδιαίτερα λόγω της κλιματικής κρίσης, αποκτούν όλο και περισσότερη σημασία για τους κατοίκους των πόλεων. Ειδικά για περιπτώσεις όπως η Αθήνα, ένα πολεοδομικό συγκρότημα με πολύ χαμηλή αναλογία πρασίνου ανά κάτοικο, η ανάγκη για δέντρα είναι άμεση. Πώς γίνεται η επιλογή για τις νέες φυτεύσεις; Ποιες οι δυσκολίες και οι περιορισμοί; Πώς μπορεί να βελτιωθεί η αναλογία πρασίνου;

   Το ΑΠΕ-ΜΠΕ απευθύνθηκε σχετικά στην Σταυρούλα Κατσογιάννη, γεωπόνο-αρχιτέκτονα Τοπίου, πρόεδρο της ΠΕΕΓΕΠ (Πανελλήνια Ένωση Επαγγελματιών Γεωτεχνικών και Επιχειρήσεων Πρασίνου) και στην Ελένη Σπαντιδάκη, επίσης αρχιτέκτονα Τοπίου, καθώς και στον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Πρασίνου και Αστικής Πανίδας του δήμου Αθηναίων, Γιάννη Γεωργουσάκη.

   «Το πράσινο δεν αποτελεί καλλωπιστικό στοιχείο, αλλά υποδομή και περιουσιακό στοιχείο της πόλης, που προσφέρει περιβαλλοντικά, κοινωνικά και οικονομικά και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται», τονίζει εξ αρχής η κ. Κατσογιάννη. Το πρόβλημα είναι, ότι η Αθήνα δεν έχει μόνο μικρό ποσοστό πρασίνου, το πράσινο που διαθέτει είναι άνισα κατανεμημένο, μη ποιοτικό και μη συνδεδεμένο.

   Η ανθεκτικότητα στις δύσκολες κλιματικές συνθήκες της Αθήνας (καύσωνας, έλλειψη νερού, μόλυνση αέρα, περιορισμένος χώρος ανάπτυξης ριζών) είναι ένας εξαιρετικά σημαντικός παράγοντας που καθορίζει τις επιλογές, αναφέρει η κ. Σπαντιδάκη. Επίσης, η διατήρηση βιοποικιλότητας, όπου αυτό είναι δυνατό, είναι επιθυμητή, ώστε να αποφεύγονται μαζικές προσβολές, προσθέτει.

   Λανθασμένες επιλογές έχουν γίνει στο παρελθόν, με φύτευση ακατάλληλων ειδών και με φύτευση δέντρων χωρίς προδιαγραφές, λάθη που δεν θα πρέπει να επαναληφθούν αν θέλουμε να έχουμε ποιοτικό πράσινο, σημειώνει η κ. Κατσογιάννη. «Το σωστό δέντρο στη σωστή θέση είναι το δόγμα μας», εξηγεί.

   «Χρησιμοποιούνται κυρίως μεσογειακά ή προσαρμοσμένα είδη όπως νεραντζιά, κουτσουπιά, ελιά, χαρουπιά και επιλεγμένα είδη ακακίας», περιγράφει ο κ. Γεωργουσάκης. «Η ενσωμάτωση θάμνων και ποωδών ειδών στον υπόροφο, όπου ο χώρος το επιτρέπει, ενισχύει τη βιοποικιλότητα, προστατεύει το έδαφος από διάβρωση, αυξάνει τη σκίαση του εδάφους και βελτιώνει τη μικροβιολογική του λειτουργία».

   Καθοριστικής σημασίας είναι η ποιότητα του εδαφικού υποστρώματος, ξεκαθαρίζει ο κ. Γεωργουσάκης. «Υγιή, δομημένα εδάφη με επαρκή οργανική ουσία και ενεργή μικροχλωρίδα αυξάνουν τη διηθητικότητα των ομβρίων, τη συγκράτηση υγρασίας και τη διαθεσιμότητα θρεπτικών στοιχείων».

   Επιλογές δέντρων που δεν αποκρίνονται στις ανάγκες των συνθηκών της Αθήνας, αργά ή γρήγορα, θα δημιουργήσουν προβλήματα και απώλειες, υπογραμμίζει η κ. Σπαντιδάκη.

   Η εγκατάσταση και διατήρηση δέντρων στο οδικό περιβάλλον της Αθήνας αποτελεί σύνθετη τεχνική και διαχειριστική πρόκληση, σύμφωνα με τον κ. Γεωργουσάκη. Η ισχύουσα νομοθεσία προσβασιμότητας επιβάλλει ελεύθερη ζώνη όδευσης πεζών πλάτους τουλάχιστον 1,50 μ., χωρίς εμπόδια και φυτεύσεις, με ελεύθερο ύψος 2,20 μ., αναφέρει.

