Ανθρώπινες ιστορίες απέναντι σε θρίλερ στις ταινίες πρώτης προβολής

Ανθρώπινες ιστορίες απέναντι σε θρίλερ στις ταινίες πρώτης προβολής

Ταινίες πρώτης προβολής ξεκινούν απόψε με ένα ακόμη γεμάτο κινηματογραφικό επταήμερο. Από τις εννέα συνολικά ταινίες, οι τέσσερις βάζουν στο κέντρο τους την ανθρωπιά και ζητήματα που σημάδεψαν την ιστορία μας, απέναντι σε τέσσερα θρίλερ με δόσεις τρόμου, ενώ δεν λείπει και το απαραίτητο παιδικό animation. Ξεχωρίζουν η «Βασίλισσα στη Θάλασσα», το φιλμ «Ένα Φως που Δεν Σβήνει», το δεύτερο μέρος του ιστορικού έπους «Ντε Γκωλ: Προς την Ελευθερία», το ελληνικό ντοκιμαντέρ «Αλλού ο Δρόμος» και, με προσδοκίες για καλές επιδόσεις στα ταμεία, η πρώτη υπερηρωϊκή ταινία τρόμου «Clayface» από τα DC Studios.

Βασίλισσα στη Θάλασσα

(Queen at Sea) Δραματική ταινία αμερικανικής και βρετανικής παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Λανς Χάμερ, με τους Ζιλιέτ Μπινός, Τομ Κόρτνεϊ, Άννα Κόλντερ Μάρσαλ, Φλόρενς Χαντ κ.ά.

Η αίσθηση ότι πρόκειται για μια ευρωπαϊκή ταινία, λόγω ύφους, κινηματογράφησης, σεναρίου και ηθοποιών, δεν ευσταθεί. Το ψυχολογικό δράμα του Αμερικανού Λανς Χάμερ είναι αμερικανικής παραγωγής και απλώς γυρισμένο στο Λονδίνο, αν και θα μπορούσε να διαδραματίζεται σε οποιαδήποτε άλλη μεγαλούπολη του δυτικού κόσμου.

Άλλωστε, το βραβευμένο στο φεστιβάλ Βερολίνου φιλμ του ανεξάρτητου Αμερικανού σκηνοθέτη και πρώην διευθυντή οπτικών εφέ, που έμεινε μακριά από τη σκηνοθεσία για 18 ολόκληρα χρόνια μετά το πολυβραβευμένο «Ballast», αμφισβητεί βεβαιότητες και ανοίγει ηθικά διλήμματα.

Η άνοια και η συναίνεση γίνονται το κέντρο της ιστορίας, καθώς τίθεται το ερώτημα αν οι άνθρωποι με άνοια μπορούν να αποφασίζουν μόνοι για την ερωτική τους επιθυμία και τη σωματική οικειότητα, όταν συγκρούονται με την έλλειψη νομικής και νοητικής συναίνεσης.

Με συνδετικό κρίκο μια ηλικιωμένη γυναίκα, σύζυγο, μητέρα και γιαγιά, που ζει με άνοια, ο Χάμερ στήνει ένα ευαίσθητο αλλά και σκληρό ανθρώπινο δράμα, οικείο και απογυμνωμένο από μελοδραματισμούς. Παράλληλα, σκιαγραφεί τη φορτισμένη ψυχολογική σχέση τριών γενιών και φωτίζει την απόσταση που τις χωρίζει.

