Θέουτα και Ελλάδα: είναι έτοιμος ο κρατικός μηχανισμός για μια νέα κρίση;

Θέουτα και Ελλάδα: είναι έτοιμος ο κρατικός μηχανισμός για μια νέα κρίση;

Η κρίση στη Θέουτα έδειξε με καθαρό τρόπο ότι η εργαλειοποίηση των μεταναστευτικών ροών αγγίζει άμεσα την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Το ερώτημα για την Ελλάδα είναι αν είναι έτοιμη να διαχειριστεί μια νέα κρίση τύπου Θέουτα.

Δεν θα κριθεί μόνο από τη φύλαξη των συνόρων, αλλά και από την πληροφοριακή ανθεκτικότητα, την επιχειρησιακή ετοιμότητα και τη στρατηγική επικοινωνία.

Για να δοθεί απάντηση, πρέπει να φανεί αν ο κρατικός μηχανισμός μπορεί να λειτουργήσει ως ενιαίο και αλληλοσυνδεόμενο σύστημα ανθεκτικότητας.

Με αυτό το σκεπτικό, ένα ολιστικό μοντέλο πέντε πυλώνων μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο για την αξιολόγηση της ελληνικής ετοιμότητας.

Το μοντέλο αυτό είχε παρουσιαστεί και αναλυθεί σε προηγούμενο άρθρο με τίτλο: «Απαιτείται ένα ολιστικό μοντέλο Ευρωπαϊκής και Εθνικής Ανθεκτικότητας για την αντιμετώπιση της Εργαλειοποίησης των Μεταναστευτικών Ροών».

Η αξιολόγηση ξεκινά από τον 1ο Πυλώνα του ολιστικού Μοντέλου, που αφορά τη Συνοριακή Ασφάλεια.

Η συνοριακή ασφάλεια δεν περιορίζεται στη φυσική επιτήρηση των συνόρων, αλλά συνδέεται και με την ικανότητα του κράτους να γνωρίζει τι συμβαίνει στον εθνικό του χώρο, να εντοπίζει έγκαιρα ασυνήθιστες δραστηριότητες και να εκτιμά πιθανές απειλές.

Με άλλα λόγια, βασική προϋπόθεση είναι η έγκαιρη ανίχνευση και η επίγνωση της κατάστασης (situational awareness).

Η έγκαιρη ανίχνευση δεν αφορά μόνο την τεχνολογία, αλλά και την ικανότητα του κράτους να εντοπίζει ασυνήθιστα συμβάντα, να τα αξιολογεί εγκαίρως και να μετατρέπει την πληροφορία σε επιχειρησιακή επίγνωση.

Η πρώτη και θεμελιώδης προϋπόθεση για την αντιμετώπιση μιας νέας κρίσης τύπου Θέουτα είναι να αντιληφθεί το κράτος έγκαιρα ότι κάτι έχει αλλάξει στο περιβάλλον ασφάλειας των συνόρων του.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν η Ελλάδα διαθέτει μέσα επιτήρησης, αλλά αν τα διαθέσιμα μέσα, οι υπηρεσίες και οι πληροφορίες μπορούν να λειτουργήσουν έτσι ώστε να αναγνωρίζεται έγκαιρα μια ασυνήθιστη δραστηριότητα.

Για παράδειγμα, σε περίπτωση απότομης και μεγάλης κλίμακας μεταβολής των μεταναστευτικών ροών, μπορεί ο κρατικός μηχανισμός να διαπιστώσει μέσα στις πρώτες ώρες ότι βρίσκεται μπροστά σε κάτι που υπερβαίνει ένα συνηθισμένο μεταναστευτικό περιστατικό;

Υπάρχει η δυνατότητα έγκαιρης ανίχνευσης, ώστε το κράτος να ξεχωρίσει μια φυσιολογική μεταβολή των ροών από μια αιφνίδια, οργανωμένη ή ασυνήθιστη εξέλιξη;

Η σημασία του ζητήματος μεγαλώνει ακόμη περισσότερο, καθώς στο σύγχρονο περιβάλλον ασφάλειας μια κρίση μπορεί να εκδηλωθεί ταυτόχρονα σε διαφορετικά πεδία.

Η αποτελεσματική συνοριακή ασφάλεια, λοιπόν, προϋποθέτει πολυεπίπεδη επιτήρηση και σύνθεση πληροφοριών από διαφορετικές πηγές, ώστε τα επιμέρους δεδομένα να αξιολογούνται ως μέρος μιας ενιαίας εικόνας της κατάστασης.

Ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Ελλάδα διαθέτει μηχανισμό που μπορεί να συνδυάζει έγκαιρα τις πληροφορίες από διαφορετικά πεδία και να αναγνωρίζει ότι επιμέρους γεγονότα ίσως συνδέονται σε μια ενιαία εξέλιξη.

Για παράδειγμα:

Ποιος αποφασίζει ότι μια ασυνήθιστη εξέλιξη συνιστά ζήτημα εθνικής ασφάλειας;

Υπάρχουν προκαθορισμένα κριτήρια και επίπεδα συναγερμού;

Ποιος έχει την αρμοδιότητα να ενεργοποιήσει τον αντίστοιχο μηχανισμό;

Πόσο γρήγορα φτάνει η πληροφορία από το πεδίο στο επίπεδο λήψης αποφάσεων;

Ένα ανθεκτικό σύστημα συνοριακής ασφάλειας πρέπει να διαθέτει προκαθορισμένες δυνατότητες έγκαιρης ανίχνευσης, αναγνώρισης, αξιολόγησης και προειδοποίησης.

Αν αύριο εκδηλωθεί μια νέα κρίση τύπου Θέουτα, ποιος θα είναι ο πρώτος κρατικός μηχανισμός που θα καταλάβει ότι η κατάσταση έχει αλλάξει;

Και πόσος χρόνος θα χρειαστεί μέχρι αυτή η διαπίστωση να μετατραπεί σε επίσημη επιχειρησιακή εκτίμηση;

Η συνοριακή ασφάλεια δεν κρίνεται μόνο από την αντίδραση όταν η κρίση έχει ήδη ξεσπάσει, αλλά κυρίως από την έγκαιρη αναγνώριση της αλλαγής και την ενεργοποίηση των κατάλληλων μηχανισμών.

Στη συνέχεια, ο 2ος Πυλώνας του ολιστικού Μοντέλου Ευρωπαϊκής και Εθνικής Ανθεκτικότητας, που μπορεί να αξιοποιηθεί για την αποτίμηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας του κρατικού μηχανισμού, είναι η Πληροφοριακή Ανθεκτικότητα.

Σε μια νέα κρίση τύπου Θέουτα, το κρίσιμο ζήτημα είναι αν το κράτος μπορεί να μετατρέψει γρήγορα και αξιόπιστα τα επιμέρους δεδομένα από διαφορετικές πηγές σε ενιαία επιχειρησιακή εικόνα της κατάστασης.

Η πληροφοριακή ανθεκτικότητα δεν εξαντλείται στην ικανότητα των κρατικών υπηρεσιών να συλλέγουν πληροφορίες. Χρειάζεται και η δυνατότητα συγκέντρωσης, διασταύρωσης, αξιολόγησης και σύνθεσής τους, ώστε ένα αρχικά ασαφές ή αποσπασματικό περιστατικό να μετατρέπεται έγκαιρα σε αξιόπιστη γνώση για τη λήψη αποφάσεων.

Άλλο πράγμα είναι η συλλογή πληροφοριών και άλλο η παραγωγή επιχειρησιακής γνώσης.

Η πρώτη απαντά στο ερώτημα «τι γνωρίζουμε», ενώ η δεύτερη στο κρίσιμο ερώτημα «τι σημαίνουν όλα αυτά που γνωρίζουμε».

Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει πολλαπλές πηγές πληροφόρησης, τεχνολογικά μέσα επιτήρησης, εξειδικευμένες υπηρεσίες, πληροφορίες από συμμάχους και δεδομένα ανοικτών πηγών.

Η πληροφοριακή του ανθεκτικότητα, όμως, δεν κρίνεται από τον όγκο των πληροφοριών που διαθέτει, αλλά από την ικανότητά του να τις συνδέει, να τις διασταυρώνει και να τις αξιολογεί έγκαιρα, ώστε να παράγει μια κοινή και επιχειρησιακά αξιοποιήσιμη εικόνα της κατάστασης.

