Τα φώτα της πλατείας είναι σβηστά. Μόνον ο βράχος της Ακρόπολης από τα πλάγια κάνει αισθητή την παρουσία του με τον ισχνό φωτισμό του. Τα χρυσόψαρα στο ενυδρείο που στολίζει τη βάση της οθόνης, κινούνται νωχελικά. Το σινεμά είναι πολυτελείας. Δεν έχει πολύ καιρό που έχει ανοίξει στην καρδιά του Θησείου, εκεί στην ανηφοριά της Αποστόλου Παύλου, αμέσως μετά την πλατεία. Μέρες τώρα διαφημίζει το δραματικό αριστούργημα, που έχει σπάσει ταμεία στη μακρινή Αμερική, και απόψε είναι η πρεμιέρα του στην Ελλάδα. Η Κυρία με τας Καμελίας. Οι θεατές βιώνουν το δράμα της όμορφης πόρνης, που υποδύεται μοναδικά η Γκρέτα Γκάρμπο.
Στην κατάμεστη πλατεία επικρατεί απόλυτη σιωπή, που ταράζουν πού και πού κανένας ασυγκράτητος λυγμός, ένας κοφτός αναστεναγμός, μία γεμάτη μύτη που αδειάζει διακριτικά σε ένα μαντήλι. Είναι η στιγμή που η Μαργαρίτα αναγκάζεται να διώξει από κοντά της τον έρωτα της ζωής της, τον Αρμάνδο, κατά παράκληση του πατέρα του. Οι κυρίες ξεσπούν σε βουβό κλάμα και οι κύριοι τις σφίγγουν καθησυχαστικά το χέρι.
Ξαφνικά, η πλατεία του σινεμά πλημμυρίζει από κακαρίσματα! Δεκάδες, εκατοντάδες ασυγκράτητες κότες διαμαρτύρονται θαρρείς κάτι τάραξε τον γαλήνιο ύπνο τους. Η σπασμένη φωνής της ασθενικής Μαργαρίτας στην οθόνη χάνεται μέσα στην… ένθερμη ορνιθοεπανάσταση και το παράξενο είναι ότι ουδείς μπορεί να εντοπίσει πού ακριβώς εξελίσσεται αυτή. Τα κακαρίσματα από το πουθενά ενισχύουν τον εκνευρισμό των θεατών και από την ατμόσφαιρα του παρισινού σαλονιού και τα φίνα βελούδα όπου βυθίζονταν πριν, βρίσκονται να φωνάζουν το διόλου κομψό: “Χασάπη, μάζεψε τις κότες!”.
Για “θορυβώδη ιδιότυπον παρεμβολή” κάνουν λόγο, την επομένη, οι εφημερίδες.
Στην πραγματικότητα, οι κότες βρίσκονταν σε υπόγειο χώρο κάτω από την οθόνη του κινηματογράφου σε ένα πρότυπο για την εποχή ορνιθοτροφείο/εκκολαπτήριο. Αλλά την ώρα της προβολής, που θα έπρεπε να κοιμούνται ύπνο βαθύ, κάτι τις τάραξε και ξύπνησαν.
Είναι η εκπνοή της δεκαετίας του ’30. Η ατμόσφαιρα μυρίζει μπαρούτι. Όλα δείχνουν ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται στο κατώφλι ενός νέου πολέμου. Ο Μεταξάς παροτρύνει τους Έλληνες να προβλέψουν για τα δύσκολα… Να εκθρέψουν ζώα και να καλλιεργήσουν φαγώσιμα ακόμα και στο μικρότερο κομμάτι διαθέσιμης γης. Αυτή την εποχή, που το αφεντικό του Σινε – ΘΗΣΕΙΟΝ έχει στήσει το ορνιθοτροφείο στο υπόγειο, οι δύο πλαγιές της γραμμής του ηλεκτρικού ίσαμε τον σταθμό του Θησείου είναι σπαρμένες με στάρι.
