Με τη φράση «Η ΤΝ παράγει περιεχόμενο», η Άρια Αγάτσα έδωσε το στίγμα της παρέμβασής της στο 1ο Athens Media & Communications Summit, βάζοντας στο επίκεντρο την εμπιστοσύνη, τη διασταύρωση και τον ρόλο του ειδησεογραφικού πρακτορείου στη νέα εποχή. Στο ALPHA FORUM – 1st Athens Media & Communications Summit χαρτογραφήθηκαν οι εξελίξεις στην ενημέρωση, την επικοινωνία και την τεχνολογία υπό το πρίσμα της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Η συζήτηση που συγκέντρωσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε τίτλο «Newsroom 2030: Η Αφήγηση σε Ταχύτητα Μηχανής – Η τεχνητή νοημοσύνη στην παραγωγή και τη διανομή περιεχομένου» και εντάχθηκε στις εργασίες της συνόδου.
Στο πάνελ συμμετείχαν η πρόεδρος του Αθηναϊκού – Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων, ‘Αρια Αγάτσα, ο Co-founder & Chief Product Officer της Aldeus, Θέμης Δρακωνάκης, ο Chief Operating & Strategy Officer της SOCIALDOO, Παναγιώτης Κακολύρης και ο γενικός διευθυντής της Audiomax Investment και πρόεδρος ΕΙΙΡΑ, Κώστας Φωτόπουλος, με συντονίστρια τη Founder & CEO της Forest + Tree, Μαριάννα Σκυλακάκη.
Σε ερώτηση για τον ρόλο ενός ειδησεογραφικού πρακτορείου σε έναν κόσμο όπου η AI μπορεί να παράγει απεριόριστο περιεχόμενο και αν μπορεί να λειτουργεί ολοένα περισσότερο ως σημείο αναφοράς για το τι είναι πραγματικό, διασταυρωμένο και αξιόπιστο, η πρόεδρος του Πρακτορείου απάντησε πως «αυτός είναι ίσως ο σημαντικότερος ρόλος που καλείται να αναλάβει ένα ειδησεογραφικό πρακτορείο στη νέα εποχή».
«Μέχρι σήμερα λέγαμε ότι το μεγάλο πρόβλημα της ενημέρωσης ήταν η έλλειψη πληροφορίας ή η ταχύτητα με την οποία μπορούσαμε να τη μεταδώσουμε. Σήμερα συμβαίνει σχεδόν το αντίθετο. Η πληροφορία είναι απεριόριστη, παράγεται σε δευτερόλεπτα και αναπαράγεται με ακόμα μεγαλύτερη ταχύτητα», σημείωσε η κ. Αγάτσα, υπογραμμίζοντας ότι «το πραγματικά ζητούμενο δεν είναι πλέον το περιεχόμενο. Είναι η εμπιστοσύνη».
«Και εκεί θεωρώ ότι το ειδησεογραφικό πρακτορείο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. δεν πρέπει να ανταγωνιστεί μια μηχανή στο πόσο κείμενο μπορεί να παράγει», επεσήμανε, εξηγώντας παράλληλα πως η Τεχνητή Νοημοσύνη «μπορεί ήδη να κάνει εξαιρετικά χρήσιμες υποστηρικτικές εργασίες: μεταγραφές και μεταφράσεις, οργάνωση και ταξινόμηση μεγάλου όγκου ύλης, περιλήψεις, βηματοδότηση και δομή ενός σύνθετου θέματος, αναζήτηση σε αρχεία εντοπισμό references και βιβλιογραφίας, σύγκριση εγγράφων και υποβοήθηση μιας βαθιάς έρευνας».
«Η AI μπορεί να αναζητήσει σε χιλιάδες σελίδες. Δεν μπορεί να χτίσει σχέση εμπιστοσύνης με μια πηγή»
Η πρόεδρος τόνισε στη συνέχεια τη βασική διαφορά ανάμεσα στην τεχνολογία και τη δημοσιογραφική πράξη: «Αυτό όμως πρέπει να το πούμε καθαρά: άλλο deep research στην ΑΙ και άλλο ρεπορτάζ. Η AI μπορεί να αναζητήσει σε χιλιάδες σελίδες. Δεν μπορεί να χτίσει σχέση εμπιστοσύνης με μια πηγή. Μπορεί να εντοπίσει μια αντίφαση σε εκατοντάδες έγγραφα. Δεν μπορεί να κοιτάξει έναν άνθρωπο απέναντί της και να καταλάβει τι δεν λέγεται. Μπορεί να προτείνει ερωτήσεις. Δεν μπορεί να ασκήσει ανθρώπινη κρίση, να σταθμίσει τις ιδιαίτερες συνθήκες μιας πραγματικής συνάντησης ή να διαθέτει την ενσυναίσθηση που πολλές φορές απαιτεί η δημοσιογραφική έρευνα. Και κυρίως, η AI δεν είναι πρωτογενής πηγή».