Σε μια νέα κρίση τύπου Θέουτα, πρέπει να υπάρχουν από πριν απαντήσεις σε μια σειρά κρίσιμων ερωτημάτων:

Ποιος συλλέγει την αρχική πληροφορία;

Ποιος έχει την ευθύνη της διασταύρωσής της;

Ποιος αξιολογεί την αξιοπιστία και τη σημασία της;

Πώς συνδυάζονται οι πληροφορίες από διαφορετικούς κρατικούς φορείς;

Πώς ενσωματώνονται οι πληροφορίες από ευρωπαϊκούς και συμμαχικούς μηχανισμούς;

Ποιος μετατρέπει τα επιμέρους δεδομένα σε κοινή επιχειρησιακή εικόνα;

Πόσο γρήγορα φτάνει αυτή η εικόνα στην πολιτική ηγεσία;

Πώς διαχωρίζεται η επιβεβαιωμένη πληροφορία από την εκτίμηση, την υπόθεση ή την παραπληροφόρηση;

Ο πληροφοριακά ανθεκτικός κρατικός μηχανισμός δεν είναι εκείνος που διαθέτει μόνο πληροφορίες, αλλά εκείνος που μπορεί να τις μετατρέπει έγκαιρα σε κοινή επιχειρησιακή γνώση και βάση λήψης αποφάσεων.

Το πραγματικό ζητούμενο της πληροφοριακής ανθεκτικότητας είναι να μην υπάρχουν απλώς πολλές πληροφορίες, αλλά η σωστή γνώση τη σωστή στιγμή για τη σωστή απόφαση.

Ο 3ος Πυλώνας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αποτίμηση της ετοιμότητας του κρατικού μηχανισμού είναι η Θεσμική και Επιχειρησιακή Διαλειτουργικότητα.

Το επόμενο κρίσιμο ζήτημα είναι αν οι διαφορετικοί κρατικοί μηχανισμοί μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα ενιαίο σύστημα διαχείρισης της κρίσης.

Η διαλειτουργικότητα αφορά την ικανότητα διαφορετικών θεσμών, οργανισμών και επιχειρησιακών μηχανισμών να λειτουργούν συντονισμένα, να ανταλλάσσουν πληροφορίες, να λαμβάνουν αποφάσεις και να ενεργούν ως συνεκτικό σύστημα απέναντι σε μια σύνθετη κρίση.

Υπό αυτή την έννοια, η διαλειτουργικότητα μπορεί να εξεταστεί σε τέσσερις αλληλένδετες διαστάσεις:

την επιχειρησιακή,

την πληροφοριακή,

τη θεσμική / διοικητική και

τη Στρατηγική Επικοινωνία.

Αν η Πληροφοριακή Ανθεκτικότητα αφορά την ικανότητα του κράτους να παράγει κοινή επιχειρησιακή γνώση, η πληροφοριακή διαλειτουργικότητα αφορά την ικανότητα των διαφορετικών κρατικών μηχανισμών να λειτουργούν πάνω στην ίδια εικόνα της κατάστασης.

Στην επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα, σε μια κρίση που εκδηλώνεται στα σύνορα, μπορεί να απαιτηθεί η ταυτόχρονη ή διαδοχική ενεργοποίηση περισσότερων από έναν μηχανισμούς, όπως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Λιμενικού, της Ελληνικής Αστυνομίας, της ΕΥΠ, της Πολιτικής Προστασίας και άλλων αρμόδιων φορέων και Υπουργείων.

Το ζητούμενο δεν είναι μόνο αν υπάρχουν όλοι αυτοί οι μηχανισμοί, αλλά αν γνωρίζουν από πριν πώς θα λειτουργήσουν μαζί.

Συγκεκριμένα:

Ποιος εντοπίζει και ποιος αναλαμβάνει την αρχική αντίδραση;

Ποιος έχει την επιχειρησιακή ευθύνη όταν μια κρίση ξεπερνά τα όρια της αρμοδιότητας ενός φορέα;

Πότε και με ποια διαδικασία ενεργοποιούνται οι υπόλοιποι μηχανισμοί;

Ποιος συντονίζει τις επιχειρησιακές ενέργειες;

Ποιος αποφασίζει για την κλιμάκωση της αντίδρασης;

Υπάρχουν προκαθορισμένα πρωτόκολλα για μια κρίση που δεν υπάγεται εξαρχής σε έναν μόνο κρατικό φορέα;

Στην πληροφοριακή διαλειτουργικότητα, πρέπει να είναι σαφές:

Ποιος γνωρίζει τι;

Ποιος ενημερώνει ποιον;

Με ποια διαδικασία διαβιβάζεται μια κρίσιμη πληροφορία;

Ποιος έχει πρόσβαση στην κοινή επιχειρησιακή εικόνα;

Ποιος αξιολογεί τις πληροφορίες που προέρχονται από διαφορετικούς φορείς;

Και κυρίως, μπορούν οι διαφορετικοί μηχανισμοί να λειτουργήσουν πάνω στην ίδια εικόνα της κατάστασης ή ο καθένας χρησιμοποιεί διαφορετικά δεδομένα;

Η τρίτη διάσταση αφορά τη θεσμική και διοικητική διαλειτουργικότητα.

