Πέντε, έξι, επτά ή και περισσότερα φάρμακα την ημέρα είναι για πολλούς ηλικιωμένους μέρος της καθημερινότητας. Πίσω όμως από μια φαινομενικά «κανονική» αγωγή μπορεί να κρύβεται η πολυφαρμακία, με στοιχεία που δείχνουν ότι έως και τρεις στις δέκα επείγουσες εισαγωγές ηλικιωμένων στο νοσοκομείο συνδέονται με τη φαρμακευτική τους αγωγή.
Ο μέσος όρος πολυφαρμακίας στην Ευρώπη για άτομα άνω των 65 ετών είναι 36,2%.
Η κ. Σαρδέλλη εξηγεί ότι η πολυφαρμακία ορίζεται ως η ταυτόχρονη χρήση πολλών φαρμάκων από έναν ασθενή και στην κλινική πράξη και την έρευνα συνήθως αφορά τη λήψη πέντε ή περισσότερων φαρμάκων καθημερινά. Σε αυτά περιλαμβάνονται συνταγογραφούμενα φάρμακα, σκευάσματα χωρίς ιατρική συνταγή, αλλά και φυτικά ή άλλα συμπληρωματικά προϊόντα. Στον αριθμό αυτό, διευκρινίζει, δεν υπολογίζονται μόνο τα συνταγογραφούμενα φάρμακα, αλλά και τα μη συνταγογραφούμενα σκευάσματα, τα φυτικά προϊόντα και τα συμπληρώματα. Για τα επιδημιολογικά δεδομένα, η καθηγήτρια αναφέρει ότι στη διεθνή μελέτη γήρανσης SHARE, που δημοσιεύθηκε στις αρχές του 2025, ο μέσος όρος πολυφαρμακίας στην Ευρώπη για άτομα άνω των 65 ετών είναι 36,2%. Η Ελλάδα εμφανίζεται ανάμεσα στις χώρες με τη χαμηλότερη σχετική συχνότητα σε αυτή την ευρωπαϊκή καταγραφή, συγκριτικά με κράτη όπως η Πορτογαλία ή η Πολωνία, κάτι που ωστόσο έρχεται συχνά σε αντίθεση με την υψηλή κατά κεφαλήν δαπάνη και κατανάλωση σκευασμάτων. Άλλα δεδομένα, όπως μελέτη σε ΚΑΠΗ του νομού Αχαΐας, ανεβάζουν το ποσοστό ατόμων άνω των 65 ετών που λαμβάνουν περισσότερα από 5 φάρμακα σε 45,8%, ενώ μελέτη σε αστικούς πληθυσμούς της Αθήνας και Θεσσαλονίκης ηλικίας άνω των 60 ετών ανεβάζει αυτό το ποσοστό σε 56,5%. Υπάρχει αρκετή βιβλιογραφία για την εξέλιξη της πολυφαρμακίας στον χρόνο και αυτή φαίνεται να βαίνει αυξανόμενη.
Πτώσεις, γνωστική έκπτωση και νοσηλεία συνδέονται, σύμφωνα με την καθηγήτρια, με την πολυφαρμακία και επιβαρύνουν ιδιαίτερα την υγεία των ηλικιωμένων. Η ίδια σημειώνει ότι η πολυφαρμακία συνήθως προκαλεί πτώσεις, ευθραυστότητα, ανεπιθύμητες ενέργειες, αλληλεπιδράσεις φαρμάκων και γνωστική έκπτωση, καταστάσεις που συχνά οδηγούν σε νοσηλεία και αυξάνουν τον κίνδυνο ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων και άλλων επιπλοκών. Ακόμη και όταν ενδείκνυται, η πολυφαρμακία συνδέεται με μείωση της ποιότητας ζωής και της συμμόρφωσης με τη φαρμακοθεραπεία. Στο ερώτημα πόσες νοσηλείες ηλικιωμένων οφείλονται σε ανεπιθύμητες ενέργειες ή προβλήματα από φάρμακα και πόσες θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί, η κ. Σαρδέλλη απαντά ότι μεγάλες ευρωπαϊκές μεταναλύσεις δείχνουν σταθερά πως 1 στις 10 εισαγωγές, περίπου 10-12%, ηλικιωμένων ασθενών στα νοσοκομεία προκαλείται από ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων. Προοπτική μελέτη σε ελληνικό νοσοκομείο έδειξε ότι το 12,8% των συνολικών εισαγωγών σχετιζόταν άμεσα με ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων, ενώ γενικότερα τα ελληνικά δεδομένα ευθυγραμμίζονται με τη διεθνή βιβλιογραφία, δείχνοντας ότι έως και το 30% των μη προγραμματισμένων ή επειγουσών εισαγωγών ατόμων της τρίτης ηλικίας σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με τη φαρμακευτική τους αγωγή.
Στα γηροκομεία τα ποσοστά χρήσης ακατάλληλων φαρμάκων εκτινάσσονται στο 90,2%.
