Σωτήριον έτος 1941. Η αρχή της Ελευθερίας ακούγεται σε μια Αθήνα που ήδη στενάζει κάτω από τη γερμανική κατοχή από τον Απρίλιο. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι φόβο, τα σχολεία έχουν επιταχθεί ή μετατραπεί σε νοσοκομεία, αποθήκες και στρατώνες, ενώ τα πανεπιστήμια λειτουργούν με διακοπές και αναβολές μαθημάτων.
Λίγες μέρες πριν από την πρώτη επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940, οι φοιτητές της Νομικής στη Σόλωνος βλέπουν στον πίνακα ανακοινώσεων ένα σημείωμα: «Την Τρίτη 28 Οκτωβρίου 1941 κωλύομαι να διδάξω. Κωνσταντίνος Τσάτσος». Η είδηση τούς αναστατώνει ευχάριστα, σαν να τους καλεί να αφήσουν το μάθημα Φιλοσοφίας Δικαίου και να τιμήσουν μαζί τη μαύρη επέτειο.
Στην πραγματικότητα, την προηγούμενη μέρα, 27 Οκτωβρίου, ο πρύτανης του πανεπιστημίου είχε καλέσει τον καθηγητή στο γραφείο του και του είχε ζητήσει να κάνει κανονικά το μάθημα της επόμενης ημέρας και, αν οι φοιτητές προχωρούσαν σε εκδηλώσεις για την επέτειο, να αποχωρήσει από την αίθουσα. Ο Τσάτσος δεν υπακούει. Είναι κι εκείνος αποφασισμένος να τιμήσει τη μέρα και να στείλει το δικό του μήνυμα. Την ίδια ώρα του φροντιστηρίου συγκεντρώνει τους φοιτητές στο κεντρικό αμφιθέατρο, όπου επικρατεί ένταση και προσμονή για κάτι που όλοι νιώθουν πως θα συμβεί.
Όταν ο ισχνός άνδρας με το σπουδαίο παράστημα ανεβαίνει στην εξέδρα, το αμφιθέατρο σωπαίνει. Ο Τσάτσος μιλά με πάθος και στεντόρεια φωνή, περπατώντας πέρα δώθε, και λέει στους φοιτητές ότι η αυριανή μέρα είναι μια μέρα συλλογής, γι’ αυτό και τους είχε ήδη ενημερώσει πως δεν θα κάνει μάθημα. Τους χαρακτηρίζει ευλογημένη γενεά, θυμίζει πως ο πρώτος πόλεμος μάρανε τα δικά του παιδικά χρόνια και πως εκείνοι, μόλις αφήσουν τα φοιτητικά έδρανα, θα βρουν μια ελεύθερη χώρα. Τους μιλά για όσους έπεσαν στα χιόνια της Αλβανίας και για όσους γύρισαν χωρίς πόδια, χωρίς χέρια και χωρίς μάτια, και τους καλεί να περάσουν από τον ενθουσιασμό στην πολιτική συνείδηση. Κλείνει προειδοποιώντας πως, αν ύστερα από τόσο αίμα δεν υπάρξει μια πολιτειακή και μια διαπολιτειακή τάξη στηριγμένη στις αρχές της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, ο αγώνας κινδυνεύει να χάσει την αξία του.
Οι φοιτητές ξεσπούν σε χειροκροτήματα. Ξέρουν ότι η πρωτοβουλία του καθηγητή τους δεν θα μείνει χωρίς συνέπειες, ενώ έχουν ήδη διακρίνει τον φόβο στα σκυθρωπά πρόσωπα των άλλων καθηγητών, εκείνων που αναγκάζονται να διδάσκουν νομική σε μια χώρα όπου όλοι οι νόμοι και όλες οι ελευθερίες έχουν τσαλαπατηθεί. Ο Τσάτσος, όμως, είναι διαφορετική περίπτωση.
Όταν τελειώνει, βγάζει ένα μαντήλι από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του και σκουπίζει το μέτωπό του, σαν να έδωσε μόλις μια τιτάνια μάχη. Για λίγα δευτερόλεπτα επικρατεί σιωπή. Έπειτα, ένας όχλος έντρομων νέων τον κυκλώνει και τον φυγαδεύει για να μην τον πιάσουν οι Ιταλοί, καθώς οι φοιτητές είναι βέβαιοι ότι οι χαφιέδες έχουν ήδη ενημερωθεί για την επανάσταση του καθηγητή.
Την επόμενη κιόλας μέρα, με διάταγμα της κατοχικής κυβέρνησης, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος απολύεται από το Πανεπιστήμιο. Η πράξη του χαρακτηρίζεται «ασύνετη» και του στερεί μισθό και κάθε συνταξιοδοτικό δικαίωμα.
Χρόνια αργότερα, ο τότε φοιτητής της Νομικής Αλέξανδρος Μαγκάκης θα θυμηθεί πως ο Τσάτσος μιλούσε για τις θεμελιακές αρχές του Δικαίου και πως οι συλλογισμοί του ανέβαιναν σαν βαθμίδες, μαζί με τη δική τους αναμονή. «Και τώρα θα σας μιλήσω για την τελική αρχή, που αυτή πια δεν μπορώ να σας την αποδείξω», είπε κάποια στιγμή. «Αυτή πρέπει κανείς να την πιστεύει. Την αρχή της Ελευθερίας». Η λέξη, όπως θα πει, δεν ειπώθηκε απλώς, αλλά εκτοξεύτηκε με πάθος και τους βρήκε κατάστηθα. «Ξεσηκωθήκαμε! Αλαλάξαμε!», περιγράφει, σημειώνοντας πως ο λόγος εκείνος συνέβαλε αποφασιστικά στη μεγάλη εθνικοαπελευθερωτική διαδήλωση φοιτητών, τραυματιών του πολέμου και εργαζομένων, με την οποία άρχισαν οι μαζικές αγωνιστικές κινητοποιήσεις στην Αθήνα, πάντα με οργανωτική αφετηρία το Πανεπιστήμιο.
Μετά την απελευθέρωση, ο Τσάτσος επιστρέφει στο πανεπιστήμιο ως τακτικός καθηγητής Δικαίου. Διδάσκει σε αμφιθέατρο που παραμένει διαρκώς γεμάτο, συμβάλλοντας στην αναζωογόνηση του ιδεοκρατικού πνευματικού ρεύματος που είχε τόσο ανάγκη η Ελλάδα μετά το τέλος του β΄ παγκοσμίου πολέμου.
Το 1944, ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου καθιερώνει την 28η Οκτωβρίου ως ημέρα μνήμης και εθνική εορτή, ομότιμη με την 25η Μαρτίου του 1821, με αφετηρία εκείνη την ιστορική ομιλία του Κωνσταντίνου Τσάτσου.
Τ. Α. Μανιατέα
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ: Συλλογή Κωνσταντίνου Τσάτσου/Μπενάκειος Βιβλιοθήκη
![]()
