Αν και το ελληνικό καλοκαίρι κρατά ακόμη γερά, στις αίθουσες μπαίνει η πρώτη καταιγίδα νέων ταινιών. Το κοινό έχει να διαλέξει ανάμεσα σε δέκα πρεμιέρες και μία κλασική επανέκδοση με τον Μπόγκαρτ.
Ανάμεσα στις νέες αφίξεις ξεχωρίζουν το γαλλικό αστυνομικό θρίλερ «Φάκελος 137» του Ντομινίκ Μολ, το αμερικάνικο αστυνομικό θρίλερ «Με Κάθε Κόστος» του Ελεγκάνς Μπράτον, η ελληνική κωμωδία «Κόκορας» του Τάσου Γερακίνη, η νοτιοκορεάτικη ταινία τρόμου «Hope» του Χονγκ-τζιν Να, το αμερικάνικο σίκουελ της κομεντί φαντασίας «Μαγικά Φίλτρα 2» της Σούζαν Μπίερ και το αργεντίνικο ντοκιμαντέρ «The Match», για το περίφημο παιχνίδι Αργεντινής-Αγγλίας στο Μουντιάλ του 1982.
«Φάκελος 137» («Dossier 137») είναι αστυνομικό δραματικό θρίλερ γαλλικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Ντομινίκ Μολ, με τους Λέα Ντρικέρ, Ζονατάν Τερνμπούλ, Ματίλντ Ροερίκ, Βαλεντίν Καμπάν, Στανισλάς Μεράρ κα.
Ο Ντομινίκ Μολ φωτίζει με σχολαστική έρευνα μια ιστορία που αφορά πιθανότατα όλο τον πλανήτη, έχοντας στο πλευρό του την εκπληκτική Λεά Ντρικέρ στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Η ταινία, βραβευμένη με έξι Σεζάρ και επίσημη συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Καννών, φέρνει στο προσκήνιο την αποτρόπαια εικόνα μιας αστυνομίας που μετατρέπεται σε τυφλή δύναμη καταστολής και επίδειξη βαναυσότητας, κατ’ εντολή των έντρομων πολιτικών, απέναντι στις μαζικές διαδηλώσεις πολιτών.
Ο Μολ, έπειτα από τα «Η Νύχτα της 12ης» και «Μόνο Αυτοί Είδαν τον Δολοφόνο», καταπιάνεται με τα δραματικά γεγονότα του 2018 και τις κινητοποιήσεις των «Κίτρινων Γιλέκων», που οδήγησαν σε βίαιες συγκρούσεις στους δρόμους του Παρισιού και σε δεκάδες τραυματισμούς διαδηλωτών, ορισμένων αρκετά σοβαρούς, από βολές ελαστικών σφαιρών και αστυνομικών χειροβομβίδων αποτροπής.
Το στόρι είναι προϊόν μυθοπλασίας, όμως βασίζεται σε ενδελεχή μελέτη στοιχείων από την απρόσιτη Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της γαλλικής αστυνομίας. Στην ταινία έχουν ενσωματωθεί επίσης ντοκουμέντα με αυθεντικές φωτογραφίες και βίντεο από τις πραγματικές διαδηλώσεις, δίνοντας τον τόνο μιας αποκάλυψης για μια χώρα που θέλει να είναι η καρδιά του σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Στο φλεγόμενο Παρίσι των εκτεταμένων κινητοποιήσεων των «Κίτρινων Γιλέκων» το 2018, ένας 20χρονος διαδηλωτής τραυματίζεται σοβαρά στο κεφάλι από βολή αστυνομικού κοντά στα Ηλύσια Πεδία. Η Στεφανί, αξιωματικός της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων της γαλλικής αστυνομίας, αναλαμβάνει την υπόθεση αποφασισμένη να εντοπίσει ποιος ευθύνεται για τον βαρύτατο τραυματισμό του νεαρού. Οι ανακρίσεις πολλαπλασιάζονται και τα βίντεο αναλύονται καρέ-καρέ, όμως τα στόματα παραμένουν κλειστά, οδηγώντας την Στεφανί σε σκληρά διλήμματα.
Με στιβαρή ματιά, κοφτό ρυθμό, χωρίς δραματοποιήσεις και αχρείαστους ηρωισμούς, η ταινία διακρίνεται για το εξαιρετικό ψυχογράφημα των χαρακτήρων, τις ηθικές και κοινωνικές προκλήσεις και την καθαρή ταυτότητα ενός αστυνομικού θρίλερ με κοινωνικές προεκτάσεις.
