Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου μιλά για το «Φτερούγες και οπλές στο αστικό δάσος» και το ταξίδι της Αστροχελώνας

Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου μιλά για το «Φτερούγες και οπλές στο αστικό δάσος» και το ταξίδι της Αστροχελώνας

Το ταξίδι της Αστροχελώνας διατρέχει το νέο βιβλίο της Ιωάννας Μπουραζοπούλου, με τίτλο «Φτερούγες και οπλές στο αστικό δάσος» από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Το βιβλίο διαφοροποιείται από τα συνηθισμένα της έργα, καθώς δεν είναι μυθιστόρημα όπως τα πεζά της μέχρι σήμερα, αλλά ούτε και συλλογή διηγημάτων με τη στενή έννοια.

Η συγγραφέας συγκεντρώνει στον νέο τόμο διηγήματα που είχαν δημοσιευθεί σε εφημερίδες, περιοδικά και άλλα μέσα ενημέρωσης και επικοινωνίας, αλλά τα τοποθετεί μέσα σε ένα εκ των υστέρων επινοημένο περίβλημα. Έτσι τα εντάσσει σε μια, όπως η ίδια τη χαρακτηρίζει, σπονδυλωτή μυθιστορία που διατρέχει το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, ακολουθώντας τον αραμπά μιας αστροχελώνας μέσα στον χρόνο και στην επικράτεια μιας κοινότητας φανταστικών όντων, όπου κυριαρχούν οι ψίθυροι, οι υπαινιγμοί, τα μυστικά και τα αλληγορικά ονόματα και σύμβολα.

Όταν τη ρωτούν πώς σκέφτεται το νέο βιβλίο της, η ίδια απαντά ότι πέρασαν είκοσι πέντε χρόνια από τότε που υπέβαλε το πρώτο της χειρόγραφο στις εκδόσεις Καστανιώτη και μπήκε, όπως λέει, μαγεμένη στο δάσος της λογοτεχνίας. «Αυτό γιορτάζω με τούτο το βιβλίο, που είναι ταυτόχρονα καινούργιο και παλιό. Μοιράζομαι περιπλανήσεις στον κόσμο της συγγραφής, συναντήσεις με αξιοθαύμαστα πλάσματα, νοσταλγικά στιγμιότυπα από την πορεία της έμπνευσής μου στους ταραχώδεις καιρούς μας. Δεν ακολουθώ όμως τον δρόμο της δημοσιάς, εκείνον των μυθιστορημάτων μου, της βασικής μου δηλαδή λογοτεχνικής ενασχόλησης. Παίρνω ένα αλλιώτικο μονοπάτι, εκείνο των μικρών ιστοριών, επίκαιρων και εξομολογητικών, που έχω γράψει κατόπιν πρόσκλησης. Ιστορίες που ποτέ δεν θα γεννιόντουσαν αν κάποιος δεν μου τις ζητούσε. Το πρόσωπο και ο τρόπος που έγινε η πρόσκληση έπαιξαν καθοριστικό ρόλο, γι’ αυτό και η αφήγηση μας τα αποκαλύπτει» αναφέρει στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η Ιωάννα Μπουραζοπούλου.

Για το πώς ξεκίνησε το σχέδιό της, η συγγραφέας λέει ότι η πρωτοβουλία δεν ήταν δική της. «Δεκαοχτώ άνθρωποι του βιβλίου την τελευταία εικοσαετία, με σταμάτησαν στα μισά κάποιου μυθιστορήματος και με παρότρυναν να κοιτάξω μια στιγμή μέσα μου, και γύρω μου. Σε αυτούς προστέθηκε και ο εκδότης μου στον Πρόλογο, που πρότεινε την συγκέντρωση των πονημάτων, αλλά και η επιμελήτριά μου στον Επίλογο, που έδωσε το έναυσμα για την ιστορία του φινάλε, εκπροσωπώντας τους αφανείς και πολύτιμους συνεργάτες μας στον εκδοτικό χώρο. Είναι συνεπώς ένα έργο συλλογικής έμπνευσης, ένα πανηγύρι επιρροών και δημιουργικών ζυμώσεων, συναντήσεων και αλληλεπιδράσεων. Και για να εναρμονιστώ με τη γιορτινή ατμόσφαιρα, επέλεξα την πιο αγαπημένη φωνή αφήγησης από όσες έχω δοκιμάσει, την πιο κοντινή στην καρδιά μου, εκείνη του παράδοξου παραμυθιού» επισημαίνει.