Σε μια σύνθετη κρίση, η αλληλοεπικάλυψη αρμοδιοτήτων ή η αβεβαιότητα για το ποιος έχει την ευθύνη μπορεί να καθυστερήσει τη λήψη αποφάσεων σε μια στιγμή που ο χρόνος είναι κρίσιμος.

Γι’ αυτό, πριν ξεσπάσει μια κρίση, πρέπει να είναι απολύτως σαφές:

Ποιος έχει την πολιτική ευθύνη;

Ποιος έχει την επιχειρησιακή ευθύνη;

Ποιος συντονίζει τους εμπλεκόμενους φορείς;

Ποιος ενεργοποιεί τον μηχανισμό διαχείρισης κρίσης;

Πότε και με ποια κριτήρια ενεργοποιείται το ΚΥΣΕΑ ή άλλο ανώτατο επίπεδο πολιτικού συντονισμού;

Ποιος έχει την εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις όταν η κρίση εξελίσσεται ταχύτερα από τις συνήθεις διοικητικές διαδικασίες;

Η θεσμική ανθεκτικότητα δεν κρίνεται μόνο από το αν υπάρχουν νόμοι, αρμοδιότητες και οργανωτικές δομές, αλλά από το αν οι αρμοδιότητες αυτές μετατρέπονται σε λειτουργικό μηχανισμό λήψης αποφάσεων υπό συνθήκες πίεσης.

Τέλος, η τέταρτη διάσταση αφορά τη Στρατηγική Επικοινωνία, που είναι μέρος της διαχείρισης της κρίσης. Το κράτος πρέπει να μπορεί να διαμορφώνει έγκαιρα μια ενιαία, τεκμηριωμένη και συνεκτική θέση, η οποία να αντανακλά την πραγματική επιχειρησιακή και πληροφοριακή εικόνα.

Σε μια νέα κρίση τύπου Θέουτα, πρέπει να είναι από την αρχή σαφές:

Ποιος ενημερώνει την πολιτική ηγεσία;

Ποιος διαμορφώνει την επίσημη κρατική θέση;

Ποιος αποφασίζει τι μπορεί και τι δεν μπορεί να δημοσιοποιηθεί;

Ποιος εκπροσωπεί το Κράτος;

Πώς διασφαλίζεται ότι διαφορετικοί υπουργοί και κρατικοί φορείς δεν μεταφέρουν διαφορετικές ή αντικρουόμενες εκδοχές της ίδιας κρίσης;

Πώς συνδέεται η Στρατηγική Επικοινωνία με την πραγματική επιχειρησιακή και πληροφοριακή εικόνα;

Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι κρίσιμη, γιατί μια κρίση μπορεί να συνοδεύεται από παραπληροφόρηση, εργαλειοποίηση των κοινωνικών δικτύων, διεθνή δημοσιότητα και προσπάθειες επηρεασμού της κοινής γνώμης.

Η Πολιτεία δεν χρειάζεται μόνο έναν εκπρόσωπο που θα μιλήσει, αλλά έναν μηχανισμό Στρατηγικής Επικοινωνίας ενσωματωμένο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Ο μηχανισμός αυτός πρέπει να είναι προκαθορισμένος και ενταγμένος εξαρχής στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Ο 4ος Πυλώνας που μπορεί να αξιοποιηθεί για την αποτίμηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας του κρατικού μηχανισμού είναι η Κοινωνική Ανθεκτικότητα.

Η Κοινωνική Ανθεκτικότητα αφορά την ικανότητα της κοινωνίας να αντιλαμβάνεται, να απορροφά και να διαχειρίζεται τις επιπτώσεις μιας μεγάλης και αιφνίδιας κρίσης, χωρίς να διαταράσσεται η κοινωνική συνοχή και η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς.

Σε μια νέα κρίση τύπου Θέουτα, η απότομη αύξηση των μεταναστευτικών ροών μπορεί να πιέσει τις τοπικές κοινωνίες, τις υποδομές, τις υπηρεσίες και το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.

Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η επιχειρησιακή διαχείριση της κρίσης, αλλά και η ανθεκτικότητα της κοινωνίας απέναντι στον πανικό, τις εντάσεις, την παραπληροφόρηση και την απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς.

Η κοινωνία δεν είναι μόνο αποδέκτης των κρατικών αποφάσεων, αλλά μέρος του πεδίου της κρίσης και της εθνικής ανθεκτικότητας.