Η ακρίβεια του σεναρίου αναδεικνύει τη συναρπαστική πλοκή, τους κανόνες ηθικής και δικαιοσύνης που πλήττονται καίρια από την εμμονή της εξουσίας για συντριβή κάθε διαφωνίας, αλλά και τον φορτισμένο ρόλο μιας γυναίκας σε έναν ανδροκρατούμενο οργανισμό, η οποία αναζητά με υψηλό αίσθημα ευθύνης την αλήθεια.
Η βραβευμένη Λεά Ντρικέρ υπηρετεί ιδανικά το φιλμ, με το βλέμμα της να περνά από τη λάμψη στην απογοήτευση και στην ψυχική κόπωση, καθώς μπλέκει στον Δαίδαλο της γραφειοκρατίας και της άρνησης μπροστά στο τέρας της εξουσίας.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Δεκέμβριος 2018. Στο φλεγόμενο Παρίσι των κινητοποιήσεων των «Κίτρινων Γιλέκων», ένας 20χρονος διαδηλωτής τραυματίζεται βαριά από βολή αστυνομικού κοντά στα Ηλύσια Πεδία. Μια αξιωματικός της υπηρεσίας εσωτερικών υποθέσεων της αστυνομίας αναλαμβάνει την υπόθεση αποφασισμένη να εντοπίσει ποιος ευθύνεται για τον βαρύτατο τραυματισμό του νεαρού.
«Με Κάθε Κόστος» («By Any Means») είναι αστυνομικό θρίλερ αμερικάνικης παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Ελεγκάνς Μπράτον, με τους Μαρκ Γουόλμπεργκ, Γιαχία Αμπντούλ-Ματίν Β΄, Νικόλ Μπεχάρι, Τζος Λούκας, Ντέιβιντ Στράδερν, Τζιανκάρλο Εσπόζιτο κα.
Πρόκειται για ένα σφιχτοδεμένο αντιρατσιστικό αστυνομικό θρίλερ, περιπετειώδες και ευχάριστο στη θέαση, που μεταφέρει το κοινό στο Μισισίπι και στη γοητευτική δεκαετία του ’60, από έναν πολλά υποσχόμενο σκηνοθέτη, τον Ελεγκάνς Μπράτον, ο οποίος κέρδισε ευρεία αναγνώριση το 2022 με το δραματικό «The Inspection».
Αν και έχει περάσει τα 50 του χρόνια, ο Μπράτον, στη δεύτερη ταινία του και πρώτη «στουντιακή» παραγωγή, αξιοποιεί σε μεγάλο βαθμό το καλογραμμένο σενάριο του Σάσα Πεν, που βασίζεται σε αληθινά περιστατικά της δεκαετίας του ’90.
Στο ντεμπούτο του με το «The Inspection» είχε εμφανώς επηρεαστεί από το «Full Metal Jacket» του Κιούμπρικ, ενώ εδώ φλερτάρει έντονα με μια παραλλαγή της έξοχης αντιρατσιστικής περιπέτειας «Ο Μισισιπής Καίγεται» του Άλαν Πάρκερ, χωρίς να διαθέτει το μέγεθος ενός Τζιν Χάκμαν και την ικανότητα του Γουίλεμ Νταφόε. Έχει όμως έναν αρκετά κεφάτο και αλλαγμένο στο πρόσωπο Μαρκ Γουόλμπεργκ και τον ανερχόμενο Γιαχία Αμπντούλ-Ματίν Β΄, που συνθέτουν ένα παράξενο πρωταγωνιστικό ζευγάρι.
Ο δεύτερος είναι ένας νεαρός μαύρος πράκτορας του FBI, που στέλνεται το 1966 στο Μισισίπι για να ερευνήσει ένα κύμα βάναυσων δολοφονιών ακτιβιστών για τα πολιτικά δικαιώματα και αναγκάζεται να συνεργαστεί με έναν λευκό, διαβόητο εκτελεστή της μαφίας, τον Γκρεγκ Σκάρπα. Ο νεαρός πράκτορας, Γουέιν Στράιντερ, παρασυρμένος στο κυνήγι των ρατσιστών δολοφόνων, θα πρέπει να επιβιώσει από τις θανάσιμες απειλές με τη βοήθεια του Σκάρπα, ενώ τα όρια ανάμεσα στη δικαιοσύνη και την εκδίκηση θολώνουν.
