Η κηδεία Σεφέρη στις 22 Σεπτεμβρίου 1971 μετατράπηκε σε πορεία που αψήφησε ανοιχτά τη χούντα. Χιλιάδες άνθρωποι συνόδευσαν τον Γιώργο Σεφέρη στην τελευταία του κατοικία, ενώ οι φωνές τους δόνησαν ολόκληρη την πόλη.
Οι παθιασμένες κραυγές του συγκεντρωμένου πλήθους στη νεκρώσιμη πομπή από τον ναό της Σώτειρας του Κοτάκη, στην Πλάκα, ως το Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας, ακούγονταν σε κάθε γωνιά. Έσπαγαν τον γύψο που επί τέσσερα χρόνια κρατούσε φυλακισμένη τη χώρα, ενώ τα επιτακτικά παραγγέλματα των «οργάνων της τάξης» για «Σιωπή» και «Σκασμός» έπεφταν στο κενό.
Ήταν 22 Σεπτεμβρίου 1971, σαν σήμερα πριν από 55 χρόνια, μια δύσθυμη και συννεφιασμένη μέρα. Η Ελλάδα αποχαιρετούσε τον ποιητή της, τον Γιώργο Σεφέρη, ο οποίος είχε ζητήσει από πριν στη σύντροφο της ζωής του, τη Μαρώ, να μην επιτρέψει στους δικτάτορες να τον τιμήσουν.
Όταν η χούντα εξέφρασε την επιθυμία να τον κηδέψει δημοσία δαπάνη εν… τιμαίς και οργάνοις, εκείνη έκλεισε την πόρτα στο κράτος της δικτατορίας. Στην κηδεία βρέθηκαν πάνω από 3.000 άνθρωποι, λένε, όμως το ουσιαστικό ήταν πως ήταν πολλοί, πάρα πολλοί, και η δύναμη, η οργή και το πάθος τους ήταν αυτά που τίμησαν πραγματικά τον ποιητή.
Δύο χρόνια πριν, στις 4 το απόγευμα της 28ης Μαρτίου 1969, από το BBC και στη συνέχεια από τη Deutsche Welle και άλλους διεθνείς ραδιοσταθμούς, ακούστηκε η φωνή του εκλιπόντος.
«… μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς ολωσδιόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας […] Είναι μία κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές με πόνους και με κόπους πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά […] Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό […] Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό, όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει! Είναι εθνική επιταγή!»
Ο Σεφέρης είχε ηχογραφήσει το μήνυμα στο σπίτι του, στην Άγρας, και από εκεί το έστειλε στο Λονδίνο, ώστε να μεταδοθεί όσο πιο μακριά επέτρεπαν η ακτινοβολία της ποίησής του και η αίγλη του ως βραβευμένου με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Την ημέρα της κηδείας, χιλιάδες άνθρωποι, ανάμεσά τους πολλοί νέοι, που ο Σεφέρης αγάπησε και που τον αγάπησαν, ένωσαν τις φωνές τους στον στερνό αποχαιρετισμό του «κάλφα» Σεφέρη. Ο ίδιος έλεγε για τον εαυτό του πως ήταν «κάλφας», δηλαδή τεχνίτης του λόγου, και τόνιζε: «Στην ποίηση, τη γλώσσα κανείς δεν μπορεί να την εξαντλήσει. Σαν τη θάλασσα. Μπορεί μονάχα να την αρμενίσει ο καθείς με το δικό του καράβι».
Ο πυκνός σε νοήματα και μηνύματα επικήδειος, που υπογράφουν ο Στρατής Τσίρκας και ο Γιώργος Π. Σαββίδης και θα εκφωνήσει ο εικαστικός Αλέκος Λεβίδης, απευθύνεται κυρίως στους νέους. «Μιλώντας για λογαριασμό των νέων που σ΄ αγάπησαν, στάθηκες οξύς πνευματικός και δάσκαλος στις κρίσιμες ώρες αυτού του τόπου, που εσύ μας έδειξες, μας έμαθες ν΄ αγαπάμε και να πονάμε. Σ΄ ευχαριστούμε…»
Το πλήθος τραγουδά με πάθος τους μελοποιημένους στίχους της Άρνησης από την πρώτη συλλογή του, τη «Στροφή»: «Στο περιγιάλι το κρυφό κι άσπρο σαν περιστέρι διψάσαμε το μεσημέρι μα το νερό γλυφό…». Μικροί και μεγάλοι, νέοι και γέροι, πορεύονται πίσω από το φέρετρο με τη σορό του ποιητή, έχοντας ζήσει με την ελπίδα και τον ζόφο.
Γενιά θυσιασμένη. Γενιά που έχει τη νιότη της ακουμπισμένη σε έναν πόλεμο. Προσμένει έναν άλλο πόλεμο για την ώριμή της ηλικία. Άνθρωποι αυτής της γενιάς, που ανήκουν σε ένα κράτος μικρό, όπως έγινε η Ελλάδα από το 1922, κληρονόμησαν από τον πρώτο πόλεμο μια ανησυχία άγνωστη ως τότε και το αίσθημα πως κάθε θεμέλιο στα βαθύτερα της ψυχής και του πνεύματος έχει φαγωθεί, έχει γίνει σκόνη. Να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό…
Τ. Α. Μανιατέα
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ: ΜΙΕΤ (Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας)
![]()