Η Αμάντα, 50χρονη καθηγήτρια, χωρισμένη και μητέρα της έφηβης Σάρα, αλλά και «κηδεμόνας» της 80χρονης μητέρας της Λέσλι, που πάσχει από γεροντική άνοια, μετακομίζει στο Λονδίνο για να βρίσκεται κοντά της, αρνούμενη να εμπιστευτεί πλήρως τον 85χρονο πατριό της, Μάρτιν. Η Λέσλι, που θα έπρεπε να βρίσκεται σε οίκο ευγηρίας, μένει με τον Μάρτιν, ο οποίος αρνείται κατηγορηματικά να τη μεταφέρει εκεί, επειδή παραμένει ερωτευμένος με τη γυναίκα του και θέλει να τη φροντίζει ο ίδιος, να πηγαίνουν βόλτα χέρι-χέρι στο πάρκο. Όμως επιθυμεί να κάνουν και σεξ, θεωρητικά με τη συναίνεση της Λέσλι, κάτι που σκανδαλίζει την Αμάντα, η οποία θεωρεί ότι η μητέρα της δεν είναι σε θέση να δώσει συνειδητή συγκατάθεση. Αν και ο Μάρτιν επιμένει πως έχει με τη σύζυγό του ένα δέσιμο και μια επικοινωνία που κανείς άλλος δεν μπορεί να κρίνει, η Αμάντα πιστεύει ότι η ερωτική τους σχέση είναι βιασμός. Τον καταγγέλλει στην αστυνομία, προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις, ενώ παράλληλα η κόρη της Σάρα γνωρίζει για πρώτη φορά τη σεξουαλική αφύπνιση, ακόμη ένα ζήτημα στο οποίο πρέπει να στραφεί η Αμάντα.

Περίτεχνο και συνάμα αφοπλιστικά ωμό ψυχολογικό δράμα, που θέτει σχεδόν αναπάντητα ερωτήματα από την πολυπλοκότητά τους και αντιμετωπίζει με σεβασμό και τους τρεις βασικούς χαρακτήρες της ιστορίας του, αλλά και τις ιδέες τους ή τα πιστεύω τους. Μόνο που, όπως και στη ζωή, όλα αλλάζουν διαρκώς: τα όρια, οι ισορροπίες, οι βεβαιότητες. Ακόμη και το τέλος της ιστορίας, με το πολλαπλό φινάλε.

Χωρίς να αφήνει τίποτα στην τύχη, από την πειστική, γεμάτη λεπτομέρειες, βρετανική ατμόσφαιρα μέχρι την κίνηση των σωμάτων και τις σιωπές, ο Χάμερ έχει ερευνήσει σε βάθος το θέμα του και αυτό φαίνεται σε κάθε του πλάνο, αλλά και στην αυθεντικότητα των στιγμών και της ζεστής οικειότητας που τυλίγει τα πρόσωπα.

Γιατί, πέρα από ένα βαρύ και ταυτόχρονα λεπτεπίλεπτο δράμα, είναι και μια ταινία χαρακτήρων, που υπηρετούν αξιοθαύμαστα και οι τρεις πρωταγωνιστές. Η Μπινός, που με την ανασφάλεια του χαρακτήρα της κινείται στην κόψη του ξυραφιού, είναι σπαρακτική και αυθεντικά αποκαμωμένη από την ψυχολογία της. Ο Κόρτνεϊ, ο σπουδαίος καρατερίστας και πρωταγωνιστής του «Free Cinema» («Μπίλι ο Ψεύτης», «Ο Αμπιγιέρ»), κινείται με άνεση ανάμεσα στην τρυφερότητα και την απόλυτη ματαίωση, ενώ η θεατρική Άννα Κόλντερ-Μάρσαλ, χωρίς επιτήδευση ή θεμιτές ευκολίες του δύσκολου ρόλου της, αναδεικνύει στον απόλυτο βαθμό μια ηρωίδα δίχως προσωπικότητα, αλλά με αναλαμπές αδιόρατης διαύγειας και αστείρευτης ανθρωπιάς.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Καθώς η άνοια διαβρώνει την ικανότητα μιας ηλικιωμένης γυναίκας να επικοινωνεί την εσωτερική της ζωή, ο σύζυγος και η κόρη της παλεύουν να πράξουν προς όφελός της, κινούμενοι ανάμεσα στην αγάπη και στα εύθραυστα όρια φροντίδας, προστασίας και αυτονομίας.

Ένα Φως που Δεν Σβήνει

(A Light That Never Goes Out) Μουσικό δράμα φινλανδικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Λάουρι Μάτι Παρπέι, με τους Άννα Ροζαλίνα Καούνο, Σάμιουελ Κουγιάλα, Καμίλ Άουερ, Μαρί Ραντάσιλα, Γιάρκο Πάγιουνεν κ.ά.