Το ιστορικό πλαίσιο είναι εμφανές, όπως και η σκοτεινή ατμόσφαιρα της εποχής, ενώ η συνύπαρξη δύο εντελώς αντίθετων χαρακτήρων, του έντιμου ιδεολόγου πράκτορα και του σκληροτράχηλου βίαιου εκτελεστή, πέρα από το ενδιαφέρον της, δίνει και τις απαραίτητες ανάσες χιούμορ και μιας πιο ανάλαφρης περιπέτειας.
Χωρίς να σκάβει περισσότερο απ’ όσο επιτρέπουν οι συνθήκες μιας παραγωγής της Paramount, ο Μπράτον δουλεύει περισσότερο πάνω στην παράδοξη συμμαχία των δύο κεντρικών χαρακτήρων, παρά στη διερεύνηση της βίας ως πράξης και συστήματος εξουσίας.
Το φιλμ ρέει ευχάριστα και με ενδιαφέρον, η δράση είναι καταιγιστική αλλά δεν κυριαρχεί πάνω στο θέμα της ιστορίας, το πρωταγωνιστικό ζευγάρι αποκτά γρήγορα χημεία και το συμπληρωματικό καστ τα πηγαίνει περίφημα.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Ένας νεαρός πράκτορας του FBI κι ένας διαβόητος εκτελεστής της μαφίας συνεργάζονται για να ερευνήσουν τις δολοφονίες ηγετών των πολιτικών δικαιωμάτων στο Μισισίπι του 1996.
«Κόκορας» είναι ελληνική κωμωδία παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Τάσου Γερακίνη, με τους Νίκο Κασάπη, Κόρα Καρβούνη, Δημήτρη Καταλειφό, Ελένη Κοκκίδου, Γιάννη Σαρακατσάνη, Γιούλικα Σκαφιδά κα.
Η ταινία λειτουργεί σαν ακτινογραφία της καταπιεσμένης μικροαστικής μιζέριας και μεγαλομανίας της σημερινής εποχής, αλλά και μιας Ελλάδας που έχει μπερδευτεί, έχει χτυπήσει άσχημα και προσπαθεί να σταθεί ξανά στα πόδια της, περισσότερο μέσα από τη φαντασία και τα ανεκπλήρωτα όνειρα, μέσα από το πορτρέτο ενός καθημερινού ανθρώπου και του περίγυρού του.
Πρόκειται για μια γλυκόπικρη κωμωδία, που κέρδισε μεταξύ άλλων και το βραβείο κοινού στο San Francisco Greek Film Festival, με προσεγμένο σενάριο, ρεαλιστικούς διαλόγους, αγάπη για τους ήρωες και ένα δυνατό καστ.
Ο Τάσος Γερακίνης, μετά το ενδιαφέρον φιλμ «Ένας Ήσυχος Άνθρωπος» πριν από πέντε χρόνια, πιάνει μια συνηθισμένη ιστορία καθημερινής ελληνικής τρέλας, σε σενάριο που συνυπογράφει με την Κατερίνα Παπαναστασίου, σατιρίζοντας τα στραβά και ανάποδα της ελληνικής πραγματικότητας και μετατρέποντας τη μεγάλη οθόνη σε έναν τεράστιο μεγεθυντικό καθρέφτη της κοινωνίας μας.
Η εμμονή του Αργύρη, θυρωρού στο Δήμο Αθηναίων, να γράψει τον 6χρονο γιο του σε ένα από τα καλύτερα ιδιωτικά σχολεία, ενώ δεν έχει τα χρήματα να το πληρώνει, προκαλεί εντάσεις και προστριβές με τη γυναίκα του Πόπη, αλλά και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του. Κάνοντας μεγάλα σχέδια για το παιδί του και το μέλλον του, όπως πιστεύει, ο Αργύρης νιώθει πως κανείς δεν τον ακούει. Αν και το ιδιωτικό σχολείο μοιάζει απατηλό όνειρο για τα οικονομικά του, έχει αποφασίσει να κάνει ό,τι μπορεί για να μην μπει εμπόδιο στο παιδί του, που είναι φτιαγμένο για μεγάλα πράγματα.