Αναφερόμενη στο δεοντολογικό πλαίσιο, η κ. Αγάτσα υπενθύμισε ότι η θέση αυτή αποτελεί και αρχή του Κώδικα Δεοντολογίας της ΠΟΕΣΥ. «Αυτό δεν είναι απλώς μια προσωπική θέση. Είναι πλέον και αρχή του Κώδικα Δεοντολογίας της ΠΟΕΣΥ για τη χρήση της Παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης. Ο Κώδικας είναι σαφής: η AI μπορεί να λειτουργεί ως εργαλείο υποβοήθησης της δημοσιογραφίας, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον δημοσιογράφο. Κάθε περιεχόμενο που παράγεται από AI πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μη εξακριβωμένο, να ελέγχεται και να διασταυρώνεται και η συντακτική ευθύνη παραμένει στον άνθρωπο», σημείωσε.
Το Πρακτορείο διαθέτει δημοσιογράφους, πηγές, θεσμική μνήμη, δεοντολογία και λογοδοσία
«Άρα το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα ενός πρακτορείου δεν είναι ότι έχει περισσότερη τεχνολογία από όλους. Είναι ότι συνδυάζει την τεχνολογία με κάτι που η τεχνολογία δεν διαθέτει: δημοσιογράφους, πηγές, παρουσία στο πεδίο, θεσμική μνήμη, κρίση, δεοντολογία και λογοδοσία», πρόσθεσε η πρόεδρος.
Συνέχισε λέγοντας ότι «πρέπει να μπορεί να λέει στον πολίτη, στον δημοσιογράφο και στο Μέσο που χρησιμοποιεί το υλικό μας, ότι αυτό δεν το βρήκαμε απλώς. Το ελέγξαμε, γνωρίζουμε την προέλευσή του, το διασταυρώσαμε και κάποιος επώνυμα αναλαμβάνει την ευθύνη».
Η κ. Αγάτσα στάθηκε επίσης στις προκλήσεις των συνθετικών μέσων, επισημαίνοντας ότι η διασταύρωση γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη «όταν περνάμε από τα fake news στα deepfakes, στις συνθετικές εικόνες, στις φωνές που κλωνοποιούνται και στα βίντεο που μπορούν να φαίνονται απολύτως πραγματικά».
Παράλληλα, ανέφερε ότι για το Πρακτορείο «αυτή η συζήτηση δεν είναι θεωρητική. Τον Μάρτιο είχαμε στο ΕΚΕΤΑ συζήτηση για δυνατότητες συνεργασίας ακριβώς γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη και το fact-checking».
«Έχω πει ότι είναι πυλώνας έγκυρης και έγκαιρης ενημέρωσης. Στην εποχή της AI θα πρόσθετα μία ακόμη λέξη: επαληθεύσιμης ενημέρωσης. Άρα ναι: το ειδησεογραφικό πρακτορείο του 2030 ίσως να μην είναι μόνο ένας μεγάλος παραγωγός ειδήσεων. Θα πρέπει να είναι και μια υποδομή εμπιστοσύνης για ολόκληρο το οικοσύστημα της ενημέρωσης», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Κλείνοντας την τοποθέτησή της, η Άρια Αγάτσα συμπύκνωσε το στίγμα της νέας εποχής με τη φράση: «Η AI μπορεί να παράγει περιεχόμενο. Το πρακτορείο πρέπει να παράγει εμπιστοσύνη».
«Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος έχει την ευθύνη για το τελικό δημοσιογραφικό προϊόν»
Σε ερώτηση για το αν η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης σε ένα άρθρο είναι από μόνη της αρνητική, εφόσον το τελικό αποτέλεσμα είναι ακριβές και ελεγμένο, η πρόεδρος ξεκαθάρισε ότι το ζήτημα δεν βρίσκεται στην τεχνολογία αλλά στην ευθύνη.