   Η παρουσία παρόδιας στάθμευσης και συχνά παράνομης στάθμευσης πάνω στα πεζοδρόμια συμπιέζει το έδαφος και περιορίζει τον διαθέσιμο χώρο ριζοστρώματος, συμπληρώνει ο κ. Γεωργουσάκης. «Επιπλέον παρατηρείται η καταστροφή σε κάποιες περιπτώσεις των νεοφυτευμένων δένδρων από λάθος χειρισμούς του οχήματος κατά τη διάρκεια της στάθμευσης».

   Ιδιαίτερα σημαντικό εμπόδιο είναι τα υπόγεια δίκτυα κοινής ωφέλειας, τα οποία συχνά δεν είναι πλήρως χαρτογραφημένα, συνεχίζει ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Πρασίνου και Αστικής Πανίδας του δήμου Αθηναίων. «Κατά τη διάνοιξη λάκκων εντοπίζονται απρόβλεπτοι αγωγοί ή καλώδια, γεγονός που περιορίζει τις θέσεις φύτευσης».

   Τα αστικά εδάφη είναι συνήθως συμπιεσμένα, φτωχά σε οργανική ουσία και με χαμηλή βιολογική δραστηριότητα. Ο περιορισμένος όγκος εδάφους δεν επαρκεί για σταθερό ριζικό σύστημα ούτε για αποθήκευση υγρασίας, ιδίως σε περιόδους παρατεταμένης ξηρασίας, τονίζει ο κ. Γεωργουσάκης.

   Οι κλιματικές συνθήκες της Αθήνας, με υψηλές θερμοκρασίες και έντονη ηλιακή ακτινοβολία, επιτείνουν το στρες των φυτών, εξηγεί, ενώ τα ψηλά κτίρια δημιουργούν προβλήματα που επηρεάζουν τη μορφή ανάπτυξης των δέντρων.

   Λειτουργικά, η στενότητα δρόμων δυσχεραίνει την πρόσβαση ανυψωτικών μηχανημάτων για κλαδέματα, ενώ η κυκλοφορία των οχημάτων και η έλλειψη προσωπικού επιβαρύνουν τη συντήρηση, σημειώνει ο κ. Γεωργουσάκης. Παρά τις αντίξοες αυτές συνθήκες, η Αθήνα διατηρεί αξιοσημείωτο αριθμό δενδροστοιχιών σε πεζοδρόμια συγκριτικά με πολλές πόλεις διεθνώς, λέει.

   Οι λόφοι της Αθήνας, όπως Λυκαβηττός, Στρέφης και Φιλοπάππου, είναι «καθοριστικής σημασίας για τη διαβίωση των πολιτών. Αποτελούν κοινωνικό αγαθό, υπογραμμίζει ο κ. Γεωργουσάκης.

   Όμως, η κ. Κατσογιάννη αναφέρει ότι «τα τελευταία 30 χρόνια παρατηρείται σταδιακή υποβάθμιση των υποδομών και μείωση της βλάστησής τους». Χρειάζεται προστασία των εδαφών από τη διάβρωση, διαχείριση όμβριων υδάτων και ενίσχυση της βιοποικιλότητας, τονίζει.

   Η βελτίωση της ποιότητας ζωής της Αθήνας απαιτεί ανάπτυξη δικτύου πράσινων και μπλε υποδομών που να συνδέει χώρους πρασίνου με μεγαλύτερους, όπως λόφους και περιαστικά δάση, αναφέρει ο κ. Γεωργουσάκης.

   Ο δήμος Αθηναίων διαχειρίζεται 93.891 δέντρα στις δενδροστοιχίες της πόλης και σχεδιάζει τη δημιουργία συστηματικού μητρώου δέντρων για καλύτερο σχεδιασμό συντήρησης και ανανέωσης, ενημερώνει ο κ. Γεωργουσάκης.

   Η ισοπέδωση των υφιστάμενων δέντρων συμβαίνει στους σταθμούς του μετρό, στις πλατείες και στα πεζοδρόμια, εξηγεί η κ. Κατσογιάννη. «Είναι χιλιάδες τα δέντρα που θυσιάζονται στο όνομα των αναπλάσεων και της κακοδιαχείρισής τους στις ελληνικές πόλεις κάθε χρόνο».

   Το παραπάνω μπορεί να συμβαίνει, «γιατί η μελέτη προκηρύσσεται από την τεχνική υπηρεσία χωρίς καμιά συμμετοχή της υπηρεσίας Πρασίνου».

ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ ΑΠΕ-ΜΠΕ / ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ-Menelaos Myrillas

Loading

Play