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να εξεταστεί αν υπάρχουν:

Μηχανισμοί έγκαιρης και αξιόπιστης ενημέρωσης των πολιτών,

Σχέδια υποστήριξης των τοπικών κοινωνιών που ενδέχεται να δεχθούν την κύρια πίεση,

Επαρκείς υποδομές και υπηρεσίες για την αντιμετώπιση μιας μεγάλης και αιφνίδιας μεταβολής, και κυρίως,

Μηχανισμός αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης και των κοινωνικών εντάσεων που μπορεί να συνοδεύσουν μια τέτοια κρίση.

Για να υπάρξει κοινωνική ανθεκτικότητα, το κράτος πρέπει να έχει προετοιμάσει την κοινωνία, ώστε να μπορεί να παραμείνει λειτουργική, ψύχραιμη και συνεκτική υπό συνθήκες μεγάλης πίεσης, αλλά και να διαχειριστεί τις κοινωνικές επιπτώσεις μιας παρατεταμένης κρίσης.

Τέλος, καθοριστικό ρόλο στην αποτίμηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας του κρατικού μηχανισμού έχει η Ευρωπαϊκή και Διεθνής Συνεργασία.

Μια νέα κρίση τύπου Θέουτα δεν θα είναι μόνο ελληνική υπόθεση, αλλά και ευρωπαϊκό και διεθνές ζήτημα.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα μπορεί να ενεργοποιήσει άμεσα και συντονισμένα τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς μηχανισμούς υποστήριξης, αντί να αναζητά εκ των υστέρων λύσεις όταν η κρίση έχει ήδη κλιμακωθεί.

Σε μια τέτοια περίπτωση πρέπει να είναι σαφές:

Πότε και με ποια διαδικασία ενημερώνονται οι ευρωπαϊκοί και διεθνείς θεσμοί;

Πώς ενεργοποιούνται οι διαθέσιμοι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί και οργανισμοί;

Ποιος εκπροσωπεί την Ελλάδα στις ευρωπαϊκές διαδικασίες διαχείρισης της κρίσης;

Πώς διασφαλίζεται η ανταλλαγή πληροφοριών και η κοινή επιχειρησιακή εικόνα με τους ευρωπαίους εταίρους;

Πώς μετατρέπεται μια ελληνική κρίση στα εξωτερικά σύνορα σε ευρωπαϊκή υπόθεση, όταν τα χαρακτηριστικά της υπερβαίνουν τις εθνικές δυνατότητες αντιμετώπισης;

Η Ευρωπαϊκή και Διεθνής Συνεργασία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μηχανισμός έκτακτης βοήθειας που ενεργοποιείται αφού ξεσπάσει η κρίση, αλλά ως αναπόσπαστο μέρος της εθνικής προετοιμασίας.

Η Ελλάδα δεν πρέπει απλώς να γνωρίζει ποιον θα καλέσει όταν ξεσπάσει η κρίση, αλλά να έχει ορίσει από πριν τα δίκτυα συνεργασίας, τα κανάλια επικοινωνίας, τις διαδικασίες ενεργοποίησης και τους μηχανισμούς κοινής δράσης που θα ενεργοποιήσει.

Το κρίσιμο ερώτημα για την Ελλάδα, αν εκδηλωθεί μια νέα κρίση τύπου Θέουτα, είναι αν θα την αντιμετωπίσει μόνη της ή αν θα έχει από τις πρώτες ώρες της κρίσης ένα ευρωπαϊκό και διεθνές δίκτυο υποστήριξης και κοινής δράσης.

Μια νέα κρίση τύπου Θέουτα δεν θα κριθεί μόνο από το πόσο αποτελεσματικά θα αντιδράσει η Ελλάδα τη στιγμή που θα εκδηλωθεί.

Θα κριθεί από το πόσο καλά θα έχει προετοιμαστεί πριν από αυτήν.

Η Ελλάδα, αντί να περιμένει την επόμενη κρίση, είναι χρήσιμο να υιοθετήσει τον μηχανισμό των πέντε πυλώνων του Μοντέλου Ευρωπαϊκής και Εθνικής Ανθεκτικότητας, ώστε να αξιολογήσει την επιχειρησιακή ετοιμότητα του κρατικού μηχανισμού της χώρας.

Η πραγματική ανθεκτικότητα ενός κράτους δεν αποδεικνύεται όταν ξεσπάσει η κρίση, αλλά από την ετοιμότητά του πριν από αυτήν.

Loading

Play