«Δεν θεωρώ ότι είναι κακό επειδή χρησιμοποιήθηκε AI. Το κρίσιμο ερώτημα για μένα είναι άλλο: ποιος έχει την ευθύνη για το τελικό δημοσιογραφικό προϊόν;», ανέφερε η κ. Αγάτσα, προσθέτοντας ότι «η δημοσιογραφία χρησιμοποιούσε πάντοτε τεχνολογία. Από το τηλέφωνο και τον τηλετύπο μέχρι τις μηχανές αναζήτησης, τα ψηφιακά αρχεία και τα εργαλεία ανάλυσης δεδομένων. Η AI είναι ένα πολύ ισχυρότερο εργαλείο, αλλά το γεγονός ότι ένα εργαλείο συμμετείχε στην παραγωγή ενός κειμένου δεν ακυρώνει αυτομάτως την αξία του».
Όπως εξήγησε, η Τεχνητή Νοημοσύνη προσφέρει σημαντικές υποστηρικτικές δυνατότητες, «μπορεί για παράδειγμα, να κάνει μεταγραφή και μετάφραση μιας συνέντευξης, ταξινόμηση υλικού, οργάνωση ενός φακέλου, περίληψη εγγράφων, αναζήτηση σε ένα τεράστιο αρχείο, προτάσεις για references και βιβλιογραφία, εντοπισμό μοτίβων μέσα σε μεγάλους όγκους δεδομένων ή ένα πρώτο deep research πάνω σε ένα θέμα. Μπορεί ακόμη να βοηθήσει στο stepping, στη δομή και στη βηματοδότηση ενός σύνθετου θέματος: τι γνωρίζουμε, τι δεν γνωρίζουμε, ποιες πηγές πρέπει να αναζητηθούν, ποια στοιχεία χρειάζονται επιβεβαίωση». Ωστόσο, όπως είπε, «όλα αυτά είναι υποστηρικτικές λειτουργίες. Δεν είναι ρεπορτάζ».
«Το ρεπορτάζ σημαίνει ότι κάποιος βρίσκεται στο πεδίο»
Και εξήγησε: «Το ρεπορτάζ σημαίνει ότι κάποιος βρίσκεται στο πεδίο. Μιλάει με ανθρώπους. Καλλιεργεί και προστατεύει πηγές. Κερδίζει την εμπιστοσύνη τους. Ρωτά ξανά όταν κάτι δεν πείθει. Αντιλαμβάνεται το πλαίσιο και τις αποχρώσεις. Κρίνει πότε μια πληροφορία είναι σημαντική, αλλά και πότε η δημοσίευσή της μπορεί να βλάψει αδικαιολόγητα έναν άνθρωπο. Εκεί χρειάζονται ανθρώπινη κρίση, επαγγελματική εμπειρία και ενσυναίσθηση».
Παράλληλα, έκανε ειδική αναφορά στον Κώδικα Δεοντολογίας της ΠΟΕΣΥ, λέγοντας πως «είναι εξαιρετικά χρήσιμος, γιατί ουσιαστικά θέτει το πλαίσιο: η ΤΝ είναι εργαλείο υποβοήθησης, όχι υποκατάστατο του δημοσιογράφου». «Η ΠΟΕΣΥ ορίζει επίσης ότι οι δημοσιογράφοι παραμένουν υπεύθυνοι και υπόλογοι για κάθε περιεχόμενο που δημοσιεύουν, ακόμη και όταν έχει χρησιμοποιηθεί AI στη συλλογή, επεξεργασία ή διάδοση των πληροφοριών. Το παραγόμενο περιεχόμενο πρέπει να θεωρείται μη εξακριβωμένο μέχρι να ελεγχθεί και να διασταυρωθεί», πρόσθεσε.
Επιπλέον, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία των πηγών και του δημοσιογραφικού απορρήτου, σημειώνοντας ότι ευαίσθητα δεδομένα δεν πρέπει να εισάγονται σε εργαλεία AI ευρείας χρήσης. «Υπάρχει και ένα δεύτερο πολύ σημαντικό σημείο: οι πηγές. Η σχέση δημοσιογράφου και πηγής δεν μπορεί να μεταβιβαστεί σε έναν αλγόριθμο. Και ο ίδιος ο Κώδικας της ΠΟΕΣΥ προειδοποιεί ότι εμπιστευτικές ή ευαίσθητες πληροφορίες δεν πρέπει να εισάγονται σε εργαλεία AI ευρείας χρήσης, ακριβώς για να προστατεύεται το δημοσιογραφικό απόρρητο», διευκρίνισε.