Φινλανδικό διαμαντάκι, που απαιτεί προσεκτική ανάγνωση, από τον πρωτοεμφανιζόμενο Λάουρι Μάτι Παρπέι, ο οποίος αντλεί την έμπνευσή του από τα δικά του νεανικά χρόνια και την εμπλοκή του με την πειραματική μουσική. Παράλληλα, στήνει μια αντιπαράθεση ανάμεσα στην αυστηρή, τελειομανούς κλασική μουσική και στην ατελή, θορυβώδη και αβάν γκαρντ ριζοσπαστική ροκ, της οποίας ο ήχος και η περίεργη σύνθεση λειτουργούν και θεραπευτικά για τον ήρωα της ιστορίας.

Το φιλμ, αφού κέρδισε τις εντυπώσεις στις Κάννες, όπου προβλήθηκε στο παράλληλο τμήμα ανεξάρτητου σινεμά και έχει ήδη μια εντυπωσιακή διαδρομή σε πολλά άλλα φεστιβάλ, μοιάζει με ένα αρκετά καλό ξεκίνημα για έναν σκηνοθέτη που μπορεί να μην είναι Καουρισμάκι, αν και έχει κάποιες ομοιότητες, αλλά δείχνει πως διαθέτει τις γνώσεις και το ταλέντο να συνταιριάζει την «κακοφωνία» με την ψυχική μελωδία, τον ρυθμό της καρδιάς που όλοι έχουμε ανάγκη.

Ο Πάουλι, ένας 29χρονος, επιτυχημένος αλλά εξουθενωμένος κλασικός φλαουτίστας στο Ελσίνκι, ύστερα από έναν νευρικό κλονισμό επιστρέφει στη γενέτειρά του, μια παραλιακή πόλη της Φινλανδίας, έχοντας μαζί του μόνο ένα φλάουτο. Εκεί κανονίζει μια παράσταση, αλλά αντί να εξασκηθεί σπάει το πολύτιμο μουσικό του όργανο. Πηγαίνει σε ένα μαγαζί που επιδιορθώνει μουσικά όργανα και συναντά την παλιά του συμμαθήτρια Ίρις, μια αντισυμβατική και χαοτική παρουσία, που τον παρασύρει σε ένα ερασιτεχνικό, πειραματικό, θορυβώδες ροκ σχήμα. Μέσα από τον αυτοσχεδιασμό και την ακατέργαστη μουσική, ο Πάουλι αρχίζει σιγά-σιγά να ξαναβρίσκει την ισορροπία του.

Το ιδιαιτέρως προσεγμένο και πυκνό σενάριο του Παρπέι σκιαγραφεί με επάρκεια την επιβαρυμένη ψυχοσύνθεση του ήρωα και, ταυτόχρονα, διανθίζεται με ένα παράξενο χιούμορ, τύπου Καουρισμάκι, για να περάσει στην οθόνη, με άψογη φωτεινή εικονογράφηση, μια εγκάρδια και ευχάριστη ιστορία για την αποδοχή του λάθους και τη χαρά της δημιουργίας, χωρίς την πίεση της επιτυχίας και των κοινωνικών προκαταλήψεων.

Ακόμη και η επιλογή να μην υπάρχει συμβατικό σάουντρακ, καθώς σχεδόν όλη η μουσική υπόκρουση εκτελείται ζωντανά από τους ηθοποιούς ως μέρος της δράσης, είναι σαφές δείγμα φρέσκιας κινηματογραφικής αντίληψης από τον νεαρό σκηνοθέτη, ο οποίος δείχνει επίσης πως αγαπά απεριόριστα τους νεαρούς ηθοποιούς του και αυτοί με τη σειρά τους του το ανταποδίδουν.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Μετά από μια βαθιά προσωπική κρίση, ο βιρτουόζος φλαουτίστας Πάουλι επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι, σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Φινλανδίας. Παρά τις αρχικές του αντιστάσεις, η επιστροφή αυτή και η επαφή με τις ρίζες του τον οδηγούν σε μια διαδρομή ανασύνθεσης μέσα από τους παιδικούς του φίλους και την πειραματική μουσική.