Το νεοελληνικό όνειρο πατά σε φαντασιώσεις και στην πεποίθηση ότι όλοι μπαίνουν εμπόδιο στα μεγάλα σχέδια και την επιτυχία, μέσα από την ιστορία ενός κωμικοτραγικού ήρωα που είναι αστείος, πολλές φορές παράλογος και ανυπόφορος, αλλά για κάποιο λόγο πάντα συμπαθής. Ίσως επειδή, παρά τους καυγάδες του – ιδίως με τις γυναίκες της ζωής του – και την ξεπουπουλιασμένη πατριαρχική του βούληση, η κατά βάθος «ψυχούλα» του και ο κίνδυνος να βρεθεί στο σφαγείο της πραγματικότητας τον κάνουν μια οικεία και συμπαθητική φιγούρα.
Ο Γερακίνης προσεγγίζει σκηνοθετικά το στόρι του ανεπιτήδευτα, ρίχνοντας το βάρος στην αυθεντικότητα, ενώ το χιούμορ του είναι πολυδιάστατο, άλλοτε θυμίζει τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο και άλλοτε αποκτά σύγχρονη σατιρική ματιά. Παρά τις όποιες αδυναμίες της παραγωγής, καταφέρνει να δημιουργήσει σκέψεις.
Άξιοι συμπαραστάτες του είναι οι πρωταγωνιστές, που αποδίδουν με ξεχωριστή φυσικότητα τους χαρακτήρες τους, τονώνοντας τη ζωντάνια και την αλήθεια της ταινίας.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Η είδηση ότι ο γιος του Αργύρη, ενός δημοτικού υπαλλήλου, κληρώθηκε να φοιτήσει σε ένα από τα καλύτερα ιδιωτικά σχολεία της χώρας, ταράζει τη δύσκολη σχέση με τη σύζυγό του. Παρόλο που μοιάζει όνειρο απατηλό για τα οικονομικά τους, ο Αργύρης αποφασίζει ότι δεν έχει δικαίωμα να γίνει τροχοπέδη στη μοίρα του παιδιού του.
Το «Hope» («Hopeu») είναι ταινία τρόμου νοτιοκορεάτικης παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Χονγκ-τζιν Να, με τους Τζανγκ Χο-Γιον, Μάικλ Φασμπέντερ, Τζο Ιν Σουνγκ, Τέιλορ Ράσελ, Αλίσια Βικάντερ κα.
Ο Χονγκ-τζιν Να, που έχει χτίσει όνομα στο καλτ σινεμά και το βίαιο θρίλερ, επιστρέφει έπειτα από δέκα χρόνια και το αξιοπρόσεκτο «The Wailing» με ένα ακόμη περίεργο φιλμ επικής διάρκειας 160 λεπτών, που συνδυάζει καταιγιστική δράση, επιστημονική φαντασία και τρόμο. Η ταινία δίχασε το κοινό στο φεστιβάλ Καννών, όπου έκανε πρεμιέρα στο Διαγωνιστικό Τμήμα, μια επιλογή που μοιάζει να έγινε και για τη δημιουργία της πολυσυζητημένης διχογνωμίας.
Δομημένο σε τρία μέρη – μία ώρα απειλητικής περιπλάνησης σε μια έρημη πόλη, μία ώρα καταδίωξης σε έναν έρημο, κατεστραμμένο δρόμο και 40 λεπτά ως αιματοβαμμένο επίλογο – το φιλμ του Να διακρίνεται και πάλι για την υπερβολή της δράσης, το μυστήριο και την πλάκα. Το πολιτικό του σχόλιο για την ξενοφοβία και τον φόβο στο διαφορετικό συμπιέζεται τελικά στο ελάχιστο, από την εμμονή του Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη στη αγωνιώδη δράση δίχως όρια.
Σε ένα έρημο τοπίο, ένας αστυνομικός παλαιάς κοπής και ανδρισμού βλέπει μια νεκρή αγελάδα, χαραγμένη με τεράστιες νυχιές. Αν είναι τίγρης, γιατί δεν την έφαγε; Μάλλον πρόκειται για κάτι διαφορετικό, ένα πλάσμα τεράστιο και απειλητικό, ίσως ένα άλιεν. Ο αστυνομικός ξεκινά την καταδίωξη στη μικρή πόλη που μοιάζει ρημαγμένη από το τέρας, το οποίο αγνοείται. Σπίτια, μαγαζιά, όλα συντρίμμια, αίματα παντού, ζώα κομματιασμένα και άνθρωποι διαλυμένοι. Μαζί με τη νεαρή σύντροφό του και καινούργια συνάδελφό του, αλλά και τους λιγοστούς επιζήσαντες κατοίκους της πόλης, βγαίνουν στο κυνήγι του τέρατος.
