Γιώργος Κωνσταντίνου: «Μόλις ανεβαίνω στη σκηνή τα χρόνια φεύγουν από πάνω μου»

Γιώργος Κωνσταντίνου: «Μόλις ανεβαίνω στη σκηνή τα χρόνια φεύγουν από πάνω μου»

Με αφορμή το επιτυχημένο έργο του Τζεφ Μπάρον, «Κάθε Πέμπτη κύριε Γκρην», σε σκηνοθεσία Κώστα Γάκη, που μετά από δύο σεζόν και μια καλοκαιρινή περιοδεία σε όλη την Ελλάδα επιστρέφει στο Θέατρο ALTERA PARS, ο Γιώργος Κωνσταντίνου μιλά στην κάμερα του Αθηναϊκού- Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων για μια σχέση ζωής με το σανίδι.

Από τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής μέχρι σήμερα, ο ηθοποιός με 65 χρόνια παρουσίας στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση κάνει τον απολογισμό του και δηλώνει: «Θα εξακολουθώ να παίζω μέχρι να σωριαστώ κάτω».

Ακολουθεί η συνέντευξη του Γιώργου Κωνσταντίνου στην Κατερίνα Λυμπεροπούλου για το Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων:

-Το έργο «Κάθε Πέμπτη κύριε Γκρην» του Τζεφ Μπάρον, σε σκηνοθεσία Κώστα Γάκη, επιστρέφει για τη νέα θεατρική περίοδο 2026-2027, αυτή τη φορά στο Θέατρο ALTERA PARS και σας βρίσκει στη σκηνή με τον Ορέστη Τζιόβα. Το έργο γεφυρώνει διαφορετικές γενιές;

Παίζουμε στο ALTERA PARS, ένα ζεστό θέατρο στον Κεραμεικό που ταιριάζει πολύ στο έργο, όπως ταιριάζω κι εγώ στον κύριο Γκρην. Δυο νέα παιδιά, ο σκηνοθέτης μας Κώστας Γάκης και ο πρώτος συμπρωταγωνιστής μου, Αποστόλης Τότσικας, με κάλεσαν να υποδυθώ έναν άνθρωπο 87 ετών, μικρότερο από εμένα. Ένιωσα πιο νέος. Δεν γνώριζα το έργο και όταν το πήρα στα χέρια μου μαγεύτηκα, γιατί είναι ευλογημένο. Σκεφτείτε πως, μόλις τελειώνει η παράσταση, οι θεατές σηκώνονται όρθιοι και χειροκροτούν. Συμβαίνει επανειλημμένα και δεν μου είχε τύχει στα 65 χρόνια της πορείας μου στο θέατρο. Ο ρόλος του Γκρην είναι ένας ρόλος-σταθμός για εμένα. Έχει μια ευαισθησία που με αγγίζει και ο Γκρην είναι ένας σταθμός της ζωής μου. Το έργο ξεκινά με σύγκρουση γενεών και νοοτροπιών ανάμεσα στον κύριο Γκρην και τον Ρος, που τελικά έρχονται ο ένας κοντά στον άλλο. Είναι ένα τεράστιο χάσμα που κλείνει.

-Αντί του Αποστόλη Τότσικα, με τον οποίο είχατε μια ιδιαίτερη χημεία και κοινή γλώσσα, ο Ορέστης Τζιόβας τώρα υποδύεται το ρόλο του Ρος. Τι αλλάζει και τι μένει ίδιο;

Να αναφέρω πρώτα πως στην καλοκαιρινή περιοδεία τον ρόλο του Ρος ανέλαβε ο Θανάσης Πατριαρχέας. Και οι τρεις είναι ευλογημένα παιδιά. Πέρα από το ταλέντο τους, μιλάμε την ίδια γλώσσα. Είναι μια γλώσσα με την οποία μεγάλωσα· τη διδάχτηκα στο Θέατρο Τέχνης, αλλά πιστεύω ότι την είχα και νωρίτερα. Πήγα στο Εθνικό και έπαιζα όπως παίζω σήμερα. Ε, λοιπόν, με έβγαλαν από την πίσω πόρτα. Το θέατρο τότε είχε άλλο στόμφο, άλλες χειρονομίες, διαφορετικό στήσιμο.

-Έχετε αισθήματα ευγνωμοσύνης στον Κάρολο Κουν που σας δέχτηκε στο Θέατρο Τέχνης ενώ είχατε δώσει εξετάσεις χωρίς επιτυχία στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου;

Ο Κουν ήταν ο μέντοράς μου. Μας είχε πάρει με τον Κώστα Καζάκο στις παραστάσεις για να βοηθούμε και πολλές φορές να παίζουμε και ως κομπάρσοι, κι εκεί διδάχτηκα την αλήθεια και το συναίσθημα. Έλεγε ο Κουν: «Θα βγάλετε την αλήθεια από μέσα σας».

