Τα πλημμυρικά φαινόμενα προκαλούν πολύ μεγαλύτερες ζημιές όταν συναντούν δόμηση σε εκτεθειμένες περιοχές και ευάλωτες υποδομές, σύμφωνα με νέα πανευρωπαϊκή μελέτη. Στην έρευνα συμμετείχαν ο Ομότιμος Καθηγητής του ΕΜΠ, Αναστάσιος Στάμος, και ο Επίκουρος καθηγητής Ακραίων Φαινομένων και Φυσικών Καταστροφών του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μιχάλης Διακάκης.
Η μελέτη εξετάζει πλημμυρικά φαινόμενα που καταγράφηκαν σε ευρωπαϊκές χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, από το 2007 έως το 2025. Στις περιπτώσεις που αναλύθηκαν περιλαμβάνονται πλημμυρικά φαινόμενα σε Αυστρία, Κροατία, Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Σερβία, Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο, Ελλάδα με την κακοκαιρία Daniel, Ιταλία, Πολωνία, Πορτογαλία, σκανδιναβικές χώρες, Ισπανία, Ελβετία και Ηνωμένο Βασίλειο.
Όπως εξηγεί στο Αθηναϊκό -Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο κ. Διακάκης, ένας από τους συγγραφείς της μελέτης, οι μεγάλες καταστροφές δεν σχετίζονται μόνο με την ένταση των ακραίων φαινομένων, αλλά και με τη χωροταξία, όταν αυτή δεν υπολογίζει τις ζώνες κινδύνου.
«Αυτό που διαπιστώθηκε είναι ότι το πλημμυρικό πρόβλημα, οι μεγάλες καταστροφές δεν προκύπτουν μόνο λόγω του ακραίου φαινομένου. Πολύ σημαντικός κοινός παράγοντας είναι το γεγονός ότι η χωροταξία δεν λαμβάνει υπόψη τις ζώνες κινδύνου. Αναπτυσσόμαστε δηλαδή αγνοώντας σε πολύ μεγάλο βαθμό τις ζώνες κινδύνου. Σε όλη την Ευρώπη οι πόλεις έχουν σχεδιαστεί χωρίς να λαμβάνουν ιδιαίτερα υπόψη πού είναι οι ζώνες κινδύνου πλημμύρας. Αυτό σχετίζεται και με την ανάκαμψη μετά από αυτές τις καταστροφές. Μία κοινωνία η οποία επικαιροποιεί το νομικό της πλαίσιο, τους κανονισμούς με τους οποίους χτίζει, τον σχεδιασμό και την ετοιμότητα, φαίνεται να έχει καλύτερα αποτελέσματα. Μία κοινωνία η οποία δεν επικαιροποιεί τίποτα και συνεχίζει με τον ίδιο τρόπο να χτίζει όπως πριν, φαίνεται ότι εμφανίζει μεγαλύτερα και σοβαρότερα ζητήματα», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Διακάκης.
Παράλληλα, η έρευνα εξετάζει ποια διδάγματα μπορούν να αντληθούν από τις πρόσφατες πλημμυρικές καταστροφές στην Ευρώπη και πώς μπορούν να συμβάλουν σε μια πιο ανθεκτική διαχείριση του κινδύνου πλημμύρας. Εστιάζει επίσης στις προειδοποιήσεις για τέτοιους κινδύνους, που είτε δεν φτάνουν εγκαίρως είτε δεν γίνονται κατανοητές, με αποτέλεσμα να επιδεινώνουν σημαντικά τις συνέπειες. Ακόμη, καταγράφει τις αντιδράσεις κοινωνιών και θεσμών μετά από μια καταστροφή, δηλαδή αν υπάρχουν αλλαγές στην πολιτική, στον σχεδιασμό και στην ετοιμότητα και αν αυτές οδηγούν σε μόνιμη μείωση του κινδύνου.
Όπως τονίζεται, οι πλημμυρικές καταστροφές στην Ευρώπη έχουν γίνει πιο συχνές και πιο σοβαρές λόγω παραγόντων όπως η ταχεία αστικοποίηση, η ευαλωτότητα των υποδομών και οι ακραίες καιρικές συνθήκες που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή.
Τα αποτελέσματα της μελέτης αναδεικνύουν πέντε κρίσιμα ζητήματα: την αυξανόμενη συχνότητα των πλημμυρών ποταμών και των αιφνίδιων πλημμυρών σε αστικές περιοχές, τις επιπτώσεις της αστικοποίησης και της ανεπαρκούς απορροής, τη μορφή των χαρακτηριστικών των κινδύνων λόγω ακραίων καιρικών φαινομένων που προκαλούνται από το κλίμα, τις ελλείψεις στη διάδοση των έγκαιρων προειδοποιήσεων και τη διαφοροποίηση της επικινδυνότητας και της δυνατότητας αντιμετώπισης σε τοπικό επίπεδο.