Ντε Γκωλ: Προς την Ελευθερία

(La Bataille De Gaulle : J’Ecris ton Nom) Βιογραφικό δράμα γαλλικής παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Αντονίν Μποτρί, με τους Σιμόν Αμπκαριάν, Φελίξ Κισίλ, Τιερί Λεμιτέλ, Κάμπελ Σκοτ, Σάιμον Ράσελ Μπιλ, Νιλς Σνάιντερ κ.ά.

Αν και το πρώτο μέρος του πεντάωρου βιογραφικού έπους για τον Σαρλ Ντε Γκολ άφησε εντελώς αδιάφορο το ελληνικό κοινό, κάτι που μπορεί να οφείλεται και στον προγραμματισμό, αλλά σίγουρα και στην άγνοια των νεότερων για τον εμβληματικό στρατιωτικό-πολιτικό που κράτησε όρθια τη Γαλλία σε μαύρες εποχές και σημάδεψε τη μεταπολεμική Ευρώπη, έρχεται τώρα μέσα σε τρεις εβδομάδες και το δεύτερο μέρος.

Η γαλλική υπερπαραγωγή πιάνει το νήμα της ιστορίας από τη διάσκεψη της Καζαμπλάνκα, στις αρχές του 1943, και την προσπάθεια του Ντε Γκολ, πέρα από τα πεδία των μαχών, να ενώσει την κατακερματισμένη αντίσταση της χώρας του, να την εντάξει στις συμμαχικές δυνάμεις και να τη φτάσει έως την απελευθέρωση.

Ακολουθώντας και πάλι πιστά τα γεγονότα και βασισμένος στο βιογραφικό βιβλίο του Άγγλου Τζούλιαν Τζάκσον «Μια Κάποια Ιδέα για τη Γαλλία: Η Ζωή του Σαρλ ντε Γκωλ», ο Μποντρί μειώνει αυτή τη φορά ελαφρώς τις χιουμοριστικές και κωμικές πινελιές στην ταινία του, γέρνοντας περισσότερο προς μια διακριτική αγιογραφία, ενώ δίνει έμφαση και σε άλλους πρωταγωνιστές της ιστορικής περιόδου, όπως τον στρατηγό Λεκλέρκ και την ηγετική μορφή της αντίστασης Μουλέν.

Το φιλμ κινείται με άνεση σε τρία επίπεδα: στην αστείρευτη διπλωματική διαμάχη ανάμεσα στον Ντε Γκολ και τους συμμαχικούς ηγέτες Ρούσβελτ και Τσόρτσιλ, οι οποίοι δεν θέλουν την κυριαρχία της Γαλλίας, στη σχεδόν ακατόρθωτη ενοποίηση των αντιστασιακών ομάδων υπό την ηγεσία του και στις μεγάλες στρατιωτικές εκστρατείες υπό τον στρατηγό Λεκλέρκ και την επιστροφή των γαλλικών δυνάμεων στο προσκήνιο, πείθοντας για τη συμβολή τους στην τελική νίκη επί των Γερμανών.

Η παροιμιώδης κόντρα δύο ξεχωριστών και ιδιόμορφων προσωπικοτήτων, όπως των Ντε Γκολ και Τσόρτσιλ, μερικές φορές απολαυστική και πάντα ενδιαφέρουσα, δίνει και πάλι τον τόνο στο φιλμ, ενώ η σκληρή διαπραγμάτευση με τον Ρούσβελτ, που είχε βάλει την καθημαγμένη Γαλλία στο μάτι, έχει τη δική της ιδιαίτερη σημασία για τα ιμπεριαλιστικά σχέδια των ΗΠΑ και τα πολιτικά παιχνίδια που μπορεί να παίζονται όταν έχει ματώσει σχεδόν όλος ο πλανήτης.

