Μέσα σε κλίμα έντασης, αυστηρών ελέγχων και έντονων αντιδράσεων από συγγενείς θυμάτων και συνηγόρους, ξεκίνησε σήμερα η πολυαναμενόμενη δίκη για την τραγωδία των Τεμπών, με τη δικαστική αίθουσα να θυμίζει περισσότερο χώρο αποκλεισμού παρά τόπο απονομής δικαιοσύνης.
Από νωρίς το πρωί, η παρουσία ισχυρών αστυνομικών δυνάμεων, οι έλεγχοι ταυτοτήτων και οι περιορισμοί στην είσοδο δημιούργησαν εκρηκτικό κλίμα μέσα και έξω από το δικαστήριο. Συγγενείς θυμάτων κατήγγειλαν ότι δεν τους επετράπη η είσοδος, επειδή δεν έχουν δηλώσει παράσταση υποστήριξης της κατηγορίας, ενώ πολλοί εξ αυτών αντέδρασαν έντονα στο ενδεχόμενο να παρακολουθήσουν τη διαδικασία από οθόνες και όχι από την ίδια την αίθουσα.
Ο Χρήστος Χούπας, πατέρας θύματος, εξέφρασε με σπαρακτικά λόγια την αγανάκτησή του, δηλώνοντας πως είναι αδιανόητο να αναγκάζεται να βλέπει από μόνιτορ τη δίκη για το παιδί του. Στο ίδιο μήκος κύματος, η Μαρία Καρυστιανού ξεκαθάρισε ότι οι συγγενείς δεν πρόκειται να αποδεχθούν να μείνουν εκτός αίθουσας, τονίζοντας πως «δεν μπορεί να γίνει η δίκη αν δεν είμαστε οι συγγενείς μέσα» και χαρακτηρίζοντας αυτονόητη την παρουσία τους στη διαδικασία.
Η ένταση κορυφώθηκε όταν η ίδια αντέδρασε ανοιχτά προς την έδρα για τη θέση των συγγενών στην αίθουσα, ενώ σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, από την πλευρά της έδρας ειπώθηκε πως όποιος δεν συμφωνεί με τη θέση που του έχει δοθεί, μπορεί να αποχωρήσει. Ανάλογη αντίδραση υπήρξε και για την απαγόρευση φωτογραφιών και βίντεο, με συγγενείς και συνηγόρους να μιλούν για απαράδεκτους περιορισμούς σε μια ιστορική δίκη με τεράστιο κοινωνικό βάρος.
Τη δυσαρέσκειά τους για τις συνθήκες εξέφρασαν και άλλοι συγγενείς, όπως ο Πάνος Ρούτσι, που ζήτησε να βρίσκονται όλοι παρόντες στην ίδια αίθουσα, μιλώντας για έλλειψη σεβασμού απέναντι σε ανθρώπους που δίνουν εδώ και χρόνια αγώνα για δικαιοσύνη. Στο ίδιο πλαίσιο, η Άλμα Λάτα ζήτησε να επιτραπεί τουλάχιστον η παρουσία ενός συγγενή από κάθε θύμα.
Σφοδρή κριτική ασκήθηκε και για την ίδια τη διαμόρφωση του χώρου. Η δικηγόρος Μαίρη Χατζηκωνσταντίνου περιέγραψε την αίθουσα ως «μεζονέτα» και υποστήριξε ότι δεν πληροί τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις για τη διεξαγωγή μιας τόσο κρίσιμης δίκης. Όπως ανέφερε, δεν είναι δυνατόν διάδικοι να παρακολουθούν τη διαδικασία από βίντεο, σε έναν χώρο που δεν διασφαλίζει ούτε τη σοβαρότητα ούτε τη δημοσιότητα που απαιτείται.
Στην κύρια αίθουσα προβλέπονται 250 θέσεις για δικηγόρους, 138 για διαδίκους, 36 για κατηγορούμενους, 20 για δημοσιογράφους και 10 για δικαστές, σύνολο 454 θέσεις. Ωστόσο, παρά τις αλλαγές που έγιναν μετά την πρώτη εικόνα που είχε προκαλέσει κατακραυγή, εξακολουθεί να μην υπάρχει χώρος για όλους τους συγγενείς των θυμάτων, οι οποίοι οδηγούνται στον κάτω όροφο για να παρακολουθούν τη δίκη από ειδικές οθόνες.
Την ίδια ώρα, δυνάμεις της ΟΠΚΕ βρίσκονταν ακόμη και εντός του κτιρίου, στις σκάλες που οδηγούν στην αίθουσα, προκαλώντας νέες αντιδράσεις. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου συγκρούστηκε λεκτικά με τον πρόεδρο της Ολομέλειας των δικηγορικών συλλόγων, θέτοντας ανοιχτά το ερώτημα γιατί οι δικηγόροι αστυνομεύονται σαν να είναι ύποπτοι. Παράλληλα, απαίτησε η διαδικασία να καταγράφεται και να μαγνητοσκοπείται.
Νωρίτερα, ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης είχε υποστηρίξει ότι τα τελευταία τρία χρόνια έγιναν σημαντικές παρεμβάσεις ώστε να διευκολυνθεί η δίκη και να ξεκινήσει χωρίς περαιτέρω καθυστερήσεις, κάνοντας λόγο για έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο. Ωστόσο, η εικόνα που διαμορφώθηκε από το πρωί, με καθυστερήσεις στην έναρξη, ελέγχους, αποκλεισμούς και διαρκείς εντάσεις, έδειξε ότι η πρώτη μέρα μόνο ομαλή δεν ήταν.
Η δίκη για τα Τέμπη ξεκινά τελικά με το πιο βαρύ φορτίο: όχι μόνο το αίτημα για απόδοση ευθυνών, αλλά και την οργή των οικογενειών που νιώθουν πως, ακόμη και τώρα, πρέπει να παλέψουν για το αυτονόητο — να είναι παρούσες, να βλέπουν, να ακούν και να μην αντιμετωπίζονται σαν ενοχλητικοί θεατές στη δική τους τραγωδία.
![]()

