Τζάκι και καυσόξυλα: Ποια είδη ξύλου είναι κατάλληλα, σύμφωνα με έρευνα καθηγητή του Παν. Θεσσαλίας

Τζάκι και καυσόξυλα: Ποια είδη ξύλου είναι κατάλληλα, σύμφωνα με έρευνα καθηγητή του Παν. Θεσσαλίας

Με το κρύο να φέρνει ξανά το τζάκι στο επίκεντρο του σπιτιού, ο Γιώργος Μαντάνης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας εξηγεί ποια τζάκι και καυσόξυλα είναι πραγματικά κατάλληλα και γιατί δεν κάνουν όλα τα ξύλα για καύση. Από το προσάναμμα μέχρι την κύρια φλόγα, ο τύπος του ξύλου, η υγρασία του και το μέγεθός του επηρεάζουν άμεσα τη λειτουργία και την απόδοση.

Όπως αναφέρει ο καθηγητής στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, άλλα είδη ενδείκνυνται για «προσάναμμα» και άλλα για «κύρια καύση», που πρέπει να διαρκεί πολλές ώρες. «Επιπρόσθετα, η φωτιά στο τζάκι εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό κι από το μέγεθος των καυσόξυλων που επιλέγουμε, καθώς επίσης και από την υγρασία τους. Τα πιο συνηθισμένα στη χώρα μας είδη, κατάλληλα για καυσόξυλα, είναι η δρυς, το πουρνάρι, η ελιά, η οξιά κ.α. Καλύτερα καυσόξυλα είναι σίγουρα η λευκή δρυς και το πουρνάρι, επίσης και η ελιά. Διαλέγουμε τα καυσόξυλα που επιθυμούμε και τα προμηθευόμαστε έγκαιρα, ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο ξερά. Η καλύτερη εποχή είναι το καλοκαίρι, το πολύ μέχρι τα μέσα του Σεπτέμβρη. Αρκετά καλής ποιότητας καυσόξυλα παράγονται κι από άλλα είδη, π.χ. αείφυλλα πλατύφυλλα (αριά, κουμαριά, φιλύκι) και άλλα οπωροφόρα δέντρα, λ.χ. μηλιά, κερασιά, αμυγδαλιά. Η χρήση ξύλου ψευδοακακίας ή καστανιάς ή καρυδιάς (προερχόμενης από δασικές φυτείες) για καυσόξυλα είναι απολύτως ακατάλληλη».

Η δρυς προτιμάται στις περισσότερες περιπτώσεις, γιατί δίνει ωραία φλόγα χωρίς προβλήματα και έχει μεγάλη διάρκεια καύσης. Παράλληλα, ρόλο παίζει η διαθεσιμότητα των καυσόξυλων: στα νησιά χρησιμοποιείται συχνά η ελιά, ενώ στις περιοχές κοντά στην οροσειρά της Πίνδου η οξιά ανταγωνίζεται τις δρύες. Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο τρόπος αποθήκευσης, αφού τα καλύτερα καυσόξυλα είναι εκείνα που έχουν μείνει για πάνω από δύο χρόνια και έχουν στεγνώσει πλήρως. Πρέπει να φυλάσσονται σε στεγασμένο και καλά αεριζόμενο χώρο, με υγρασία γύρω στο 20%, ενώ δεν είναι σωστό να αγοράζουμε «χλωρά» καυσόξυλα, ιδίως μέσα στο καταχείμωνο, όταν η υγρασία τους μπορεί να ξεπερνά και το 50%.

Ορισμένα ξύλα βγάζουν πολύ καπνό και δυσάρεστη οσμή, ενώ άλλα δυσκολεύονται να ανάψουν και δεν αποδίδουν τη θερμότητα που χρειάζεται ο χώρος. Ανάλογα με το μέγεθος του δωματίου, ο κ. Μαντάνης προτείνει ως προσάναμμα ή στα πρώτα στάδια της καύσης «μαλακή ξυλεία», δηλαδή πεύκο, έλατο ή λεύκα, που «αρπάζουν» εύκολα και δίνουν γρήγορα μεγαλύτερη φλόγα, αν και μπορεί να «σκάνε». Για αυτό προτιμώνται συχνά πιο ασφαλείς λύσεις, όπως λεπτά κλαδιά ή μικρά ξύλα ανάμεσα στα κύρια καυσόξυλα ή οι «πλακέτες προσανάμματος» του εμπορίου. Στην κύρια καύση χρησιμοποιούνται ξύλα πλατυφύλλων, όπως δρύες, οξιά, ελιά και πουρνάρι, που είναι βαριά, πυκνά και καίγονται με ήρεμη, μακριά φλόγα. Τα πεύκα, αντίθετα, πρέπει να αποφεύγονται ως κύρια καυσόξυλα, επειδή είναι πολύ εύφλεκτα και επικίνδυνα για ανεξέλεγκτη καύση.

Μιλώντας για φωτιά στο σπίτι, ο καθηγητής επιμένει στην προσοχή και προτείνει, για λόγους ασφάλειας αλλά και καλύτερης απόδοσης, τα τζάκια με κλειστή εστία. Το σπινθηροβόλημα μπορεί να είναι ευχάριστο και ρομαντικό, όμως μπορεί να κάνει ζημιά σε χαλιά, μοκέτες, έπιπλα και στο ίδιο το σπίτι, ενώ το τρίξιμο και το «σκάσιμο» των ξύλων εκτοξεύουν αναμμένα κομμάτια. Γι’ αυτό συστήνει να προστατεύεται το σαλόνι και το καθιστικό με ειδικό τζάμι ή πλέγμα και να μην αφήνεται ποτέ το τζάκι χωρίς επίβλεψη, ειδικά όταν είναι ανοιχτής εστίας. Παράλληλα, πρέπει να αποφεύγεται η καύση παλιών επίπλων, μοριοπλακών, ινοπλακών (MDF), κόντρα-πλακέ ή προϊόντων με μελαμίνες, επειδή περιέχουν συνθετικά υλικά και χημικές ουσίες που παράγουν τοξικές αναθυμιάσεις και επικίνδυνα καυσαέρια.

Για να αποδίδει καλύτερα το τζάκι, ο κ. Μαντάνης τονίζει ότι μετρά πρώτα η ίδια η κατασκευή. «Το τζάκι και η κατασκευή του είναι το πρώτο ζητούμενο. Το τζάκι αποτελεί μία μικρή κατασκευή που πρέπει να είναι καλοσχεδιασμένη, ώστε

Loading

Play