-Περάσατε μια παιδική ηλικία με σφραγίδα Κατοχής και Εμφυλίου. Σας άφησε τραύμα; Σήμερα ανατρέχετε σ’ αυτές τις δύσκολες εποχές;

Ήμουν παιδάκι, αλλά πέρασα πολύ άσχημα. Είναι τραύματα που μπορεί να μην έχω πάει σε ψυχολόγο, όμως υπάρχουν μέσα μου κατά καιρούς. Και τα τραύματα πολλές φορές κάνουν τον άνθρωπο να λάβει λάθος αποφάσεις. Ένας τραυματισμένος, ένας στερημένος άνθρωπος, όταν βρεθεί σε διαφορετικό περιβάλλον, μπορεί να καταχραστεί την ελευθερία και την ομορφιά που του δίνεται, ακριβώς επειδή του λείπουν. Στην προσωπική μου ζωή έχω κάνει πάρα πολλά λάθη και μιλάω γι’ αυτά που πιθανότατα ρίζωσαν από τότε: από τις συνθήκες της εποχής, την ανέχεια, την πείνα, τον δολοφονικό δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ήμουν και μπροστά στην «Έλλη» όταν τορπιλίστηκε, παιδάκι 6 ετών στην Τήνο, και ακόμη έχω έντονες εικόνες από το τραγικό συμβάν. Παιδιά τότε δεν ξέραμε τι μας γινόταν και δεν είχαμε κανένα μέλλον, όπως δεν είχε και η χώρα κανένα μέλλον. Όλα ήταν σκοτεινά. Μόνο ηθοποιός δεν είχα σκεφτεί να γίνω. Η μητέρα μου, όμως, με ενθάρρυνε και έτσι ξεκίνησα.

-Έχετε παίξει σε επιθεώρηση, σε φάρσα, σε κωμωδία, έχετε παίξει Αριστοφάνη, τραγικούς, έχετε πρωταγωνιστήσει σε μιούζικαλ, μεταξύ άλλων. Πού βρίσκεται η καρδιά σας;

Ό,τι κι αν έκανα, ακόμη και το πιο ευτελές, πάντα το υπερασπιζόμουν. Και αυτές τις εναλλαγές μού τις συγχώρεσε ο κόσμος. Δεν ήμουν σνομπ, ούτε έδειχνα ότι βαριόμουν αυτό που έκανα. Μπορεί μέσα μου να μην ήθελα να κάνω κάτι, όμως το υπηρετούσα. Στις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, μάλιστα, υποδυόμουν εντελώς διαφορετικούς ρόλους: τον Αντωνάκη στο «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», τον Βασίλη στο «Ξύπνα Βασίλη», τον Φίλιππο στο «Καλώς ήρθε το δολάριο». Δεν ήμουν όπως ο Βουτσάς ή ο Χατζηχρήστος, που έκαναν συγκεκριμένους ρόλους. Και με απέρριψαν. Έκανα τις λιγότερες ταινίες απ’ όλους, δεκαπέντε τον αριθμό.

-Δεκαπέντε ταινίες τη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου αλλά κάποιες χαραγμένες στο συλλογικό υποσυνείδητο…

Πράγματι, δικαιώθηκαν με τον χρόνο. Αυτά τα «Χτυποκάρδια στο θρανίο»… Έχουν περάσει 63 χρόνια και ακόμη με κυνηγά το προφιτερόλ.

-«Υπάρχουν πολλοί ρόλοι που με περιμένουν ακόμα», έχετε πει…

Δεν υπάρχουν πολλοί ρόλοι, γιατί δεν υπάρχουν πολλά χρόνια. Δεν τρελαίνομαι στην ουσία να υποδυθώ πολλούς ρόλους, αφού παίζω έναν ρόλο που, όπως σας είπα, είναι για μένα σταθμός. Έχω σκεφτεί βέβαια να ξαναπαίξω τον «Αμπιγιέρ», με τον οποίο είχα κάνει επιτυχία, ή μήπως κάποιος μου δώσει την ευκαιρία να παίξω τον «Βασιλιά Ληρ» ή τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ», ρόλους που μου ταιριάζουν και μπορώ να τους κάνω πολύ καλά.

-Αισθάνεστε ότι ανήκετε σε μια γενιά θρύλων;

Δεν θα χρησιμοποιούσα τη λέξη θρύλος. Θα έλεγα ότι ήταν μια γενιά πολυτάλαντων ηθοποιών που δεν είχαν πάει σε σχολή και είχαν εκπληκτικό ένστικτο. Τρελαινόμουν να βλέπω τον Ντίνο Ηλιόπουλο, τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο και τον Βασίλη Αυλωνίτη, να χαίρομαι τη φυσικότητα και την αλήθεια που εξέπεμπαν αυτοί οι ηθοποιοί.

-Ποιο είναι το μυστικό στο οποίο οφείλεται ότι εξακολουθείτε να βρίσκεστε με «αέναη νεανικότητα», όπως έχει αναφέρει ο σκηνοθέτης σας, Κώστας Γάκης, επί σκηνής;

Πολλές φορές το έχω πει πως το θέατρο είναι η κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Μπορεί να ξεκινήσεις με πολλά προβλήματα, ακόμη και υγείας, από το σπίτι σου, αλλά δεν ξέρω τι μαγικό συμβαίνει και όταν βγεις στη σκηνή όλα εξαφανίζονται. Μου δίνει ζωή αυτό που κάνω. Από την ώρα που θα ανεβαίνω στη σκηνή γίνομαι άνθρωπος πολύ μικρότερος από την ηλικία μου, στο μυαλό, στην ψυχή και στην κίνηση. Όταν βρεθώ στο θέατρο αλλάζει όλη μου η ζωή. Κι αυτή είναι η ζωή μου.

-Θα παίζετε όσο μπορείτε;

Μέχρι να σωριαστώ κάτω.

Πληροφορίες:

Θέατρο ALTERA PARS Μεγ. Αλεξάνδρου 123, Αθήνα 104 35

«Κάθε Πέμπτη κύριε Γκρην» του Τζεφ Μπάρον

Πρεμιέρα: Πέμπτη 22 Οκτωβρίου

ΦΩΤΟ Αλέξανδρος Μπελτές

Loading

Play