Καφές: Η αγορά αντέχει την πίεση, αλλά ο καταναλωτής αλλάζει συνήθειες

Καφές: Η αγορά αντέχει την πίεση, αλλά ο καταναλωτής αλλάζει συνήθειες

Η αγορά καφέ παραμένει ανθεκτική στην Ελλάδα, παρότι το σκηνικό γίνεται ολοένα πιο απαιτητικό από τις νέες καταναλωτικές τάσεις, τις αναταράξεις στις τιμές των πρώτων υλών και των μεταφορών, αλλά και την κλιματική κρίση που πιέζει τις καλλιέργειες σε όλο τον κόσμο.

Ο καφές εξακολουθεί να είναι βασικό κομμάτι της καθημερινότητας για τον καταναλωτή, όμως ο τρόπος αγοράς και ο χώρος κατανάλωσης αλλάζουν, όπως επισημαίνει στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Καφέ (ΕΕΚ) Αναστάσιος Γιάγκογλου. Εκτός σπιτιού, οι επισκέψεις μπορεί να μειώνονται λόγω του κόστους ζωής, ενώ μέσα στο σπίτι ο καφές παραμένει σταθερά στο καλάθι των αγορών, με ενδιαφέρον για espresso, κάψουλες, νέες συσκευές και λύσεις που θυμίζουν εμπειρία καφετέριας. Το παραδοσιακό προφίλ του ελληνικού καφέ δίνει έτσι τη θέση του σε ένα πιο διαφοροποιημένο μείγμα προϊόντων, τρόπων παρασκευής και περιστάσεων κατανάλωσης.

Την ίδια ώρα, οι επιχειρήσεις του κλάδου καλούνται να κινηθούν σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο κανονιστικό περιβάλλον. Όπως αναφέρει ο κ. Γιάγκογλου, οι διεθνείς ανατιμήσεις συνδυάζονται με αυξημένο εσωτερικό κόστος, καθώς ενέργεια, ενοίκια, μισθοδοσία και κυρίως ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στον καφέ δημιουργούν ένα δύσκολο πλαίσιο για τη βιωσιμότητα. Ο ΕΦΚ επιβλήθηκε το 2017 και, σύμφωνα με την ΕΕΚ, παραμένει βασική επιβάρυνση για την αγορά. Η Ένωση έχει τονίσει επανειλημμένα ότι ο φόρος δεν αποδίδει ουσιαστικά έσοδα για την ενίσχυση της αλυσίδας αξίας, ενώ παράλληλα ανοίγει τον δρόμο για παράνομη διακίνηση και λαθρεμπόριο προϊόντων. Την ίδια στιγμή, ανεβάζει την τελική τιμή για τον καταναλωτή και εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις. «Πάγιο αίτημά μας είναι η κατάργηση ή έστω η μείωση του ΕΦΚ, με στόχο την ανακούφιση επιχειρήσεων και καταναλωτών» λέει ο κ. Γιάγκογλου, προσθέτοντας: «Είναι χαρακτηριστικό ότι χώρες όπως η Δανία, αναγνωρίζοντας το βάρος της ακρίβειας, κατήργησαν πρόσφατα φόρους στον καφέ και τη σοκολάτα για να ανακουφίσουν τα νοικοκυριά. Προτείνουμε στην πολιτεία να ακολουθήσει παραδείγματα άλλων ευρωπαϊκών χωρών».