«Δεν θέλαμε να εξετάσουμε το φαινόμενο μόνο σε μία συνθήκη, μόνο σε μία χώρα, μόνο σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον. Θέλαμε να εντοπίσουμε ζητήματα που υπάρχουν οριζοντίως σε όλη την ήπειρο. Τα πλημμυρικά συμβάντα που βρέθηκαν στο επίκεντρο της μελέτης μας είχαν ως αποτέλεσμα σοβαρές καταστροφές και πολύ σοβαρές επιπτώσεις σε περιουσίες, σε ανθρώπινα θύματα, σε υποδομές. Σκοπός ήταν να δούμε την ακτινογραφία τους ακόμη και σε χώρες οι οποίες είναι πλούσιες και οι οποίες παραδοσιακά επενδύουν στην πρόληψη, όπως είναι η Γερμανία, η Βρετανία, η Βόρεια Ιταλία, η Ισπανία», επισημαίνει ο κ. Διακάκης.
Όπως προσθέτει, ένα ζήτημα που προέκυψε είναι η δυσκολία πολλές φορές οι μηχανισμοί έγκαιρης προειδοποίησης να φτάσουν αποτελεσματικά στον πολίτη. «Ενώ υπάρχουν συστήματα δηλαδή σε πολλές περιπτώσεις δεν κατάφεραν να φτάσουν ή να πείσουν τον πολίτη», τονίζει, και υπογραμμίζει ότι αυτό σχετίζεται με το επίπεδο εκπαίδευσης του πολίτη στις πλημμύρες.
Από την ανάλυση των περιστατικών σε μια σειρά ευρωπαϊκών χωρών προκύπτει ότι αρκετές περιπτώσεις επεκτάθηκαν πέρα από τις περιοχές που θεωρούνταν παραδοσιακά γνωστές ως ζώνες πλημμυρικού κινδύνου.
Όπως επισημαίνει ο κ. Διακάκης, ακόμη και όταν μια περιοχή είναι ήδη εκτεθειμένη σε κίνδυνο, η αλλαγή της υπάρχουσας κατάστασης δεν είναι εύκολη, ιδιαίτερα σε πυκνοδομημένα αστικά περιβάλλοντα. Την ίδια ώρα, το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο όταν η ανάπτυξη συνεχίζεται μέσα ή κοντά σε ζώνες κινδύνου.
«Το ένα ζήτημα είναι η προβληματική χωροταξία, το δεύτερο όμως είναι ότι συνεχίζει να εξελίσσεται με τον ίδιο προβληματικό τρόπο», σημειώνει, φέρνοντας ως παράδειγμα την κατασκευή μεγάλων εμπορικών καταστημάτων κοντά σε κοίτες ποταμών, συχνά με υπόγειους χώρους στάθμευσης και συγκέντρωση μεγάλου αριθμού ανθρώπων.
Η μελέτη δείχνει επίσης ότι, ακόμη κι όταν δύο περιοχές αντιμετωπίσουν φαινόμενα παρόμοιας έντασης, οι συνέπειες μπορεί να διαφέρουν σημαντικά. Η έκθεση του πληθυσμού, ο βαθμός αστικοποίησης, η κατάσταση των υποδομών, η θεσμική ετοιμότητα αλλά και η οικονομική δυνατότητα μιας χώρας επηρεάζουν τόσο την έκταση των ζημιών όσο και την ικανότητα ανάκαμψης.
Συμπερασματικά, η μελέτη υπογραμμίζει την ανάγκη για συνδυασμό μέτρων: αντιπλημμυρικά έργα, χωροταξικό σχεδιασμό που λαμβάνει υπόψη τον κίνδυνο, αποτελεσματικά συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης και καλύτερο συντονισμό μεταξύ των αρμόδιων φορέων. Παράλληλα, δίνει έμφαση στην προσαρμογή των μέτρων στις διαφορετικές μορφές πλημμυρικού κινδύνου, καθώς, όπως τονίζεται, μια προσέγγιση που λειτουργεί για μια μεγάλη πλημμύρα ποταμού δεν είναι απαραίτητα εξίσου αποτελεσματική απέναντι σε ένα αιφνίδιο πλημμυρικό φαινόμενο.
Ιωάννα Καρδάρα
![]()