Το φιλμ, που διατηρεί και πάλι το γρήγορο ρυθμό του, το κοφτερό μοντάζ και τη θεαματική εικόνα μιας πολεμικής περιπέτειας που ορισμένες φορές σκεπάζεται υπερβολικά από το πληθωρικό σάουντρακ, μπορεί να έχει και πάλι τα αρνητικά της αγιογραφίας και μιας βολικής ιστορίας, ξεσπάσματα στόμφου και λυρισμού και να σηκώνει πολλές συζητήσεις, αλλά κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του και εύλογα καταλαβαίνει κανείς γιατί μεταδίδει στους Γάλλους και ειδικά στους νέους μια αίσθηση εθνικής υπερηφάνειας.

Το ευπρόσωπο καστ στέκεται στο ύψος του, με τον Αμπκαριάν να μειώνει την υπερβολή στην ερμηνεία του, ενώ ο Φιλίξ Κισίλ αναδεικνύει την ευάλωτη προσωπικότητα του Μουλέν και το βαθύτερο ανθρώπινο ηρωισμό των αντιστασιακών.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Από τη μοναχική απελπισία στο Λονδίνο, ο Ντε Γκολ μπαίνει στον περίπλοκο πολιτικό αγώνα και στα διπλωματικά επικίνδυνα παιχνίδια και τις στρατιωτικές εκστρατείες που έφεραν την απελευθέρωση της Γαλλίας.

The Influencer Project

(The Influencer Project) Θρίλερ, αμερικάνικης παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Μάικ Νίμπρο, με τους Κιάρα Κινγκ, Λούκα Στορμ, Τζασμίν Σάμερ κ.ά.

Το ψυχολογικό θρίλερ, με ολίγον από ταινία τρόμου, του Μάικ Νίμπρο, θα μπορούσε να έχει και υπότιτλο «τι τραβάνε και αυτοί οι ινφλουένσερ». Έχοντας ως πρωταγωνίστρια την Κιάρα Κινγκ, μια πραγματική ινφλουένσερ ή, τέλος πάντων, κάτι παρόμοιο, ο Δανός πρωτάρης σκηνοθέτης και έμπειρος φωτογράφος σχεδίασε το φιλμ με την τεχνική του ερασιτεχνικού βίντεο, για να δώσει αίσθηση αληθοφάνειας και αυθεντικότητας, χρησιμοποιώντας τηλεοπτικές κάμερες, κινητά και υλικό από σόσιαλ μίντια.

Ένα ενδιαφέρον, αλλά εκτελεσμένο άτσαλα, πρότζεκτ για την υπερέκθεση των ινφλουένσερ και τους κινδύνους που κρύβει η δουλειά τους, που μάλλον δεν βρίσκει τον στόχο του και εκεί όπου μπερδεύεται εντελώς είναι όταν μπαίνει ο κινηματογραφικός τρόμος.

Η ινφλουένσερ Κιάρα προσκαλείται να επισκεφθεί την Κοπεγχάγη από έναν τουριστικό οργανισμό, σε μια συμφωνία που κλείνει η άπληστη μάνατζέρ της. Υποχρέωσή της είναι να βιντεοσκοπεί τα πάντα όσο είναι ξύπνια, τόσο από την ίδια όσο και από ένα συνεργείο βιντεοσκόπησης του ντόπιου σκηνοθέτη Μάικ και δύο βοηθών του. Σύντομα, όμως, γίνεται στόχος ενός εμμονικού θαυμαστή, με το ακόμη πιο απειλητικό όνομα «King Slayer», που της στέλνει απειλητικά μηνύματα και φωτογραφίες παρακολούθησης.

Η ιστορία, που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, ξεκινά προσφέροντας όλα τα καλούδια από τη ζωή μιας ινφλουένσερ, με ψώνια σε ονομαστά καταστήματα, γεύματα σε φανταχτερά αστεράτα εστιατόρια και ανέμελες τουριστικές βόλτες. Όμως αυτή η παρατεταμένη τοποθέτηση προϊόντος διακόπτεται όταν αρχίζει να λαμβάνει μηνύματα από έναν τρελαμένο, που την απειλεί ότι αν δεν σταματήσει τη δουλειά της θα τη βιάσει και θα τη σκοτώσει και όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά.

