Με τρεις σοβαρές επισημάνσεις για κενά ασφαλείας, η Ρυθμιστική Αρχή Σιδηροδρόμων έδωσε τελικά το πράσινο φως για τη λειτουργία του ETCS στον βασικό άξονα Αθηνών – Θεσσαλονίκης, στο τμήμα Λάρισα – Πλατύ που είχε πληγεί από τις κακοκαιρίες Daniel και Elias.
Στην εγκριτική απόφαση της ΡΑΣ δεν συμπεριλαμβάνονται οι δύο σταθμοί, Λάρισα και Πλατύ, οι οποίοι εξαιρέθηκαν.
Η κρίσιμη παράμετρος, ωστόσο, δεν είναι μόνο η έγκριση του ETCS, αλλά και οι επισημάνσεις της Αρχής. Με απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 2026 και υπό την πίεση για έγκαιρη ολοκλήρωση και λειτουργία των έργων στον άξονα Αθηνών – Θεσσαλονίκης, κυρίως στο τμήμα της Θεσσαλίας, η ΡΑΣ ενέκρινε τη θέση σε λειτουργία της σταθερής εγκατάστασης του ETCS στο Λάρισα – Πλατύ.
Η απόφαση 67/2026 ελήφθη από την Ολομέλεια της ΡΑΣ, έπειτα από αίτηση που είχε υποβάλει στις 4 Μαΐου η εταιρεία Σιδηρόδρομοι Ελλάδος ΜΑΕ, και αφορά το υποτμήμα Α5, δηλαδή από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό Λάρισας έως τον Σιδηροδρομικό Σταθμό Πλατέως. Ωστόσο, λόγω της βιασύνης, όπως επισημαίνουν τα ίδια στελέχη, στην εγκριτική απόφαση δεν περιλαμβάνονται ούτε οι δύο σταθμοί, Λάρισα και Πλατύ, οι οποίοι εξαιρέθηκαν.
Επιπλέον, δεν περιλαμβάνεται το τμήμα Αχάρες (στο χωριό Βελεσιώτες) – Παλαιοφάρσαλος, μήκους 22 χιλιομέτρων, στο οποίο δεν λειτουργεί ούτε σηματοδότηση ούτε τηλεδιοίκηση, ενώ ακόμη και στον κεντρικό άξονα υπάρχουν σημεία όπου λειτουργεί μόνο η μία γραμμή (μονή γραμμή).
Η έγκριση της ΡΑΣ αφορά τμήμα μήκους περίπου 119 χιλιομέτρων, από τη χιλιομετρική θέση 448+885 έως τη θέση 568+141, όπου εγκαταστάθηκε ETCS επιπέδου 1 στο πλαίσιο της σύμβασης 10005/2007 της ΕΡΓΟΣΕ. Με αυτόν τον τρόπο ανοίγει ο δρόμος για την ενεργοποίηση και του αντίστοιχου παρατρόχιου συστήματος ελέγχου που βρίσκεται στις αμαξοστοιχίες, καθώς και του χειρισμού και της σηματοδότησης στο συγκεκριμένο τμήμα.
Πάντως, στο δεύτερο σκέλος της απόφασης 67/2026 της ΡΑΣ εντοπίζονται ουσιαστικά τρεις κίνδυνοι που εξακολουθούν να παραμονεύουν στο σιδηροδρομικό δίκτυο. Η Αρχή ζητά από τους Σιδηροδρόμους Ελλάδος, πρώην ΟΣΕ, να διερευνήσουν άμεσα την αναβάθμιση του συστήματος, ώστε να αντιμετωπίζονται κίνδυνοι που εξακολουθούν να καλύπτονται μόνο από χειρωνακτικές διαδικασίες διαχείρισης της κυκλοφορίας.
Το πρώτο σοβαρό ζήτημα που επισημαίνει η ΡΑΣ είναι ο κίνδυνος εκτροχιασμού λόγω υπέρβασης του ορίου ταχύτητας. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, με την παρούσα σχεδίαση το ERTMS, το συνολικό σύστημα που περιλαμβάνει το ETCS και το GSMR, δεν λαμβάνει υπόψη τους προσωρινούς περιορισμούς ταχύτητας.
Αυτό σημαίνει ότι οι βραδυπορίες εξακολουθούν να διαχειρίζονται χειρωνακτικά, με τη ΡΑΣ να επισημαίνει ρητά τους κινδύνους ανθρώπινου σφάλματος. Έτσι, σύμφωνα με την Αρχή, ένας μηχανοδηγός μπορεί να υπερβεί το καθορισμένο όριο ταχύτητας, χωρίς το ERTMS να ενεργοποιήσει αυτόματα την πέδηση.
Ο δεύτερος κίνδυνος αφορά το ενδεχόμενο εκτροχιασμού λόγω αστοχίας ή θραύσης σιδηροτροχιάς. Σύμφωνα με τη ΡΑΣ, το ERTMS, με την υφιστάμενη σχεδίασή του, δεν έχει τη δυνατότητα να ανιχνεύει σπασμένες σιδηροτροχιές, επειδή η ανίχνευση των συρμών γίνεται μέσω μετρητών αξόνων και όχι μέσω κυκλωμάτων τροχιάς.
Η τρίτη επισήμανση αφορά την προστασία του προσωπικού και τον κίνδυνο σύγκρουσης τρένου με εργαζομένους που βρίσκονται πάνω ή κοντά στις γραμμές. Η ΡΑΣ σημειώνει ότι, με την παρούσα σχεδίαση, το ERTMS δεν παρέχει δυνατότητα αποκλεισμού της τροχιάς και απαγόρευσης χάραξης πορείας όταν υπάρχουν βλάβες ή εκτελούνται εργασίες και, κατά συνέπεια, ενδέχεται να βρίσκεται προσωπικό πάνω στις γραμμές.
Για τους λόγους αυτούς, παράλληλα με την έγκριση λειτουργίας του ETCS στο Λάρισα – Πλατύ, η ΡΑΣ ζητά να διερευνηθεί η μελλοντική αναβάθμιση του συστήματος, ώστε οι συγκεκριμένοι κίνδυνοι να μην αντιμετωπίζονται αποκλειστικά μέσω χειρωνακτικών διαδικασιών. Παράλληλα, η Αρχή υποχρεώνει τους Σιδηροδρόμους Ελλάδος, ως διαχειριστή της υποδομής, να επικαιροποιήσει το ευρωπαϊκό Μητρώο Σιδηροδρομικής Υποδομής (RINF) πριν από την έναρξη λειτουργίας της νέας εγκατάστασης του ETCS.
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
