Μητσοτάκης από Θεσσαλονίκη: «Τα μνημεία, τα ιστορικά κειμήλια, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως λάφυρα πολέμου»
Παρουσία του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του Πρωθυπουργού της Βουλγαρίας Rumen Radev, η τελετή υπογραφής πρωτοκόλλου για την παράδοση-παραλαβή κειμηλίων μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στην Θεσσαλονίκη. Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026 (ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΕΡΒΕΡΙΔΗΣ/ ΜΟΤΙΟΝ ΤΕΑΜ)

Μητσοτάκης από Θεσσαλονίκη: «Τα μνημεία, τα ιστορικά κειμήλια, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως λάφυρα πολέμου»

Στην Ελλάδα επιστρέφουν 48 ιστορικά κειμήλια που είχαν αφαιρεθεί το 1917, μετά την υπογραφή των πρωτοκόλλων παράδοσης και παραλαβής μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, το πρωί του Σαββάτου στη Θεσσαλονίκη.

Η τελετή πραγματοποιήθηκε στις 10:30, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του Βούλγαρου ομολόγου του Ρούμεν Ράντεφ.

Τα κειμήλια προέρχονται από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης. Στο πλαίσιο της συμφωνίας, η ελληνική πλευρά παραδίδει στη Βουλγαρία τα λείψανα που ταυτοποιήθηκαν ως του τσάρου Σαμουήλ, μαζί με ανθρωπολογικό υλικό από τη Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στις Πρέσπες.

Τα κειμήλια που επιστρέφουν και η έκθεση στη Θεσσαλονίκη

Κατά την ομιλία του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης στάθηκε στην ιδιαίτερη σημασία της επιστροφής των αντικειμένων.

«Στην πατρίδα μας γυρίζουν τώρα 48 αντικείμενα ανεκτίμητης πολιτιστικής, πνευματικής, αλλά και συναισθηματικής αξίας», τόνισε.

Όπως ανέφερε, ανάμεσά τους περιλαμβάνονται ιερές εικόνες, σταυροί, άμφια, λειψανοθήκη και επισκοπικός θρόνος, που αποσπάστηκαν από τις μονές και τη Μητρόπολη στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Έκτοτε, τα αντικείμενα φυλάσσονταν ή εκτίθεντο στο Εθνικό Μουσείο Ιστορίας της Βουλγαρίας, στη Σόφια. Με την επιστροφή τους θα παραμείνουν στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, όπου θα εκτίθενται έως τις 5 Νοεμβρίου 2026. Στη συνέχεια θα παραδοθούν οριστικά στις ιστορικές τους εστίες.

Η παράδοση των λειψάνων του τσάρου Σαμουήλ

Από την πλευρά της, η Ελλάδα εκπληρώνει τη συμφωνία παραδίδοντας τα λείψανα που ταυτοποιήθηκαν ως του τσάρου Σαμουήλ (997–1014), καθώς και το υπόλοιπο ανθρωπολογικό υλικό από συνολικά τέσσερις σαρκοφάγους της Βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου.

Τα ευρήματα είχαν αποκαλυφθεί στις ανασκαφές του καθηγητή Νικόλαου Μουτσόπουλου και τα τελευταία χρόνια φυλάσσονταν στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού.

Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε με συγκίνηση στην παρουσία της συζύγου του Βούλγαρου ομολόγου του στην εκδήλωση. Απευθυνόμενος στον Ρούμεν Ράντεφ, σημείωσε:

«Αυτά κρατήθηκαν και φυλάχθηκαν επί δεκαετίες από την ελληνική πολιτεία και στο εξής επιστρέφουν στον λαό της Βουλγαρίας, ώστε να τιμηθούν στη χώρα του με τον τρόπο με τον οποίο εσείς οι ίδιοι θα θεωρήσετε ότι είναι ο πιο κατάλληλος».

Μια διαπραγμάτευση που ξεκίνησε πριν από περίπου μισό αιώνα

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επισήμανε ότι η συμφωνία ολοκληρώνει μια μακρά διαπραγματευτική πορεία, οι απαρχές της οποίας βρίσκονται στη δεκαετία του 1970. Τότε είχαν γίνει οι πρώτες συζητήσεις μεταξύ του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Τόντορ Ζίβκοφ.

«Χρειάστηκε όμως να περάσει καιρός και κυρίως να υπάρξει βούληση και αποφασιστικότητα ώστε να ξεπεραστούν αγκυλώσεις του παρελθόντος», ανέφερε.

Ευχαρίστησε τον Βούλγαρο πρωθυπουργό, τις προηγούμενες κυβερνήσεις των δύο χωρών, τα υπουργεία Πολιτισμού, καθώς και τη διοίκηση και τους εργαζομένους του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού για τη συμβολή τους.

«Αυτός ο δίαυλος της διμερούς συνεργασίας τώρα ανοίγει», υπογράμμισε, παρουσιάζοντας τη συμφωνία ως αφετηρία για στενότερη συνεργασία και για την επιστροφή επιπλέον πολιτιστικών αντικειμένων στις δύο χώρες.

Σχολιάζοντας τις καθυστερήσεις των προηγούμενων δεκαετιών, σημείωσε ότι συχνά είχαν επικρατήσει «η ακινησία και η λογική, μερικές φορές, των μαξιμαλιστικών απαιτήσεων».

Η πολιτιστική διπλωματία και η προστασία των μνημείων

Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η πολιτιστική διπλωματία «κινείται αθόρυβα αλλά και απολύτως παραγωγικά». Στο πλαίσιο αυτό επικαλέστηκε τη συμφωνία για την επιστροφή θραύσματος από τη Σικελία, αναφέροντας ότι η φόρμουλα που ακολουθήθηκε είχε αποσπάσει τον έπαινο της UNESCO.