Από κει και πέρα, ο Νίμπρο μοιάζει να βάζει τρικλοποδιά στην ίδια την ταινία του, αφού τα κενά της ιστορίας του δένουν με την αμηχανία γύρω από την κουλτούρα των σόσιαλ μίντια, για να καταφύγει στο τέλος προς μια κλισέ αλλά και αδύναμη ιστορία τρόμου.

Η Κιάρα Κινγκ είναι μια, αλλοίμονο, όμορφη κοπέλα που κάνει την πρώτη κινηματογραφική της εμφάνιση και καλό είναι να μείνει σε αυτή.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Η ινφλουένσερ Κιάρα Κινγκ ταξιδεύει στην Κοπεγχάγη για να δείξει την αφιλτράριστη πλευρά της ζωής της. Καθώς οι κάμερες καταγράφουν κάθε της κίνηση, ένας εμμονικός stalker αρχίζει να την παρακολουθεί και να της στέλνει απειλητικά μηνύματα.

Motor City

(Motor City) Περιπέτεια αμερικανικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Πότσι Ποντσιρόλι, με τους Άλαν Ρίτσον, Μπεν Φόστερ, Πάμπλο Σράιμπερ, Λάιονελ Μπόις, Μπεν Μακένζι, Σέιλιν Γούντλεϊ κ.ά.

Το είδαμε κι αυτό: μια δυναμική περιπέτεια εκδίκησης και καταιγιστικής δράσης, από αυτές που γυρίζουν με το κιλό ο Τζέισον Στέιθαμ, ο Βαν Νταμ και εσχάτως ο Λίαμ Νίσον, στήνεται ως βουβή ταινία, με τους διαλόγους να εξαντλούνται σε 20 λέξεις. Και μάλιστα από τον Πότσι Ποντσιρόλι, που πριν πέντε χρόνια μας είχε εντυπωσιάσει με το εξαιρετικό όσο και ιδιότυπο γουέστερν «Old Henry», έναν σκηνοθέτη από τον οποίο περιμέναμε σίγουρα κάτι καλύτερο και, αν μη τι άλλο, σεβασμό στους κανόνες μιας αγωνιώδους περιπέτειας που παραπέμπει στα b movies της δεκαετίας του ’70.

Ενταγμένο στην απενοχοποιημένη διασκέδαση, το φιλμ προσφέρει άφθονες βίαιες σκηνές μάχης, θεαματικό «βρομόξυλο» και αμέτρητους σκοτωμούς, αλλά το αποτέλεσμα τελικά φτάνει στα όρια του γκροτέσκου. Αυτό οφείλεται κυρίως στο κλισέ και ισχνότατο σενάριο, που ξεπερνά κάθε όριο ανοχής στα δραματικά του σημεία, με τις ερμηνείες να μοιάζουν βγαλμένες από ερασιτεχνικό κουκλοθέατρο. Δεν είναι άλλωστε λίγες οι φορές που όλα αυτά προκαλούν νευρικό γέλιο.

Στο Ντιτρόιτ της δεκαετίας του ’70, η ζωή του Τζον Μίλερ, ενός έντιμου εργάτη αυτοκινητοβιομηχανίας, καταστρέφεται όταν μπλέκεται με μια σέξι κοπέλα που θεωρεί δική του ένας αδίστακτος μαφιόζος. Ο τελευταίος τον παγιδεύει, τοποθετώντας στο αυτοκίνητό του μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών, και με τη συνεργασία διεφθαρμένου αστυνομικού τον στέλνει στη φυλακή, με κάθειρξη 25 χρόνων. Λίγα χρόνια μετά, και ενώ επιβιώνει στις σκληρές συνθήκες της φυλακής, ο Μίλερ δραπετεύει και επιστρέφει για να πάρει όσα του στέρησαν και να εκδικηθεί τον μαφιόζο και όσους τον πρόδωσαν.

Αν και αρχικά η ιδέα για μια περιπέτεια με ελάχιστους διαλόγους προκαλεί περιέργεια, πολύ γρήγορα η υποτυπώδης πλοκή αρχίζει να χάνει λάδια, η επιτήδευση να βγάζει μάτια και να φαίνονται όλα ψεύτικα. Βάλτε τώρα και τους χάρτινους χαρακτήρες και τις σχηματικές ερμηνείες και έχετε μια πλήρη εικόνα για ένα φιλμ που μπορεί να ιδωθεί μόνο ως παρωδία.