«Η AI μπορεί να επιταχύνει τη δημοσιογραφία, αλλά δεν μπορεί να αναλάβει τη δημοσιογραφική ευθύνη»
«Άρα η κόκκινη γραμμή δεν είναι για μένα “άνθρωπος ή μηχανή”. Είναι “υποβοήθηση ή υποκατάσταση”, και τελικά “ευθύνη ή ανευθυνότητα”», τόνισε η κ. Αγάτσα, θέτοντας ερωτήματα όπως: «Ποιος έλεγξε τα στοιχεία; Ποιος πήγε στην πρωτογενή πηγή; Ποιος επιβεβαίωσε ότι το reference που έδωσε η AI υπάρχει πραγματικά; Ποιος διασταύρωσε τη βιβλιογραφία; Ποιος εντόπισε πιθανή παραποίηση; Ποιος μίλησε με τους ανθρώπους; Και ποιος βάζει τελικά το όνομά του και την αξιοπιστία του Μέσου πίσω από αυτό που δημοσιεύεται;».
Τέλος, συνέδεσε τη θέση αυτή με το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, υπενθυμίζοντας τις υποχρεώσεις διαφάνειας του άρθρου 50 του AI Act για τα deepfakes και τα συνθετικά κείμενα δημοσίου συμφέροντος, όπου η ευρωπαϊκή νομοθεσία δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στον ανθρώπινο έλεγχο και τη συντακτική ευθύνη.
«Οι δικλείδες ασφαλείας πρέπει να κοιτούν το ουσιαστικό πρόβλημα: ακρίβεια, προέλευση, διασταύρωση, προστασία πηγών, διαφάνεια, deepfakes, χειραγώγηση και ανθρώπινη λογοδοσία. Γιατί η AI μπορεί να επιταχύνει τη δημοσιογραφία. Μπορεί να κάνει έναν δημοσιογράφο αποτελεσματικότερο. Δεν μπορεί όμως να κάνει αντί για αυτόν δημοσιογραφία και δεν μπορεί να αναλάβει τη δημοσιογραφική ευθύνη», υπογράμμισε η πρόεδρος. Και κατέληξε λέγοντας ότι «η AI μπορεί να κάνει έρευνα. Δεν μπορεί να δημιουργήσει σχέση με την πηγή».
Οι τοποθετήσεις του υπόλοιπου πάνελ
Στην έναρξη της συζήτησης, η συντονίστρια του πάνελ και Founder & CEO της Forest + Tree, Μαριάννα Σκυλακάκη, χαρακτήρισε την τεχνητή νοημοσύνη «πραγματικό εργαλείο δουλειάς», αλλά είπε πως «υπάρχουν πεδία που η ΤΝ είναι ξεκάθαρα χειρότερη από εμάς», σημειώνοντας ότι αυτό «απελευθερώνει χρόνο για να κάνουμε αυτά που έχουν πραγματική αξία».
Από την πλευρά του, ο Co-founder & Chief Product Officer της Aldeus, Θέμης Δρακωνάκης, ανέφερε πως «σε μια εποχή που το βίντεο κυριαρχεί, τα περισσότερα newsroom έχουν παραμείνει στο website και οι αναγνώστες όλο και λιγοστεύουν», ενώ για τη δική του δουλειά τόνισε ότι «δεν χρησιμοποιούμε ΤΝ για να φτιάξουμε περιεχόμενο, αλλά για να κατασκευάσουμε το περιεχόμενο με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα», προσθέτοντας πως «ο ανθρώπινος παράγοντας πάντα θα υπάρχει».
Ο Chief Operating & Strategy Officer της SOCIALDOO, Παναγιώτης Κακολύρης, επισήμανε ότι «οδηγούμαστε σε μια περίοδο όπου θα παράγεται μαζικό και γρήγορο περιεχόμενο, αλλά όχι απαραίτητα ελκυστικό» και έτσι «θα είμαστε υποχρεωμένοι να φτιάχνουμε περιεχόμενο που θα ξεχωρίζει από τον χυλό», κάτι που, όπως είπε, «θα πρέπει να είναι χειροποίητο».
Τέλος, ο γενικός διευθυντής της Audiomax Investment και πρόεδρος ΕΙΙΡΑ, Κώστας Φωτόπουλος, μιλώντας για το ραδιόφωνο ανέφερε ότι η τεχνητή νοημοσύνη, «όπως όλα τα πράγματα, έχει τα όριά της». «Δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα βρεθεί ένας αλγόριθμος που θα μιλά για τις εμπειρίες του», σημείωσε χαρακτηριστικά για τη ραδιοφωνική εμπειρία.
![]()
