Εκατό χρόνια ζωής γεμάτης από έρευνα, από γνώσεις, από στοχασμό. Από προσφορά στον πολιτισμό και στα κοινά. Μέσα σε δρόμους ανηφορικούς και δύσβατους, τους οποίους ποτέ μα ποτέ δεν φοβήθηκε. Με αυτά τα λόγια ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ξεκίνησε τον επικήδειο που εκφώνησε στην εξόδιο ακολουθία της Ελένης Γκλύκατζη-Αρβελέρ.
«Όλα όσα πέτυχα κι όσα ονειρεύτηκα, τα κατάφερα γιατί δεν ήξερα πως ήταν αδύνατα», έλεγε η Ελένη. Γεύτηκε έτσι μία διαδρομή από τις γειτονιές του Βύρωνα που την έφερε στο κέντρο του κόσμου, έχοντας την αναγνώριση σύσσωμη της ακαδημαϊκής κοινότητας, αλλά και την αγάπη και τον σεβασμό όλων των απλών ανθρώπων και στις δύο πατρίδες της.
Μικρή ήθελε να γίνει μηχανικός, με ειδικότητα στις γέφυρες. Σπούδασε, όμως, φιλοσοφική κι από εκεί στο Παρίσι έγινε καθηγήτρια βυζαντινής ιστορίας, μετά η πρώτη γυναίκα πρύτανης στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, κι ακόμα καγκελάριος των Πανεπιστημίων του Παρισιού, εμπειρογνώμων της UNESCO, πρέσβειρα Καλής Θέλησης της UNICEF, επικεφαλής του Κέντρου Pompidou, του Αμερικανικού Μουσείου Τέχνης, του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου στο Παρίσι, πρόεδρος εδώ του Εθνικού Θεάτρου, αλλά και για πολλά χρόνια του Ευρωπαϊκού Κέντρου Δελφών, αλλά και μέλος της Ακαδημίας και των Ακαδημιών της Βρετανίας, του Βελγίου, του Βερολίνου και της Βουλγαρίας.
Σκέφτομαι ότι η γυναίκα, την οποία αποχαιρετούμε τώρα, πέτυχε τελικά να γίνει αυτό που αρχικά ήθελε: μια γέφυρα. Μια γέφυρα ανάμεσα στα προσφυγικά της Αθήνας και στις πρωτεύουσες του κόσμου. Ένας επιστημονικός κρίκος, άλλη μια γέφυρα, που αποκατέστησε την ιστορική συνέχεια του έθνους μας μέσω της ανάδειξης του Βυζαντίου ως αναπόσπαστου στοιχείου της ελληνικής ταυτότητας.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο πιστεύω ότι η προσφορά της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ούτε αποσπασματικά ούτε και επιλεκτικά. Ακριβώς, γιατί η παρουσία της συγκροτεί ένα σύνολο. Σύνολο το οποίο, ωστόσο, διατρέχουν σε κάθε στιγμή του τρία στοιχεία: η αγάπη για την ιστορία και την πατρίδα, η έγνοια για τον συνάνθρωπο, και τέλος, η τολμηρή άποψη και η γενναιότητα αυτή να διατυπώνεται ανεξάρτητα με τις εφήμερες ενστάσεις που ίσως να συναντήσει.
Η πορεία αυτής της ξεχωριστής προσωπικότητας θα έλεγα ότι κατέστη συνοδοιπόρος της νεοελληνικής εξέλιξης τα τελευταία 100 χρόνια, σηματοδοτώντας και -παρά τις δυσκολίες και τα πισωγυρίσματα- την πρόοδό της. Γι’ αυτό και οι γλαφυρές της διηγήσεις, δίπλα στα λιτά της αποφθέγματα, συγκέντρωναν πάντα το ενδιαφέρον όχι μόνο των διανοούμενων, κυρίως των καθημερινών ανθρώπων.
Η αφήγησή της, εξάλλου, υπήρξε μοναδική, γιατί ως ιστορικός έβλεπε πάντα την επιστήμη της, την ιστορία, ως κτήμα όλων. Ενώ ως πολίτης επεδίωκε πάντα να μεταφέρει το απόσταγμα εμπειριών σαν μια σκυτάλη στις επόμενες γενιές.
«Να κάνετε στη ζωή σας αυτό που θέλετε. Μόνο έτσι θα γεμίσετε την ψυχή σας, γιατί όπου υπάρχει το θέλω, υπάρχει και το μπορώ», συμβούλευε η Ελένη πάντα τους νέους. Για να μας καλέσει τελικά «να συνειδητοποιήσουμε ότι όποιος διστάζει να αλλάξει, δεν πρέπει να αυταπατάται ότι τάχα μένει ο ίδιος σταθερός σε ένα σημείο, διότι στην πραγματικότητα όλο και θα υποχωρεί».
Καταλήγοντας ο πρωθυπουργός ανέφερε: «Με ένα τέτοιο μάθημα, λοιπόν, θα ήθελα να πω και εγώ το δικό μου προσωπικό αντίο στη μεγάλη αυτή Ελληνίδα. Καλό σου ταξίδι, αγαπημένη μου Ελένη».
![]()