Έτσι, το μόνο που απομένει είναι το νοσταλγικό σάουντρακ των επιτυχιών του ’70, τον ρυθμό του οποίου ακολουθεί πολλές φορές το μοντάζ, και οι φιλότιμες προσπάθειες του Ρίντσον να κουβαλήσει πάνω στους γεροδεμένους ώμους του έναν ακατανόητο χαρακτήρα, που σβήνει πιο γρήγορα και από τους τίτλους τέλους.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Στο Ντιτρόιτ του ’70, ένας εργάτης σε αυτοκινητοβιομηχανία παγιδεύεται από έναν μαφιόζο και βρίσκεται στη φυλακή. Χρόνια αργότερα, όταν δραπετεύει από τη φυλακή, επιστρέφει για να εκδικηθεί τον μαφιόζο και να κερδίσει την κοπέλα που ερωτεύθηκε.

Αλλού ο Δρόμος

Ντοκιμαντέρ, ελληνικής παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Ειρήνης Βουρλούμη.

Το αντισυμβατικό πορτρέτο της σύγχρονης Αθήνας περνά μέσα από τα μάτια τριών βετεράνων οδηγών ταξί, από την Ειρήνη Βουρλούμη, μια φωτογράφο και δημοσιογράφο που δεν είχε ασχοληθεί ποτέ με τον κινηματογράφο, αλλά καταφέρνει να πείσει για το πηγαίο ταλέντο και την κοινωνική της ευαισθησία.

Μέσα από τις ιστορίες τριών βετεράνων οδηγών ταξί, που διατρέχουν την Αθήνα για να βιοποριστούν αλλά και γιατί πιστεύουν στη ζωή, ως ονειροπόλοι που συγχρονίζονται σε ένα τοπίο μνήμης και προσμονής, η Ελληνοϊνδονήσια δημιουργός φωτίζει τη νυχτερινή μεγαλούπολη με αγάπη και εγκαρδιότητα για τους ανθρώπους της.

Η ιδέα για αυτό το υβριδικό ντοκιμαντέρ, καθώς συνδυάζει και ένα είδος μυθοπλασίας, γεννήθηκε το 2015, ενώ χρειάστηκαν περισσότερες από 50 συνεντεύξεις με οδηγούς ταξί μέχρι να καταλήξει στους τρεις πρωταγωνιστές της και έξι μήνες για να τους γνωρίσει καλύτερα, αυτούς και τις οικογένειές τους.

Τρεις ήρωες των δρόμων είναι ο Κωνσταντίνος, γνωστός και ως «το πούμα», που πλησιάζει στη συνταξιοδότηση έπειτα από 50 χρόνια στο βολάν, έχοντας εσωτερικές ανησυχίες και επίγνωση της παρακαταθήκης του, ο Σάνι, ένας Νιγηριανός-Έλληνας ηθοποιός και οικογενειάρχης, που κινείται ανάμεσα στην πίστη, την κόπωση και την επιθυμία να αφοσιωθεί στην καλλιτεχνική έκφραση, και ο Γιώργος, γεννημένο σόουμαν, που οδηγεί τη μέρα και τραγουδά ερωτικά λαϊκά τραγούδια σε μικρά μαγαζιά τη νύχτα.

Η Βουρλούμη κινηματογραφεί κυρίως νύχτα, όταν από την πόλη απουσιάζει η καθημερινή της τρέλα και πάει για ύπνο η μιζέρια της, με έναν μαγικό ρεαλισμό, καθώς προβάλλει εικόνες μιας Αθήνας που λες ότι δεν υπάρχει και αυθεντικά πλάνα από τους νυχτερινούς δρόμους, όπου η κόπωση έρχεται και συνταιριάζεται με την ελπίδα.