Ο πρόεδρος της ΕΕΚ υπογραμμίζει ακόμη ότι «οι επιχειρήσεις είναι σημαντικό να λειτουργούν σε περιβάλλον υγιούς ανταγωνισμού χωρίς στρεβλώσεις και αγκυλώσεις που επιβάλλονται από πρακτικές μέτρων παρεμβατικού χαρακτήρα, με κίνδυνο μάλιστα αυτές να λαμβάνουν μόνιμο χαρακτήρα». Σύμφωνα με τον κ. Γιάγκογλου, οι εταιρείες του κλάδου πρέπει να ανταποκριθούν στις προκλήσεις διατηρώντας ποιότητα, αξιοπιστία και ανταγωνιστικότητα, επενδύοντας, καινοτομώντας και προσαρμοζόμενες στις νέες απαιτήσεις με μεγαλύτερη υπευθυνότητα σε κάθε στάδιο της δραστηριότητάς τους. «Αυτή είναι μια δύσκολη ισορροπία. Είναι όμως και προϋπόθεση για έναν κλάδο ανθεκτικό και βιώσιμο».

Το νέο προφίλ του Έλληνα καταναλωτή

Ο καφές παραμένει μια από τις πιο ανθεκτικές κατηγορίες της ελληνικής αγοράς. Τα στοιχεία της NielsenIQ, που παρουσιάστηκαν πρόσφατα στο 1ο Πανελλαδικό Συμπόσιο Καφέ, δείχνουν έναν καταναλωτή πιο προσεκτικό στις δαπάνες του, αλλά αποφασισμένο να κρατήσει μικρές καθημερινές απολαύσεις, με τον καφέ να βρίσκεται ανάμεσά τους. Σχεδόν δύο στους τρεις δηλώνουν ότι σκοπεύουν να μειώσουν τις εξόδους για φαγητό, ενώ το 45,7% αναφέρει ότι θα πηγαίνει λιγότερο συχνά σε καφέ και καφετέριες.

Παρά τις αλλαγές στη συμπεριφορά, ο καφές παραμένει από τις πιο δημοφιλείς επιλογές εκτός σπιτιού. Στην έρευνα της NielsenIQ για την Ελλάδα, ο καφές -ζεστός ή κρύος- συγκεντρώνει 57,9% μεταξύ των ποτών που καταναλώνονται σε χώρους φιλοξενίας, κοντά στην μπύρα, ενώ τα εστιατόρια και τα fast food εμφανίζουν 78,2% επισκεψιμότητα και οι καφετέριες και αλυσίδες καφέ 74,2%. Οι καφετέριες και οι αλυσίδες καφέ παραμένουν ο φυσικός χώρος κατανάλωσης: το 43% δηλώνει ότι τις επισκέπτεται μία έως δύο φορές την εβδομάδα, σχεδόν εννέα στους δέκα μπαίνουν σε καφετέρια και στα ίδια σημεία ο καφές -ζεστός ή κρύος- είναι η κυρίαρχη επιλογή με 74%.

Η δύναμη της κατηγορίας φαίνεται ακόμη πιο καθαρά στο οργανωμένο λιανεμπόριο. Σχεδόν έξι στους δέκα αγοραστές δηλώνουν ότι αγόρασαν συσκευασμένο καφέ ή τσάι στην τελευταία αγοραστική τους επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ, ενώ η κατηγορία λειτουργεί και ως λόγος για να μπει κανείς στο κατάστημα, με ποσοστό 22,6%.

Σε επίπεδο αξίας, ο καφές κινείται ταχύτερα από τη συνολική αγορά FMCG. Η NielsenIQ καταγράφει αύξηση 10,1% στο οργανωμένο λιανεμπόριο, έναντι 5,5% για το σύνολο των FMCG κατηγοριών που παρακολουθεί. Η σημασία του αποτυπώνεται και στον τζίρο, αφού ο καφές βρίσκεται στην τρίτη θέση μεταξύ των 171 κατηγοριών FMCG που εξετάζει η NielsenIQ, πίσω από το τυρί και το γάλα. Επιπλέον, δύο κωδικοί καφέ βρίσκονται στις δύο πρώτες θέσεις μεταξύ περίπου 100.000 κωδικών που διακινούνται στο οργανωμένο λιανεμπόριο.