Σχετικά με το πόσο συχνά η πολυφαρμακία συνδέεται με δυνητικά ακατάλληλα φάρμακα και ποια σκευάσματα θέλουν ιδιαίτερη προσοχή στους ηλικιωμένους, η κ. Σαρδέλλη αναφέρει πως αυτό συμβαίνει συχνά. Όταν ένας ηλικιωμένος μπαίνει σε καθεστώς πολυφαρμακίας, οι πιθανότητες να του συνταγογραφηθεί ένα δυνητικά ακατάλληλο φάρμακο υπερδιπλασιάζονται, με αύξηση κατά 2,09 φορές, σε σχέση με ασθενείς που λαμβάνουν λιγότερα σκευάσματα. Μετα-αναλύσεις δείχνουν ότι μεταξύ των ηλικιωμένων σε πολυφαρμακία, το 39,6% έως 74% λαμβάνει ταυτόχρονα τουλάχιστον ένα δυνητικά ακατάλληλο φάρμακο. Σε δομές μακροχρόνιας φροντίδας και γηροκομεία, όπου η πολυφαρμακία αγγίζει το 85%-93%, τα ποσοστά χρήσης ακατάλληλων φαρμάκων εκτινάσσονται στο 90,2%. Σχεδόν κάθε ασθενής με βαριά πολυφαρμακία σε αυτές τις δομές παίρνει και ένα σκεύασμα που θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί. Η καθηγήτρια επισημαίνει ότι υπάρχουν ειδικοί κατάλογοι φαρμάκων στους οποίους μπορούν να ανατρέχουν οι επαγγελματίες υγείας για να συνταγογραφούν με ασφάλεια σε άτομα άνω των 65 ετών. Σε αυτούς περιλαμβάνονται περίπου 100 φάρμακα ή κατηγορίες φαρμάκων, από αναλγητικά και αντιβιοτικά έως φάρμακα για το ΚΝΣ, τον διαβήτη και τη γαστροπροστασία, τα οποία συνταγογραφούνται συχνά σε ηλικιωμένους και ευθύνονται για το μεγαλύτερο ποσοστό επιπλοκών σε αυτή την ηλικιακή ομάδα.
Ποιος πρέπει να ελέγχει την αγωγή και πόσο συχνά; Η κ. Σαρδέλλη σημειώνει ότι για τα συνταγογραφούμενα φάρμακα την ευθύνη έχουν ο γιατρός που εκδίδει τη συνταγή και ο φαρμακοποιός που την εκτελεί, ενώ για τα προϊόντα χωρίς ιατρική συνταγή και τα φυτικά ή άλλα συμπληρωματικά σκευάσματα την ευθύνη έχουν οι φαρμακοποιοί που τα διαθέτουν. Έχει αποδειχθεί, όπως λέει, ότι η προσφυγή σε πολλούς διαφορετικούς γιατρούς ή φαρμακεία αυξάνει τον κίνδυνο πολυφαρμακίας και των επιπλοκών της, γι’ αυτό και στις χώρες που διαθέτουν τέτοια συστήματα προτείνεται ο ετήσιος έλεγχος της φαρμακοθεραπείας επιλεγμένων ασθενών που βρίσκονται σε κίνδυνο, είτε από τον οικογενειακό ιατρό τους είτε, όπου υπάρχει δυνατότητα, από κλινικό φαρμακολόγο. Η ίδια προσθέτει ότι αυτό απαιτεί χρόνο και έχει κόστος, όποιος γιατρός και αν το αναλαμβάνει. Η μελέτη των τρεχουσών φαρμακοθεραπειών και η ενδεδειγμένη τροποποίησή τους από κλινικούς φαρμακολόγους δοκιμάζεται σε χώρες της Σκανδιναβίας και, όπως αναφέρει, φαίνεται πως είναι το καλύτερο μοντέλο.
Ιδιαίτερα σημαντικός είναι, σύμφωνα με την κ. Σαρδέλη, ο ρόλος του φαρμακοποιού. Ο ρόλος των φαρμακοποιών είναι πολύ σημαντικός είτε εκτελούν τις ιατρικές συνταγές είτε διαθέτουν προϊόντα χωρίς ιατρική συνταγή και φυτικά ή άλλα συμπληρωματικά σκευάσματα. Στην πρώτη περίπτωση, πριν χορηγήσουν τα συνταγογραφημένα σκευάσματα στους ασθενείς, ελέγχουν την ιατρική εντολή ως προς την ορθότητά της, διαπιστώνουν αν ο ασθενής είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει το συνταγογραφημένο φάρμακο και οφείλουν να παρεμβαίνουν επικοινωνώντας με τον γιατρό που εξέδωσε τη συνταγή, όταν εντοπίζουν ασυμβατότητα ανάμεσα στα φάρμακα ή άλλο πρόβλημα που θα θέσει σε κίνδυνο την υγεία και τη θεραπεία του ασθενούς. Στη δεύτερη περίπτωση, όπως σημειώνει, οι ευθύνες είναι ακόμη μεγαλύτερες, καθώς πρέπει και να επιλέγουν σωστά το μη συνταγογραφούμενο σκεύασμα που θα δώσουν, και να παρέχουν οδηγίες για την ορθή χρήση του, αλλά και να διασφαλίζουν ότι δεν αντενδείκνυται για τον συγκεκριμένο ασθενή, είτε λόγω της υγείας του είτε λόγω άλλων θεραπειών που λαμβάνει. Χρειάζεται, καταλήγει, πολύ καλή γνώση, έλεγχος του ιατρικού και φαρμακευτικού ιστορικού, τήρηση λεπτομερών αρχείων και αποφυγή χορήγησης σκευασμάτων μόνο επειδή τα ζητά ο ασθενής ή επειδή έχουν συνταγογραφηθεί σε άλλους ασθενείς που ο φαρμακοποιός θεωρεί ότι μοιάζουν με αυτόν που έχει απέναντί του. Τέλος, χρειάζεται απευθείας επικοινωνία με τον θεράποντα ιατρό, ώστε να συζητούνται σχετικά ζητήματα και να διορθώνονται τυχόν λάθη ή παραλείψεις.
![]()
