Ο Λε Κορμπιζιέ και Παρθενώνας συνδέονται σε μια από τις πιο έντονες ερωτικές σχέσεις της ιστορίας της αρχιτεκτονικής. Από τα πρώτα του βήματα στην Ακρόπολη, ο νεαρός τότε αρχιτέκτονας έμεινε καθηλωμένος μπροστά στον ναό.
Στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα, ένας 20χρονος ανηφορίζει ξανά και ξανά στην Ακρόπολη. Για τρεις εβδομάδες ακολουθεί κάθε μέρα την ίδια διαδρομή, σαν μια τελετουργία άγνωστης λατρείας.
Φτάνει στην κορυφή του βράχου, κάνει τον γύρο του Παρθενώνα, σταματά, σχεδιάζει λεπτομέρειες και σημειώνει σκέψεις σε ένα μικρό τετράδιο, (… παραμένω ανίκανος να καταλάβω το μεγαλείο αυτού του πράγματος… Ένας άγριος και απελπισμένος αγώνας…). Ύστερα πέφτει μπρούμυτα στο έδαφος και από εκεί κάτω σηκώνει το βλέμμα του «χαϊδεύοντας» αργά τις αρχαίες κολόνες, με δέος, λες και φοβάται ότι θα χαθούν μπροστά του. Στο τέλος στέκεται στην ανατολική πλευρά, στην είσοδο του ναού, και τον παρατηρεί για ώρες.
Πολλές δεκαετίες αργότερα, σε συνέντευξή του, θα πει: «οι αρχαίοι Έλληνες έκαναν κάτι συναρπαστικά παράδοξο. Σμίλεψαν σαν ζάχαρη ένα μάρμαρο, ένα φανταστικό κατασκεύασμα, του οποίου τα τρίγλυφα και όλες αυτές οι λεπτομέρειες έγιναν με τόση τέχνη που το μόνο που μπορείς να κάνεις μπροστά του είναι να βγάλεις του καπέλο σου. Θεωρητικά ο Παρθενώνας δεν είναι λειτουργικός, αλλά η παρουσία του δείχνει πόσο περιοριστική είναι η έννοια του λειτουργικού. Ο ναός είναι απλή, καθαρή αρχιτεκτονική και είναι λειτουργικός γιατί μας συγκινεί. Ο Παρθενώνας είναι σίγουρα ένα από τα μεγαλύτερα έργα της ανθρωπότητας κι αν με ρωτάτε πώς πρέπει να ανηφορίζει κανείς την Ακρόπολη για να τον δει, πεζή ή με αυτοκίνητο, εγώ σας απαντώ: με τα γόνατα!»
Για τον μεγάλο εραστή της Ακρόπολης και των μνημείων της, τον θεμελιωτή της μοντέρνας αρχιτεκτονικής, πολεοδόμο και θεωρητικό Σαρλ-Εντουάρ Ζανρέ-Γκρι (Charles-Édouard Jeanneret-Gris), δηλαδή τον Λε Κορμπιζιέ, που γεννήθηκε σαν σήμερα πριν από 139 χρόνια, τα μνημεία του βράχου δεν είναι απλώς θραύσματα του παρελθόντος. Είναι δρόμος ανοιχτός προς το μέλλον.
Για τον Παρθενώνα, μάλιστα, γράφει πως πρόκειται για το απόλυτο πρότυπο, «με το αίμα του», όπως λέει. Σελίδες επί σελίδων τού αφιερώνει στα βιβλία του και εξηγεί ότι το φως και το φυσικό τοπίο αναδεικνύουν την πλαστικότητα του ναού με έναν μοναδικό συνδυασμό αλήθειας και έμπνευσης.
«Για 21 μέρες εργάστηκα αδιάκοπα στην Ακρόπολη τρεφόμενος από το θαυμάσιο θέαμα. Αναρωτιέμαι, τι μπόρεσα να κάνω σ΄ αυτές τις 21 μέρες. Αυτό που ξέρω είναι πως πήρα μία ιδέα της αδιαφιλονίκητης αλήθειας. Έφυγα συντριμμένος από μία αλήθεια που δεν είναι γελαστή, που δεν είναι ανάλαφρη, μα γερή, μοναδική, αδυσώπητη. Δεν είχα ακόμα αντρωθεί και στη ζωή που ανοιγόταν μπροστά μου μού έμενε να γίνω ένας χαρακτήρας. Προσπάθησα να δράσω και να δημιουργήσω ένα έργο αρμονικό και ανθρώπινο. Έκανα ό,τι έκανα με αυτή την Ακρόπολη στο βάθος του εαυτού μου…» θα τονίσει το 1933, σε διάλεξή του στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, αναγνωρισμένος πια διεθνώς στα 46 του χρόνια.
Από το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, ο Λε Κορμπιζιέ γίνεται σημείο αναφοράς για τους Έλληνες αρχιτέκτονες. Στα κείμενα και στα μανιφέστα του επιστρέφει συνεχώς σε ιδέες, αξίες και χώρους του ελληνικού πνεύματος, παίρνει την αλήθεια του κλασικού, τη φιλτράρει και τη συνθέτει ξανά με σύγχρονα υλικά.
Δεν αναπαράγει την παράδοση ούτε την αντιγράφει. Τη μετατρέπει σε κάτι νέο, βγάζοντας από τη ρίζα της το φρέσκο και το μοντέρνο. «Η Ακαδημία (σσ: ο ακαδημαϊσμός, η αυστηρή προσήλωση στην παράδοση) κολακεύει την ανθρώπινη τεμπελιά. Εγώ στα ταξίδια μου, στην Ακρόπολή μου, έμαθα να σκέφτομαι, να κοιτάζω, να πηγαίνω στο βάθος του προβλήματος» λέει.
Είναι ο άνθρωπος που επηρεάζει καθοριστικά τη διαμόρφωση και τη συγκρότηση του Μοντερνισμού στην Ελλάδα του 20ού αιώνα. Ακόμα και το ψευδώνυμο Le Corbusier, που επιλέγει, δείχνει τη ρήξη του με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική και τη νέα του ταυτότητα.
Πλέον είναι ο καθοδηγητής του μοντερνισμού, ένας διαφωτιστής των επόμενων γενεών. Είναι, όπως τον σκιαγραφούσε ο Ρουσσώ τον 18ο αιώνα, ένας αθλητής που του αρέσει να μάχεται γυμνός, υπερασπιζόμενος την ενότητα του λόγου και του έργου, της ηθικής αρετής με την κοινωνική επαφή, της δομής με τη μορφή, της ιδέας με την ύλη.
Τ. Α. Μανιατέα
![]()