Για τον ρόλο του παραμυθιού στον μυθοπλαστικό της κόσμο, η Μπουραζοπούλου σημειώνει ότι παραμύθι σημαίνει «μεταμόρφωση». «Περάσαμε λοιπόν από το βεστιάριο του δάσους, φορέσαμε από ένα εξωτικό κοστούμι και ανεβήκαμε μαζί στη σκηνή, μεταμορφωμένοι σε ζώα του δρυμού, άγρια, καλλιτεχνικά και βιβλιόφιλα. Στις Σημειώσεις του τέλους οι βασικοί συντελεστές βγάζουν τη μάσκα τους και βλέπουμε ποιος ζήτησε την κάθε ιστορία και πού δημοσιεύτηκε. Φίλοι συγγραφείς που σχετίστηκαν με ορισμένα από τα δημιουργήματα, κάνουν σύντομα περάσματα με μυστικές ταυτότητες» λέει.

Η ίδια υπογραμμίζει ακόμη ότι το παραμύθι μετατρέπει την προσωπική διαδρομή σε κοινό τόπο, ώστε να αφορά όλους και να μη νιώθει κανείς αποξενωμένος. «Δεν χρειάζεται να έχεις ειδικό ενδιαφέρον για τον χώρο του βιβλίου ή για το εργαστήρι της έμπνευσης, για να παρακολουθήσεις την εξέλιξη του μύθου. Οι περισσότερες ιστορίες εξάλλου πηγάζουν από γνωστά πολιτικοκοινωνικά γεγονότα, που τα ζήσαμε όλοι στη χώρα μας. Οι διάλογοι των ζώων του δάσους απλώς μας τα θυμίζουν, για να τοποθετηθεί κάθε ιστορία στο πλαίσιο της εποχής που επινοήθηκε, να διαφανούν αφορμές και ερεθίσματα. Ο συνεκτικός ιστός της αφήγησης ενσωματώνει τα διάσπαρτα κείμενα σε έναν ενιαίο μύθο, που θυμίζει αλληγορικό χρονικό» αναφέρει.

Το παραμύθι μετατρέπει την προσωπική διαδρομή σε κοινό τόπο, λέει επίσης η συγγραφέας, περιγράφοντας και μια ακόμη ιδιότητά του που θεωρεί ανεκτίμητη για ένα τέτοιο γιορτινό έργο. Η μάσκα του ζώου μεγαλώνει τον ίσκιο του χαρακτήρα και τα πρόσωπα γίνονται σύμβολα. Ο ρόλος των είκοσι συντελεστών διευρύνεται και εκφράζουν την δημιουργική ορμή ολόκληρου του λογοτεχνικού δάσους. Γίνονται οι φωνές αμέτρητων καλλιτεχνών του βιβλίου, μελετητών, στοχαστών, συναδέλφων και συνοδοιπόρων, που με συντροφεύουν και με εμπνέουν με τη δουλειά τους. Το δάσος είναι γεμάτο ζωή, στα μονοπάτια διασταυρώνονται εξερευνητές, στις σκιές εργάζονται βιβλιοτεχνίτες, στις φυλλωσιές ξεπροβάλλουν ευαίσθητα αυτιά και αστράφτουν ζωηρά μάτια. Ευλογία η περιπλάνηση ανάμεσά τους» σημειώνει.

Loading

Play