Στις αρχές του 20ού αι. η συνοικία της Μελίτης (το κατοπινό Θησείο) απλώνεται σε έκταση 88,96 στρεμμάτων στα βορειοδυτικά της Ακρόπολης. Σύμφωνα με τη μελέτη του νομομηχανικού Αθανάσιου Γεωργιάδη, την οποία ενέκρινε το δημοτικό συμβούλιο Αθηναίων το 1908, η Μελίτη περικλείεται από τις οδούς Αποστόλου Παύλου, Ακάμαντος, Ακταίου και Επταχάλκου.
Βρυσάκι – μια θυσία του παρόντος στο παρελθόν
Έως το 1930 περιλαμβάνει και την περιοχή “Βρυσάκι” ή Βλασαρού, που βρίσκεται στη βορειοδυτική πλευρά της Ακρόπολης, μεταξύ Στοάς Αττάλου και ναού του Ηφαίστου, αλλά σε λίγο αυτή η γειτονιά θα θυσιαστεί για να αποκαλυφθεί η Αρχαία Αγορά. Η απαλλοτρίωση του χώρου και η κατεδάφιση των σπιτιών μαζί με τον ναό της Βλασαρούς θα συντελεστούν σε διάστημα μόλις οκτώ ετών. Σε μεγάλο τμήμα της πρόκειται για έκταση που ανήκε κάποτε σε δύο προξένους, τους οποίους αποζημίωσε αδρά το ελληνικό κράτος.
Το Βρυσάκι είναι προσφυγογειτονιά, μάλλον έτσι εξελίχθηκε. Ξεριζωμένοι Μικρασιάτες βρήκαν εδώ απάγκιο και στήσανε τις παράγκες τους και τη ζωή τους. Κάθε οικογένεια ζει σε ένα δύο δωμάτια, που εκτείνονται περιμετρικά μίας κοινής αυλής. Σε τούτη την αυλή μπορεί να ζουν και 15 οικογένειες. Όμως, οι πρώτοι πρόσφυγες δεν ήταν τόσο τυχεροί. Εγκαταστάθηκαν λίγο έξω από το Θησείο, στον Ασύρματο. Μια γειτονιά αφιλόξενη.
Πριν έρθουν οι νοικοκύρηδες από την αντίπερα πλευρά του Αιγαίου, από το δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα, ήδη εδώ ήταν εγκατεστημένοι παλιοί Αθηναίοι, μεσοαστοί, επαγγελματίες και υπάλληλοι. Η καρδιά του Βρυσάκι χτυπά στην πλατεία των Αγίων Αποστόλων, στη συμβολή των δρόμων Αρείου Πάγου, Πολυγνώτου και Βουλευτηρίου. Γύρω γύρω ταβέρνες, εμπορικά μαγαζιά και καφενέδες…
Σε όλο το διάστημα του μεσοπολέμου, το Θησείο είναι γειτονιά πολύβουη και πολύχρωμη. Τα καλοκαίρια στις αλάνες ακούγονται τα ξεφωνητά των παιδιών που κυνηγιούνται, παίζουν με το τσέρκι. Το περιστατικό με τις κότες δεν ήταν αρκετό για να φρενάρει τη δουλειά του Σινέ – ΘΗΣΕΙΟΝ. Είναι, εξάλλου, ο μοναδικός κινηματογράφος που θα επιβιώσει έναν αιώνα μετά.
Η ιστορία του Βρυσάκι και του Θησείου αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα της περιοχής, έχει καταγραφεί στα χρόνια και τις θυσίες των κατοίκων της, καθώς και στα ιστορικά γεγονότα που την επηρεάζουν. Η ζωή συνεχίζεται με τις ιστορίες και τους θρύλους που συνδέονται με το παρελθόν, θυμίζοντας σε όλους τη σημασία της κληρονομιάς μας.
![]()