Χωρίς να χάνει ποτέ την αληθινή της αγάπη για την πόλη, κινηματογραφεί με μια οικειότητα αφοπλιστική, δίνοντας έναν χαμηλόφωνο ύμνο στην ικανότητα συνηθισμένων ανθρώπων να ονειρεύονται ακόμη και μέσα στην σκληρή καθημερινότητα, κινούμενοι στην αχνιστή άσφαλτο.

Προβάλλονται ακόμη οι ταινίες:

Clayface

(Clayface) Η πρώτη υπερηρωϊκή ταινία τρόμου είναι γεγονός, σε παραγωγή (2026) των DC Studios. Το φιλμ υπογράφει ο αδιάφορος μέχρι τώρα Άγγλος σκηνοθέτης Τζέιμς Γουάτκινς, που εδώ φαίνεται να τα πάει αρκετά καλύτερα, συνδυάζοντας μια περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας με το θρίλερ, τον τρόμο και ψήγματα κοινωνικού σχολίου, έχοντας ως ήρωα έναν ανερχόμενο σταρ του Χόλιγουντ, που η τρομακτική πτώση του τον μετατρέπει σε έναν παραμορφωμένο εκδικητή, ύστερα από μια πειραματική ιατρική θεραπεία. Μια επέμβαση με ολέθριες συνέπειες, καθώς το σώμα του μεταλλάσσεται ανεξέλεγκτα σε μια εύπλαστη, πήλινη μάζα, χαρίζοντάς του τρομαχτικές ικανότητες μεταμόρφωσης και διαβρώνοντας την ανθρώπινη υπόστασή του.

Σε αντίθεση με τις τελευταίες αμερικάνικες παραγωγές με υπερήρωες, το φιλμ του Γουάτκινς αξιοποιεί το καλογραμμένο σενάριο και στήνει ένα ενδιαφέρον θρίλερ τρόμου, που θα «φτιάξει» τους λάτρεις του είδους. Πρωταγωνιστής ο ικανοποιητικός Τομ Ρις Χάρις και δίπλα του οι Μαξ Μινγκέλα, Ναόμι Άκι, Έντι Μάρσαν και Νάνσι Κάρολ.

Quiet Life

Ο Αλέξανδρος Αβρανάς, του συγκλονιστικού «Miss Violence», παραδίδει ένα ιδιαίτερο ψυχολογικό δράμα γαλλογερμανικής παραγωγής, που έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ Βενετίας το 2024. Φιλμ που αντιπαραθέτει το δυστοπικό περιβάλλον της ανεπτυγμένης Ευρώπης με τη ζεστασιά των συναισθημάτων και της οικογενειακής θαλπωρής.

Κινηματογραφώντας σε μουντούς χρωματισμούς και χώρους καθαρούς, σχεδόν απολυμασμένους, ο Αβρανάς αναδεικνύει ψυχρά την απόσταση ανάμεσα στους οικογενειακούς δεσμούς και την ευρωπαϊκή καθαρότητα, τον απόλυτο έλεγχο, βασισμένος σε μια ιστορία Ρώσων προσφύγων, που η αίτησή τους για άσυλο απορρίπτεται και η μικρή τους κόρη πέφτει σε ένα μυστηριώδες κώμα.

Πρωταγωνιστούν οι Τσουλπάν Χαμάτοβα και Γκριγκόρι Ντομπρίγκιν.

Γάτες στο Μουσείο 2: Οι Θησαυροί της Αιγύπτου

(Cats in the Museum: Treasures of Egypt) Το σίκουελ του ρωσικού animation με τις νέες περιπέτειες δύο γάτων, του Βίνσεντ και του Μόρις, και της γατούλας Κλεοπάτρας, που ανακαλύπτουν έναν αρχαίο πάπυρο και φτάνουν μέχρι την Αίγυπτο και το θρυλικό τζίνι. Το ψηφιακό animation προβάλλεται και στα ελληνικά με τις φωνές των Κωνσταντίνου Κακανά, Ράφαελ Αριστοτέλους, Μυρτώς Ναούμ, Άννας Παρασίδου κ.ά.

Χάρης Αναγνωστάκης

*Φωτογραφία από την ταινία «Βασίλισσα στη Θάλασσα» – Πηγή φωτογραφίας: Cinobo.

ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ

Loading

Play