Η ελληνική αγορά καφέ αντέχει παρά την ακρίβεια, τις διακυμάνσεις στις τιμές των πρώτων υλών και την κλιματική κρίση που απειλεί τις σοδιές διεθνώς. Οι καταναλωτές έχουν αλλάξει συνήθειες, χωρίς όμως να απομακρύνονται από το αγαπημένο τους ρόφημα.
Δύο στους τρεις δηλώνουν ότι θα μειώσουν τις εξόδους για φαγητό, ενώ σχεδόν οι μισοί ότι θα πηγαίνουν πιο αραιά σε καφετέριες.
Ο κόσμος συνεχίζει να απολαμβάνει τον καφέ του, περιορίζοντας όμως τις επισκέψεις στην καφετέρια υπό την πίεση του κόστους ζωής. Οι πωλήσεις στο οργανωμένο λιανεμπόριο έφτασαν τα 501,4 εκατ. ευρώ το 2025, ενώ ο παραδοσιακός ελληνικός καφές υποχωρεί σταδιακά μπροστά σε ένα πιο διαφοροποιημένο οικοσύστημα προϊόντων και περιστάσεων κατανάλωσης.
Σύμφωνα με όσα επισημαίνει στο Αθηναϊκό Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Καφέ (ΕΕΚ) Αναστάσιος Γιάγκογλου, μέσα στο σπίτι ο καφές παραμένει βασικό προϊόν του καλαθιού, ενώ οι καταναλωτές δείχνουν ενδιαφέρον για espresso, κάψουλες, νέες συσκευές και λύσεις που προσφέρουν ευκολία ή εμπειρία αντίστοιχη με εκείνη της καφετέριας.
Η αγορά βρίσκεται σε φάση μετασχηματισμού. Την ίδια ώρα, οι επιχειρήσεις καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα διαρκώς εξελισσόμενο κανονιστικό περιβάλλον. Όπως αναφέρει ο κ. Γιάγκογλου, για τις εταιρείες του κλάδου η άνοδος των διεθνών τιμών συνδυάζεται με ένα εσωτερικό περιβάλλον αυξημένου κόστους. Ενέργεια, ενοίκια, μισθοδοσία και, κυρίως, ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στον καφέ, δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα που θέτει ζητήματα βιωσιμότητας.
Πάγιο αίτημά μας είναι η κατάργηση ή έστω η μείωση του ΕΦΚ, με στόχο την ανακούφιση επιχειρήσεων και καταναλωτών, αναφέρει ο κ. Γιάγκογλου και συμπληρώνει: Είναι χαρακτηριστικό ότι χώρες όπως η Δανία, αναγνωρίζοντας το βάρος της ακρίβειας, κατήργησαν πρόσφατα φόρους στον καφέ και τη σοκολάτα για να ανακουφίσουν τα νοικοκυριά. Προτείνουμε στην πολιτεία να ακολουθήσει παραδείγματα άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Εστιάζοντας στις προκλήσεις του κλάδου, ο πρόεδρος της ΕΕΚ τονίζει ότι οι επιχειρήσεις πρέπει να λειτουργούν σε περιβάλλον υγιούς ανταγωνισμού, χωρίς στρεβλώσεις και αγκυλώσεις που επιβάλλονται από πρακτικές μέτρων παρεμβατικού χαρακτήρα, με κίνδυνο μάλιστα αυτές να αποκτούν μόνιμο χαρακτήρα.
Σύμφωνα με τον κ. Γιάγκογλου, οι επιχειρήσεις του κλάδου καλούνται να ανταποκριθούν στις προκλήσεις διατηρώντας την ποιότητα, την αξιοπιστία και την ανταγωνιστικότητά τους. Αυτή είναι μια δύσκολη ισορροπία. Είναι όμως και προϋπόθεση για έναν κλάδο ανθεκτικό και βιώσιμο.
Ο καφές αποδεικνύεται για ακόμη μία φορά ιδιαίτερα ανθεκτική κατηγορία στην ελληνική αγορά. Τα στοιχεία της NielsenIQ, που παρουσιάστηκαν πρόσφατα στο 1ο Πανελλαδικό Συμπόσιο Καφέ, σκιαγραφούν έναν καταναλωτή πιο προσεκτικό στις δαπάνες του, αλλά ταυτόχρονα αποφασισμένο να διατηρήσει μικρές καθημερινές απολαύσεις, ανάμεσά τους και ο καφές. Σχεδόν δύο στους τρεις καταναλωτές δηλώνουν ότι σκοπεύουν να μειώσουν τις εξόδους για φαγητό, ενώ το 45,7% αναφέρει ότι θα επισκέπτεται λιγότερο συχνά καφέ και καφετέριες.
Παράλληλα, ο καφές παραμένει μία από τις πιο δημοφιλείς επιλογές στο out-of-home περιβάλλον. Στην έρευνα της NielsenIQ για την Ελλάδα, ο καφές -ζεστός ή κρύος- συγκεντρώνει 57,9% μεταξύ των ποτών που καταναλώνονται σε χώρους φιλοξενίας, κοντά στην μπύρα, ενώ τα εστιατόρια και τα fast food εμφανίζουν 78,2% επισκεψιμότητα και οι καφετέριες και αλυσίδες καφέ 74,2%. Οι καφετέριες και οι αλυσίδες καφέ παραμένουν, επομένως, ο φυσικός χώρος κατανάλωσης. Το 43% δηλώνει ότι επισκέπτεται χώρους καφέ μία έως δύο φορές την εβδομάδα, ενώ σχεδόν εννέα στους δέκα επισκέπτονται καφετέρια. Στα ίδια σημεία, ο καφές -ζεστός ή κρύος- αποτελεί μακράν την κυρίαρχη επιλογή, με ποσοστό 74%.