Η ταινία είναι απολαυστική στη θέαση και κυρίως στις σκηνές καταδίωξης, που είναι πάμπολλες. Μπορεί να κάνει κάπου στη μέση μια κοιλιά, αλλά δεν χάνει στιγμή το ενδιαφέρον και το σασπένς, ενώ ο Να χρησιμοποιεί τα εφέ με μαεστρία, πολλές φορές με την αίσθηση του χειροποίητου, θυμίζοντας τις κλασικές ταινίες τεράτων της δεκαετίας του ’80.
Το αποτέλεσμα είναι κολασμένα διασκεδαστικό αλλά και εθιστικό. Το χιούμορ συναντά με αρμονία τις σκηνές φρίκης, η πλοκή δεν χάνει ποτέ την πανουργία της και το φινάλε κρατά μια καθοριστική ανατροπή, που βγάζει μια γλυκύτητα μέσα από το αιματοβαμμένο τοπίο, τη γλίτσα της καταστροφής και, μαζί, ένα πολιτικό μήνυμα για την πορεία του κόσμου μας.
Εξαιρετικό είναι και το κορεάτικο καστ της ταινίας, στο οποίο έχουν εισβάλει ως ανθρωπόμορφες εξωγήινες μορφές οι Μάικλ Φασμπέντερ, Αλίσια Βικάντερ και Τέιλορ Ράσελ.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Οι κάτοικοι μιας απομακρυσμένης παραθαλάσσιας κωμόπολης πρέπει να υπερασπιστούν την κοινότητά τους απέναντι σε ένα μυστηριώδες πλάσμα, όταν οι δασικές πυρκαγιές διακόπτουν κάθε επικοινωνία με τον έξω κόσμο.
Το «Μαγικά Φίλτρα 2» («Practical Magic 2») είναι κομεντί φαντασίας αμερικάνικης παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Σούζαν Μπίερ, με τις Νικόλ Κίντμαν, Σάντρα Μπούλοκ, Μέισι Γουίλιαμς, Τζόι Κινγκ, Ντάιαν Γουίστ κα.
Έπειτα από 28 χρόνια, τα «Μαγικά Φίλτρα» αποκτούν σίκουελ, βασισμένα και πάλι στο μυθιστόρημα της Άλις Χόφμαν, με τη σκηνοθεσία να υπογράφει η πολυσυλλεκτική και κάπως άνιση Σούζαν Μπίερ.
Αν και η ιστορία μάς μεταφέρει 25 χρόνια μετά τα γεγονότα της οικογένειας Όουενς και της πρώτης ταινίας, που στέφθηκε από αποτυχία, οι δύο διάσημες πρωταγωνίστριες Νικόλ Κίντμαν και Σάντρα Μπούλοκ παραμένουν το ίδιο νεανικές – ίσως ως αποτέλεσμα μαγείας και όχι ιατρικής.
Ως ένα σημείο, το φιλμ της Μπίερ («Μετά τον Γάμο») δείχνει βελτιωμένο από το αρχικό, αναδεικνύοντας την ιδιορρυθμία μιας ρομαντικής κομεντί που παντρεύεται με τη φαντασία και τις ιδιαίτερες πινελιές μαύρης κωμωδίας.
Είκοσι πέντε χρόνια μετά τα γνωστά γεγονότα, οι δύο αδελφές Όουενς, μεγαλωμένες με τις εκκεντρικές θείες τους, βασανίζονται από την κατάρα που θέλει κάθε άνδρα που ερωτεύονται να πεθαίνει πρόωρα και επιστρέφουν. Η οικογένεια Όουενς αντιμετωπίζει νέα κρίση, όταν μια αποκάλυψη για την ιστορία της οικογένειας και την προέλευση των μαγικών δυνάμεών τους έρχεται στο φως. Όταν η κόρη της Σάλι αρχίζει να αποκαλύπτει κρυμμένα οικογενειακά μυστικά και αναπτύσσει τις δικές της σκοτεινές ικανότητες, η οικογένεια βυθίζεται σε έναν αγώνα πολλών γενεών για να σπάσει επιτέλους την κατάρα που στοιχειώνει την καταγωγή τους εδώ και αιώνες.
