Η λαϊκής εικονογραφίας, μαζί με τη γελοιογραφία και τις αφίσες, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, στηρίζοντας το ηθικό των μετόπισθεν και την εθνική αφύπνιση. Οι λιγότερο γνωστές πλευρές της τέχνης εκείνης της περιόδου δείχνουν ότι η 28η Οκτωβρίου 1940 δεν «σφραγίστηκε» μόνο από τη στρατιωτική αρετή, την τόλμη και τη θυσία στα βουνά της Πίνδου και της Αλβανίας.
Μιλώντας ο ιστορικός ερευνητής Κώστας Μαμαλάκης επιχείρησε να φωτίσει τις άγνωστες πτυχές της εικαστικής παραγωγής του 1940-41, αναδεικνύοντας τη σχέση του ελληνικού λαού με την ιστορική εικονογραφία που προϋπήρχε. «Την περίοδο εκείνη τα καφενεία, ως χώροι συνάθροισης των ανθρώπων, είχαν ως διακόσμηση απαραίτητα έναν χάρτη της Ελλάδας, πορτραίτα ηρώων των επαναστατικών αγώνων και του ξεσηκωμού του 1821, ζωγραφικές αναπαραστάσεις μαχών της περιόδου των Βαλκανικών Πολέμων, και ενίοτε κάποια πορτραίτα πολιτικών», ανέφερε ο κ. Μαμαλάκης.
Ο ίδιος τόνισε ότι, μετά τον τορπιλισμό του Β.Π. Κ/Δ ΕΛΛΗ και καθώς η χώρα περνούσε σταδιακά σε εμπόλεμη κατάσταση, άρχισαν να εμφανίζονται στους δημόσιους χώρους αφίσες με εύζωνες, τον θρυλικό Παπανικολή, συστοιχίες πυροβόλων και άλλα παρόμοια θέματα. Με την κήρυξη του πολέμου και την ταχεία εξέλιξη των επιχειρήσεων, η γελοιογραφία και η λαϊκή εικονογραφία μετατράπηκαν σε πυρήνα εθνικής συσπείρωσης, επιχειρώντας να αποδομήσουν την εικόνα του αντιπάλου και να ανεβάσουν το φρόνημα.
«Αμέσως με την ανακοίνωση των πρώτων επιτυχιών του Ελληνικού Στρατού και ιδίως όταν ο στρατός άρχισε να καταδιώκει τους Ιταλούς μέσα στο έδαφος της Αλβανίας, η θεματογραφία στις γελοιογραφίες ακολουθούσε τα γεγονότα. Το τσαρούχι του εύζωνα που απωθούσε τα ιταλικά τεθωρακισμένα, η φουστανέλα που κατεδίωκε τους τρομαγμένους Ιταλούς, ο Μουσολίνι απαρηγόρητος να αναζητεί με τα κιάλια την Ακρόπολη», είπε ο ιστορικός ερευνητής, προσθέτοντας ότι, παράλληλα με τον Τύπο και τις μεγάλες αφίσες, μεγάλη ήταν και η κυκλοφορία των επιστολικών δελταρίων, που ταξίδευαν από και προς το μέτωπο με τον ίδιο στόχο.
«Τα επιστολικά δελτάρια πέρναγαν και αυτά το μήνυμα του υψηλού ηθικού μιας και σε αυτά υπήρχαν απεικονίσεις της Παναγίας να αγκαλιάζει και να προστατεύει τον στρατιώτη, επίσης απεικονίζοντο ναύτες και αεροπόροι, στρατιώτες με την ξιφολόγχη στο όπλο να εφορμούν, πλοία και αεροπλάνα», είπε χαρακτηριστικά ο Κώστας Μαμαλάκης, επισημαίνοντας ότι η αναγνώριση του ρόλου αυτής της εικαστικής παραγωγής στην ψυχική ανθεκτικότητα του έθνους, λόγω των συνθηκών, δεν έλαβε την αναγνώριση που θα έπρεπε.
«Δεν προλάβαμε να χαρούμε τη νικηφόρα έκβαση αυτού του πολέμου, διότι αμέσως μετά μας επιτέθηκε η Γερμανία και ακολούθησε η τριπλή κατοχή της χώρας μας από γερμανικά, ιταλικά και βουλγαρικά στρατεύματα. Δεν απέμεινε χρόνος λοιπόν για να εκτιμηθεί η προσφορά αυτής της μορφής της τέχνης που συνέβαλε στην αφύπνιση, στην εμψύχωση ενός λαού που δοκιμαζόταν σκληρά», είπε ο κ. Μαμαλάκης, συμπληρώνοντας πως η τέχνη εκείνης της περιόδου έχει επιζήσει κυρίως χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία, το πάθος των συλλεκτών και την επίπονη εργασία των ιστορικών ερευνητών.
Από τις γελοιογραφίες των εφημερίδων μέχρι τα επιστολικά δελτάρια, οι Έλληνες δημιουργοί επιχείρησαν και κατάφεραν να μετατρέψουν το χαρτί και το μελάνι τους σε ένα πνευματικό και ψυχικό ανάχωμα απέναντι στον εχθρό. «Κατά διαστήματα έχουν υπάρξει εκθέσεις με τέτοιο υλικό, το οποίο διασώζεται σε συλλογές. Στο παρελθόν κυκλοφόρησαν εκδόσεις με έργα ζωγράφων και γελοιογράφων των οποίων τα έργα, την περίοδο του πολέμου, κόσμησαν αφίσες, επιστολικά δελτάρια, σελίδες περιοδικών και εφημερίδων», είπε χαρακτηριστικά ο Κώστας Μαμαλάκης, ο οποίος έδωσε στην τέχνη του ’40 τον χαρακτήρα όχι της διακοσμητικής πολυτέλειας, αλλά της ανάγκης για αφύπνιση και εμψύχωση ενός λαού που αγωνιζόταν για την επιβίωση και την ελευθερία του.
![]()