Συνέδεσε, επίσης, την ελληνοβουλγαρική συμφωνία με τη διεθνή συζήτηση για την πολιτιστική κληρονομιά και την αλλαγή στον τρόπο αντιμετώπισης των ιστορικών τεκμηρίων.

«Τα μνημεία, τα ιστορικά κειμήλια, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως λάφυρα πολέμου, ούτε ως θύματα συγκυριών μεταγενέστερων της δημιουργίας τους», τόνισε.

Όπως υποστήριξε, τα πολιτιστικά και αρχαιολογικά τεκμήρια συνδέονται άμεσα με τον τόπο όπου δημιουργήθηκαν και η απομάκρυνσή τους επηρεάζει τόσο την ιστορική τους υπόσταση όσο και την ίδια την ιστορική αλήθεια.

«Δεν αποτελούν άψυχα αντικείμενα του χθες. Είναι τεκμήρια σε ζωντανή και αδιάρρηκτη σύνδεση με το φυσικό και πολιτισμικό τοπίο που τα γέννησε», ανέφερε.

Το μήνυμα για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη διεκδίκηση της επανένωσης των Γλυπτών του Παρθενώνα, συνδέοντάς την με την αρχή της ακεραιότητας των μνημείων.

Τόνισε ότι η ελληνική θέση «δεν υπαγορεύεται από μια αόριστη εθνική διεκδίκηση» και δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τον ρόλο των μουσείων διεθνώς.

«Ο Παρθενώνας συνιστά μία μοναδική και αυτοτελή περίπτωση», σημείωσε, εξηγώντας ότι το θέμα υπερβαίνει τις νομικές και τεχνικές παραμέτρους. Όπως ανέφερε, αφορά την αποκατάσταση της αισθητικής και νοηματικής ενότητας ενός μνημείου οικουμενικής σημασίας.

«Τα Γλυπτά του Παρθενώνα πρέπει να συνυπάρχουν και να εκτίθενται μαζί, διατηρώντας την άμεση οπτική επαφή με τον βράχο για τον οποίο σμιλεύτηκαν», υπογράμμισε, αναδεικνύοντας τον ρόλο του Μουσείου της Ακρόπολης.

Επανέλαβε, ακόμη, ότι η Ελλάδα δεν θα αποδεχθεί συμφωνίες που θα αναγνωρίζουν ξένη κυριαρχία επί των Γλυπτών ή θα προβλέπουν την επιστροφή τους ως δανεισμό.

«Ήρθε η ώρα της αλήθειας, της λογικής, της δικαιοσύνης αλλά και της ηθικής», δήλωσε.

Οι ελληνοβουλγαρικές σχέσεις και τα πεδία συνεργασίας

Αναφερόμενος στην κοινή ιστορική διαδρομή των δύο λαών, ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι συνυπάρχουν στην περιοχή εδώ και δεκαπέντε αιώνες, έχοντας περάσει από περιόδους συγκρούσεων, διαιρέσεων και δοκιμασιών.

«Δεν ωραιοποιούμε την ιστορία, ούτε και πρέπει να τη διαγράφουμε. Οφείλουμε, ωστόσο, να διδασκόμαστε από τις σκοτεινές της σελίδες, προκρίνοντας όσα μας ενώνουν: την κοινή πολιτιστική και θρησκευτική μας ρίζα, την αμοιβαία αναγνώριση της ταυτότητας του άλλου, αλλά κυρίως το κοινό μας αύριο», ανέφερε.

Χαρακτήρισε τις σχέσεις Ελλάδας και Βουλγαρίας καλύτερες από ποτέ, επισημαίνοντας ότι μπορούν να ενισχυθούν περαιτέρω στο εμπόριο, την ενέργεια, τον τουρισμό, το περιβάλλον, τη διαχείριση των υδάτων και τον πολιτισμό.

«Σε έναν κόσμο ταραγμένο, ας κάνουμε λοιπόν τη συνεργασία μας ένα παράδειγμα ασφάλειας, σταθερότητας και προόδου. Και τη σημερινή συμφωνία το πρώτο βήμα, τη σφραγίδα σε αυτή την αισιόδοξη επιλογή», σημείωσε.

Ολοκληρώνοντας την ομιλία του, απευθύνθηκε στον Βούλγαρο ομόλογό του με τη φράση «Ευχαριστώ και καλώς ήρθες στη Θεσσαλονίκη».

Συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις για επιπλέον αντικείμενα

Στο πλαίσιο της εκδήλωσης διατυπώθηκαν θερμά συγχαρητήρια προς τους Μητροπολίτες Σερρών και Νιγρίτης Θεολόγο και Δράμας Δωρόθεο, για τις επίμονες προσπάθειές τους. Ιδιαίτερη μνεία έγινε στον μακαριστό Μητροπολίτη Δράμας Παύλο, ο οποίος χαρακτηρίστηκε «αρχιτέκτονα και πρωτεργάτη» του εγχειρήματος.

Το υπουργείο Πολιτισμού επισημαίνει ότι η υπογραφή των πρωτοκόλλων δεν κλείνει τη διαδικασία. Ελλάδα και Βουλγαρία συμφώνησαν να συνεχίσουν τις συζητήσεις, ώστε να ταυτοποιηθούν και να περιληφθούν σε επόμενη συμφωνία και άλλα ιστορικά αντικείμενα αμοιβαίου ενδιαφέροντος.

Η τελετή ολοκληρώνει το Μνημόνιο Κατανόησης που υπέγραψαν πρόσφατα οι υπουργοί Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και Εφτίμ Μιλόσεφ, έπειτα από πολυετείς, συστηματικές διαπραγματεύσεις του ελληνικού υπουργείου Πολιτισμού.

Loading

Play