Το προσεγμένο σενάριο δίνει την ευκαιρία στις δύο πρωταγωνίστριες να δείξουν το κωμικό τους ταλέντο και να αναπτύξουν μεταξύ τους το απαραίτητο δέσιμο για την αποτελεσματικότητα του φιλμ.
Άλλοτε γλυκερό και απλοϊκό, άλλοτε χαριτωμένο και ευφάνταστο, το φιλμ προσφέρει ένα κεφάτο, χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις, ανάλαφρο δίωρο, με τη σημαντική αρωγή των δεύτερων χαρακτήρων που κρατούν καταξιωμένοι βετεράνοι ηθοποιοί.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Είκοσι πέντε χρόνια μετά τα γνωστά γεγονότα, η ιστορία ακολουθεί την οικογένεια Όουενς καθώς αντιμετωπίζει μια νέα κρίση, όταν μια ανακάλυψη για την ιστορία της οικογένειας και την προέλευση της μαγείας τους έρχεται στο φως.
Το «Ο Αλιέντε στον Λαβύρινθό του» («Allende en su Laberinto») είναι ιστορικό δράμα χιλιανής παραγωγής του 2014, σε σκηνοθεσία Μιγκέλ Λιτίν, με τους Ντανιέλ Μουνιόθ, Αλίνε Κίπενχαϊμ, Οράσιο Βιντέλα, Χουβέλ Βιέλμα, Γκουστάβο Καμάτσο κα.
Πρόκειται για μια αρκετά ενδιαφέρουσα ταινία, με έντονη ιστορική διάσταση, που θυμίζει περισσότερο δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ και προβάλλεται για πρώτη φορά στη χώρα μας.
Βασισμένο στις μαρτυρίες επιζώντων, το φιλμ μοιάζει με κλειστοφοβικό δράμα δωματίου και ανασυνθέτει την αντίστροφη μέτρηση προς το τραγικό φινάλε του εκλεγμένου προέδρου της Χιλής Αλιέντε, καταγράφοντας την εσωτερική πάλη, την αγωνία και την αλληλεγγύη που επικρατούσε ανάμεσα στους υπερασπιστές του προεδρικού μεγάρου, όταν αυτό βομβαρδιζόταν από τις δυνάμεις του μετέπειτα αιμοσταγή δικτάτορα Πινοσέτ.
Στις 11 Σεπτεμβρίου 1973 υλοποιείται το ξενοκίνητο πραξικόπημα στη Χιλή, όπου ο στρατηγός Αουγούστο Πινοσέτ ανατρέπει τον εκλεγμένο σοσιαλιστή πρόεδρο Σαλβαδόρ Αλιέντε, που αυτοκτόνησε λίγο πριν συλληφθεί. Ο Πινοσέτ βάζει βίαιο τέλος στη δημοκρατία της χώρας, η οποία εκτός από χιλιάδες νεκρούς, διώξεις και βαρβαρότητα, αποτέλεσε και οικονομικό και κοινωνικό πείραμα.
Ο Λιτίν γυρίζει με νεύρο μια κλειστοφοβική ταινία, η οποία όμως είναι ιδιαιτέρως άνιση, καθώς οι σκηνές έξω από το προεδρικό κτίριο έχουν ισχυρό ρεαλισμό και γοητεία, ενώ εκείνες εντός του μεγάρου μοιάζουν με αναπαράσταση – ορισμένες φορές ερασιτεχνική – των γεγονότων και χωρίς το βάθος των κρίσιμων στιγμών, με τους χαρακτήρες πολλές φορές να μοιάζουν χάρτινοι.
Επιπλέον, μικρή είναι και η συνεισφορά των ηθοποιών, που θυμίζουν ελληνικές ηρωικές ταινίες της δεκαετίας του ’70.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Στις 11 Σεπτεμβρίου 1973, ο Σαλβαδόρ Αλιέντε βρίσκεται εγκλωβισμένος στο Προεδρικό Μέγαρο καθώς ο στρατός του Αουγούστο Πινοσέτ ανατρέπει την εκλεγμένη κυβέρνηση της Χιλής.
