Οι Παραμυθόκαρτες δίνουν νέα ζωή στα παραμύθια, που από το λεύκωμα περνούν στα χέρια του αναγνώστη και ταξιδεύουν από γενιά σε γενιά. Η πρωτότυπη αυτή εκδοτική πρόταση συνεχίζει τη σειρά με το δεύτερο λεύκωμα, «Η Γιαγιά του Κόσμου», και παρουσιάζεται στις «Φεγγέρες».
Τα δύο έργα της Κατερίνας Γιαννακά ταξιδεύουν στο Αιγαίο και αποτυπώνουν τη μαγεία της κυκλαδίτικης προφορικής παράδοσης και της λαϊκής αφήγησης. Μιλώντας στο Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, η Κ. Γιαννακά λέει ότι δεν θέλει να φτιάξει απλώς μορφές γύρω από τα παραμύθια της, αλλά κρίκους μιας αλυσίδας που θα μεταφέρουν μαζί τους και τις πολιτιστικές μνήμες, ώστε ο κυκλαδικός πολιτισμός να συναντιέται με το παραμύθι και να συνομιλεί μαζί του. «Η Νεραϊδένια γεννήθηκε μέσα από τη μνήμη» σημειώνει.
Στην αρχή, λέει η συγγραφέας, δεν υπήρχε σχέδιο για σειρά βιβλίων ούτε η σκέψη ενός ολόκληρου κόσμου γύρω από έναν χαρακτήρα. Υπήρχε η ανάγκη της να επιστρέψει στα παιδικά της χρόνια, στον τόπο, στις γυναίκες της οικογένειας, στις αφηγήσεις τους, αλλά και στις λέξεις και στις συνήθειες που κάποτε θεωρούνταν αυτονόητες και σήμερα κινδυνεύουν να χαθούν.
Ιδιαίτερα καθοριστική, όπως εξηγεί, ήταν η μορφή της Λαλάς. Η γιαγιά είναι ο άξονας της οικογένειας, εκείνη γύρω από την οποία συγκεντρώνονται άνθρωποι, μνήμες, ιστορίες και αξίες. Μαζί με τη μορφή της ήρθε και η γλώσσα της, την οποία η Κατερίνα Γιαννακά ήθελε να διατηρήσει όχι μόνο ως λέξεις, αλλά όπως θα ακουγόταν από το στόμα μιας λαλάς, με τη μουσική, τον ρυθμό και τον ιδιαίτερο τρόπο αφήγησής της. «Αυτό θεωρώ πως είναι και η ψυχή των παραμυθιών» λέει.
Έτσι γεννήθηκε το λεύκωμα «Τση Νεραϊδένιας». Η συγγραφέας θυμάται πως η κόρη της, όταν ήταν μικρή, της ζητούσε συνεχώς «Κι άλλο, μαμά», δύο λέξεις που έγιναν για εκείνη ισχυρό έναυσμα. Εκεί κατάλαβε ότι μια ιστορία που περνά από τη μία γενιά στην άλλη δημιουργεί δεσμό.
Μέσα σε αυτόν τον δεσμό, όπως λέει, ξαναβρήκε και τη μνήμη της «Φεγγέρας». Ήταν η στιγμή της συνύπαρξης μιας ολόκληρης κοινωνίας κάτω από το φως του φεγγαριού, μετά την κούραση της ημέρας. Οι άνθρωποι μαζεύονταν, οι γυναίκες έπλεκαν, έγνεθαν, δούλευαν με τα χέρια τους και ταυτόχρονα αφηγούνταν ιστορίες, άκουγαν και μοιράζονταν μνήμες. Η εργασία, η αφήγηση και η συντροφιά συνυπήρχαν, μεταδίδοντας γνώση, μνήμη και φαντασία από γενιά σε γενιά. Αυτόν τον τρόπο συνύπαρξης θέλει να επαναφέρει μέσα από τις «Φεγγέρες», ώστε το παραμύθι να γίνει ξανά αφορμή για συνάντηση, κουβέντα και δημιουργία. Να μην μένει το παιδί απλός ακροατής, αλλά να πάρει στα χέρια του ένα μολύβι, ένα χαρτί, να ζωγραφίσει, να θυμηθεί, να μιλήσει και να δώσει τη δική του συνέχεια στην ιστορία. Η οικογένεια έχει αλλάξει, τονίζει, και μαζί της έχουν αλλάξει η τεχνολογία, η συνεχής παρουσία των οθονών και τα συχνά ανεξέλεγκτα ωράρια εργασίας. Δεν πιστεύει ότι μπορεί ή ότι χρειάζεται να γυρίσει ο χρόνος πίσω, θεωρεί όμως πως μπορούν να ξαναμπούν στη ζωή κάποια μοτίβα επικοινωνίας που έχουν αξία.
Στη διαδρομή αυτή, σύμφωνα με την ίδια, η συνεργασία της με την εικαστικό Αγγελική Ταβουλάρη ήταν πολύ σημαντική. Τα έργα της δεν λειτουργούν ως απλή εικονογράφηση, αλλά ως ένας δεύτερος δρόμος αφήγησης, με την εικόνα να συνομιλεί με το κείμενο και να δίνει έναν άλλο τρόπο προσέγγισης της ιστορίας και του πολιτισμού. Τότε, όπως περιγράφει, τα παραμύθια άρχισαν να δραπετεύουν από τα λευκώματα. Τα λευκώματα παραμένουν συλλεκτικά έργα, όμως οι ιστορίες τους απέκτησαν διαφορετική ζωή και έτσι γεννήθηκαν οι Παραμυθόκαρτες. Κάθε παραμύθι μπορεί πλέον να φύγει από τις σελίδες του βιβλίου, να ταξιδέψει μόνο του και να γίνει κάτι που ο αναγνώστης κρατά, χαρίζει, συλλέγει και μοιράζεται. Για να αποκτήσουν και τη δική τους ταυτότητα, δημιούργησε ένα προσωπικό σημάδι αυθεντικότητας, ένα κυκλαδικό ειδώλιο, το βιολόσχημο, μέσα στο οποίο κρύβονται και τα αρχικά του ονόματός της.
![]()