Κερδίζει έδαφος ο espresso

Συνολικά, η αγορά καφέ στο οργανωμένο λιανεμπόριο και στα convenience stores ακολουθεί ανοδική πορεία. Η αξία των πωλήσεων έφθασε το 2025 στα 501,4 εκατ. ευρώ, με αύξηση 13,7% σε σχέση με το 2024. Για το πρώτο επτάμηνο του 2026, οι πωλήσεις ανήλθαν σε 304,7 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 8,9% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η μέση ετήσια ανάπτυξη της κατηγορίας την περίοδο 2018-2025 διαμορφώνεται σε 6,5%, με την αύξηση να προκύπτει από μεγαλύτερη ζήτηση, ιδιαίτερα μετά την πανδημία, αλλά και από τις ανατιμήσεις στις πρώτες ύλες και τον ΕΦΚ.

Οι αλλαγές δεν αφορούν μόνο τις πωλήσεις, αλλά και το είδος του καφέ που επιλέγουν οι καταναλωτές για το σπίτι. Ο ελληνικός καφές παραμένει ο δημοφιλέστερος σε όγκο, όμως το μερίδιό του μειώνεται σταδιακά. Στο YTD έως τον Ιούλιο του 2026 αντιστοιχεί στο 44,4% των όγκων, από 51,3% το 2019. Αντίθετα, ο στιγμιαίος καφές ανακάμπτει τα τελευταία χρόνια και φθάνει το 27,1% στο ίδιο διάστημα. Παράλληλα, οι μορφές espresso κερδίζουν σταθερά έδαφος, με τους κόκκους espresso στο 1,3%, τον αλεσμένο espresso στο 6,1% και τις κάψουλες στο 7,6% των όγκων.

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με μια ευρύτερη στροφή προς προϊόντα και λύσεις που αναπαράγουν στο σπίτι την εμπειρία της καφετέριας. Οι κάψουλες, ειδικά, διατηρούν υψηλότερη μέση τιμή από τις περισσότερες άλλες μορφές καφέ, κάτι που δείχνει ότι ένα μέρος των καταναλωτών πληρώνει περισσότερο για ευκολία και σταθερό αποτέλεσμα.

Η μετατόπιση προς τον espresso δεν περιορίζεται στο προϊόν, αλλά αποτυπώνεται και στις συσκευές παρασκευής. Οι πωλήσεις μηχανών ζεστών ροφημάτων στην Ελλάδα έφθασαν τις 403.000 τεμάχια το 2025, αυξημένες κατά 17,5% σε σχέση με το 2023, με τη μέση τιμή να διαμορφώνεται στα 83 ευρώ. Στο YTD Ιουλίου 2026, οι μηχανές espresso με κάψουλες κατέχουν το 43,2% των πωλήσεων σε τεμάχια, ενώ αναπτύσσονται επίσης οι πλήρως αυτόματες μηχανές espresso και οι μηχανές αλεσμένου espresso.

Η συνολική εικόνα δείχνει έναν καταναλωτή που δεν αναζητά μόνο έναν καφέ στο σπίτι, αλλά διαφορετικές εμπειρίες: από την ταχύτητα και την ευκολία έως την αίσθηση της καφετέριας και την πιο premium καθημερινή κατανάλωση. Παράλληλα, αναπτύσσεται και η αγορά των έτοιμων (ready-to-drink) καφέδων. Η αξία της κατηγορίας έφθασε το 2025 στα 16,8 εκατ. ευρώ, αυξημένη κατά 6,3% σε σχέση με το 2024. Η κατηγορία εξυπηρετεί κυρίως την κατανάλωση «grab and go», με το convenience να είναι το βασικό κανάλι αγοράς. Ωστόσο, στο πρώτο επτάμηνο του 2026 η εικόνα είναι πιο συγκρατημένη, καθώς η αξία αυξήθηκε μόλις κατά 0,6%, αφού η άνοδος της τιμής κατά 2,4% συνδυάστηκε με υποχώρηση του όγκου κατά 1,8%.

Loading

Play