Το ντοκιμαντέρ «The Match» («El Partido») είναι αργεντινής παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Χουάν Καμπράλ και Σαντιάγο Φράνκο.
Ακόμη και όσοι δεν γνωρίζουν πολλά από ποδόσφαιρο έχουν ακούσει για το «Χέρι του Θεού», το αμφιλεγόμενο γκολ του Μαραντόνα στον κρίσιμο αγώνα του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1986 ανάμεσα σε Αργεντινή και Αγγλία. Αυτό όμως είναι μόνο η αφετηρία, καθώς εκείνη την εποχή οι δύο χώρες βρίσκονταν ένα βήμα πριν από γενικευμένο πόλεμο για τα νησιά Φόκλαντ, 400 χιλιόμετρα από την Αργεντινή και 12.700 χιλιόμετρα από τη Βρετανία, τα οποία ανήκαν στην τελευταία ως κατάλοιπο της αποικιοκρατίας.
Το ντοκιμαντέρ των Καμπράλ και Φράνκο, που άνοιξε το φετινό φεστιβάλ των Καννών και βασίζεται στο βιβλίο του Αντρές Μπρούγκο, δεν μένει μόνο στο συγκλονιστικό παιχνίδι, αλλά απλώνεται στη μεγάλη εικόνα της ιστορίας, στη διαμάχη ανάμεσα στις χώρες και στην επίδραση του ποδοσφαίρου σε πολιτικά, κοινωνικά και γεωστρατηγικά γεγονότα.
Σαράντα χρόνια μετά, κάποιοι από τους πρωταγωνιστές, παίκτες των δύο ομάδων, επιστρέφουν αγκαλιασμένοι και θυμούνται όσα έγιναν. Φυσικά λείπει ο μεγάλος πρωταγωνιστής, ο θεός της μπάλας, ο Ντιέγκο, που πέρα από το χέρι χρησιμοποίησε και όλη την ιδιοφυΐα του για να γυρίσει το παιχνίδι και να οδηγήσει την Αργεντινή στην κατάκτηση του Μουντιάλ.
Τον βλέπουμε, ωστόσο, να κάνει πράγματα και θαύματα στο γήπεδο, αλλά και να δηλώνει λίγο πριν από το ματς, μάλλον διπλωματικά, ότι πρόκειται «μόνο για ένα παιχνίδι. Τελεία».
Αν και το φιλμ σπάνια εμβαθύνει στις πολιτικές λεπτομέρειες του πολέμου των Φόκλαντ, περιλαμβάνει με σαφές νόημα αρκετά πλάνα των ηγετών των δύο χωρών, παρουσιάζοντας το ποδόσφαιρο ως μάχη δι’ αντιπροσώπων και ως έναν εξορκισμό της πληγωμένης περηφάνιας.
Και βέβαια, περιλαμβάνει κάτι μεγαλύτερο από τη φάση με το «Χέρι του Θεού»: το καλύτερο γκολ όλων των εποχών, όταν ο Μαραντόνα, περικυκλωμένος από τρεις ποδοσφαιριστές κάτω από το κέντρο του γηπέδου, ξεφεύγει, περνά όποιον βρίσκει μπροστά του και, χρησιμοποιώντας άψογα το σώμα του για να κρύψει την μπάλα, πλασάρει το τόπι στα δίχτυα του ανήμπορου Σίλτον.
Μια ενέργεια ποδοσφαιρικής ευφυΐας και απαράμιλλης τέχνης, που θα μείνει για πάντα στη μνήμη των ποδοσφαιρόφιλων, σε αντίθεση με τα γεωστρατηγικά παιχνίδια και τα πολιτικά συμφέροντα.
Προβάλλονται ακόμη οι ταινίες:
«3 Ωρες Διορία» («Runner») είναι περιπέτεια καταιγιστικής δράσης με τους Άλαν Ρίτσον και Όουεν Γουίλσον και τη σκηνοθετική υπογραφή του Σκοτ Γουό. Με προσχηματικό σενάριο, προσφέρει μια κεφάτη περιπέτεια καταδίωξης, θεαματικά κυνηγητά αυτοκινήτων, εκρήξεις, χορογραφημένες μάχες σώμα με σώμα και αρκετή πλάκα μέσα από τη συνύπαρξη των δύο πρωταγωνιστών.