Η δυναμική της κατηγορίας φαίνεται ακόμη πιο καθαρά στο οργανωμένο λιανεμπόριο. Σχεδόν έξι στους δέκα αγοραστές δηλώνουν ότι αγόρασαν συσκευασμένο καφέ ή τσάι στην τελευταία αγοραστική επίσκεψή τους στο σούπερ μάρκετ. Παράλληλα, η κατηγορία λειτουργεί ως παράγοντας που μπορεί να προκαλέσει την επίσκεψη στο κατάστημα, με ποσοστό 22,6%.
Σε επίπεδο αξίας, ο καφές κινείται ταχύτερα από τη συνολική αγορά FMCG. Η NielsenIQ καταγράφει αύξηση 10,1% στο οργανωμένο λιανεμπόριο, έναντι 5,5% για το σύνολο των FMCG κατηγοριών που παρακολουθεί. Η σημασία του αποτυπώνεται και στον τζίρο: ο καφές βρίσκεται στην τρίτη θέση μεταξύ των 171 κατηγοριών FMCG που εξετάζει η NielsenIQ, πίσω από το τυρί και το γάλα. Επιπλέον, δύο κωδικοί καφέ βρίσκονται στις δύο πρώτες θέσεις μεταξύ περίπου 100.000 κωδικών που διακινούνται στο οργανωμένο λιανεμπόριο.
Κερδίζει έδαφος ο espresso και συνολικά η αγορά καφέ στο οργανωμένο λιανεμπόριο και στα convenience stores ακολουθεί ανοδική πορεία. Η αξία των πωλήσεων έφθασε το 2025 στα 501,4 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 13,7% σε σχέση με το 2024. Για το πρώτο επτάμηνο του 2026, οι πωλήσεις ανήλθαν σε 304,7 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 8,9% έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 2025. Η μέση ετήσια ανάπτυξη της κατηγορίας την περίοδο 2018-2025 ανέρχεται σε 6,5%. Η ανάπτυξη αυτή είναι αποτέλεσμα αυξημένου όγκου ζήτησης, ιδιαίτερα από την πανδημία και έπειτα, αλλά και αυξήσεων στις τιμές λόγω πρώτων υλών και ΕΦΚ.
Οι αλλαγές στην αγορά δεν αφορούν μόνο τις πωλήσεις, αλλά και το είδος του καφέ που επιλέγουν οι καταναλωτές για το σπίτι. Ο ελληνικός καφές εξακολουθεί να είναι ο δημοφιλέστερος τύπος σε όγκο, όμως το μερίδιό του μειώνεται σταδιακά. Στο YTD έως τον Ιούλιο του 2026 αντιστοιχεί στο 44,4% των όγκων, έναντι 51,3% το 2019. Αντίθετα, ο στιγμιαίος καφές ανακάμπτει τα τελευταία χρόνια και φθάνει το 27,1% στο ίδιο διάστημα. Παράλληλα, οι διάφορες μορφές espresso κερδίζουν σταθερά έδαφος. Οι κόκκοι espresso αντιστοιχούν πλέον στο 1,3%, ο αλεσμένος espresso στο 6,1% και οι κάψουλες στο 7,6% των όγκων.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με μια ευρύτερη μετατόπιση των καταναλωτών προς προϊόντα και λύσεις που επιτρέπουν να αναπαραχθεί στο σπίτι η εμπειρία της καφετέριας. Οι κάψουλες, ειδικότερα, διατηρούν υψηλότερη μέση τιμή σε σχέση με τις περισσότερες άλλες μορφές καφέ, γεγονός που δείχνει ότι ένα μέρος των καταναλωτών είναι διατεθειμένο να πληρώσει περισσότερο για ευκολία και σταθερότητα στο αποτέλεσμα.
Η μετατόπιση προς τον espresso δεν περιορίζεται στο προϊόν. Αντικατοπτρίζεται και στις συσκευές παρασκευής. Οι πωλήσεις μηχανών ζεστών ροφημάτων στην Ελλάδα έφθασαν τις 403.000 τεμάχια το 2025, αυξημένες κατά 17,5% σε σχέση με το 2023. Η μέση τιμή διαμορφώθηκε στα 83 ευρώ. Στο YTD Ιουλίου 2026, οι μηχανές espresso με κάψουλες κατέχουν το 43,2% των πωλήσεων σε τεμάχια, ενώ αναπτύσσονται επίσης οι πλήρως αυτόματες μηχανές espresso και οι μηχανές αλεσμένου espresso.
Η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή ενός καταναλωτή που δεν αναζητά απλώς έναν καφέ στο σπίτι, αλλά διαφορετικές εμπειρίες: από την ταχύτητα και την ευκολία έως την αναπαραγωγή της εμπειρίας της καφετέριας και την πιο premium καθημερινή κατανάλωση. Παράλληλα, αναπτύσσεται και η αγορά των έτοιμων (ready-to-drink) καφέδων. Η αξία της κατηγορίας έφθασε το 2025 στα 16,8 εκατ. ευρώ, αυξημένη κατά 6,3% σε σχέση με το 2024. Η κατηγορία εξυπηρετεί κυρίως την κατανάλωση grab and go, με το convenience να αποτελεί το βασικό κανάλι αγοράς. Ωστόσο, στο πρώτο επτάμηνο του 2026 η εικόνα είναι πιο συγκρατημένη: η αξία αυξήθηκε μόλις κατά 0,6%, καθώς η αύξηση της τιμής κατά 2,4% συνδυάστηκε με υποχώρηση του όγκου κατά 1,8%.
![]()