Ένας διανομέας αποστολών έχει στη διάθεσή του μόλις τρεις ώρες για να μεταφέρει ένα όργανο που θα σώσει τη ζωή ενός επτάχρονου κοριτσιού, το οποίο χρειάζεται άμεση μεταμόσχευση. Αυτό που μοιάζει απλό μετατρέπεται σε θανάσιμη καταδίωξη, όταν ο αρχηγός μιας διαβόητης εγκληματικής οργάνωσης γίνεται εμμονικός με το να αποκτήσει το πολύτιμο μόσχευμα.
Η ταινία έχει ρυθμό και βλέπεται σχετικά ευχάριστα για όσους θέλουν απλώς να ξεδώσουν, αλλά μέχρι εκεί, αφού ο συνδυασμός καταιγιστικής δράσης, χιούμορ και θρίλερ για τη ζωή ενός παιδιού μοιάζει ασύνδετος, σαν μίξερ γεμάτο από «πετυχημένα» κλισέ.
Το ντοκιμαντέρ «Oasis: Don’t Look Back in Anger» έκανε πρεμιέρα εκτός συναγωνισμού στο Φεστιβάλ Βενετίας και καταγράφει την επανένωση των Oasis και τη θριαμβευτική περιοδεία τους σε 41 πόλεις, σχεδόν σε όλο τον κόσμο.
Το φιλμ αποτυπώνει σε δύο γεμάτες ώρες τη δυσκολία της επανένωσης και της προετοιμασίας, τις πρόβες, τα παρασκήνια, τις πρώτες κοινές συνεντεύξεις των Νόελ και Λίαμ Γκάλαχερ έπειτα από 15 χρόνια διάλυσης του συγκροτήματος, μαζί με τραγούδια-επιτυχίες, αμέτρητα πλήθη, συγκίνηση και όλα τα γνωστά στοιχεία ενός προσεγμένου μουσικού ντοκιμαντέρ, από τους Γουίλ Λάβλας και Ντίλαν Σάδερν.
Το «Η Επέλαση» («Onslaught») κινείται ανάμεσα σε βιαιότατο θρίλερ και horror, θέλοντας να προκαλέσει αλαλαγμούς και ανατριχίλες χωρίς κανέναν προορισμό και νόημα, σε σκηνοθεσία Άνταμ Γουίνγκαρντ («Godzilla vs. Kong»).
Όταν μια αδίστακτη ομάδα γενετικά τροποποιημένων υπερστρατιωτών ξεφεύγει στην έρημο, μια στρατιωτικός και ελεύθερη σκοπευτής πρέπει να εξαπολύσει την κόλαση για να προστατεύσει τη μικρή κόρη της.
Στην αμερικάνικης παραγωγής ταινία του 2026 παίζουν οι Άντρια Αρχόνα, Νταν Στίβενς, Άλεξ Περέιρα, Έρικ Γουέρχαϊμ, Μάικλ Μπιν κα.
«Ανθρώπινη Κόλαση» («Dead Reckoning») είναι το κλασικό φιλμ νουάρ του Τζον Κρόμγουελ με τον θρυλικό Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, σε επανέκδοση, 80 χρόνια από την πρεμιέρα του.
Αν και σήμερα μοιάζει ελαφρώς ξεπερασμένο, το φιλμ του ικανότατου Κρόμγουελ διαθέτει σκοτεινή, κλειστοφοβική και αινιγματική ατμόσφαιρα, μαζί με δυνατή σκιαγράφηση των χαρακτήρων.
Μετά τον μυστηριώδη θάνατο του φίλου και συμπολεμιστή του, ένας παρασημοφορημένος βετεράνος λοχαγός ξεκινά τη δική του έρευνα, που τον οδηγεί στον σκοτεινό κόσμο του τζόγου και των γκάνγκστερ. Εκεί συναντά την Κόραλ, μια επικίνδυνη γυναίκα που κρατά τα δικά της μυστικά.
Ο Μπόγκαρτ, όπως πάντα άψογος, στον ρόλο του κυνικού και ευαίσθητου ήρωα, ανεβάζει κάπως και την αδιάφορη υποκριτικά Λίζαμπεθ Σκοτ, που κρατά δίπλα του τον ρόλο της femme fatale.
Χάρης Αναγνωστάκης
Φωτογραφία από την ταινία «Φάκελος 137» – Πηγή Φωτογραφίας: Feelgood Entertainment
![]()
