Η «Μάχη του Αλγερίου» του Τζίλο Ποντεκόρβο παραμένει μια από τις ταινίες που σημάδεψαν όσο λίγες το πολιτικό σινεμά, ακόμη κι αν το όνομα του Ιταλού δημιουργού είναι σήμερα λιγότερο γνωστό στους νεότερους. Για τους παλαιότερους φίλους του είδους, όμως, το έργο του εξακολουθεί να προκαλεί έντονη συγκίνηση και να διατηρεί ξεχωριστή θέση στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Η επιρροή του υπήρξε μεγάλη και σε σκηνοθέτες όπως ο Κώστας Γαβράς, ιδιαίτερα μέσα από τις ταινίες «Ζ» και «Σε Κατάσταση Πολιορκίας», ο Κεν Λόουτς, ο Όλιβερ Στόουν, ο Μάρτιν Σκορτσέζε, ο Σπάικ Λι και ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, ενώ ο Στίβεν Σόντερμπεργκ έχει παραδεχθεί ότι δανείστηκε στιλιστικές ιδέες του Ποντεκόρβο στο «Traffic».
Η φήμη του Ποντεκόρβο απογειώθηκε πριν από 60 χρόνια, όταν παρουσίασε τη «Μάχη του Αλγερίου», ένα αριστούργημα που κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στη Βενετία και προτάθηκε για τρία Όσκαρ. Το φιλμ, με σημαντική απήχηση και στην Αμερική, αφηγείται ως πολιτικό θρίλερ τον αγώνα ενός λαού απέναντι στην αποικιοκρατική επιβολή της Γαλλίας και, με τον ρυθμό και την αφήγησή του, άλλαξε τη δομή και τη φιλοσοφία του πολιτικού σινεμά, συνομιλώντας με το «Θωρηκτό Ποτέμκιν» και την «Απεργία» του Σεργκέι Αϊζενστάιν.
Ο Τζίλο Ποντεκόρβο, που πέθανε πριν από 20 χρόνια, στις 12 Οκτωβρίου 2006, άφησε πίσω του όχι μόνο ένα έργο που μελετάται ακόμη από νέους σκηνοθέτες και σχολές κινηματογράφου, αλλά και μια ζωή γεμάτη αντιφασιστικούς αγώνες και πολιτικές συγκρούσεις.
Γεννημένος στην Πίζα, στις 19 Νοεμβρίου 1919, ήταν γιος μιας κοσμικής, εύπορης ιταλοεβραϊκής οικογένειας με τρία εργοστάσια υφαντουργίας και περισσότερους από 1.000 εργαζόμενους, μια κληρονομιά που απαρνήθηκε από νεαρή ηλικία. Είχε ακόμη επτά αδέλφια, ανάμεσά τους τον Μπρούνο, μετέπειτα σημαντικό πυρηνικό επιστήμονα, μέλος της ομάδας του Νομπελίστα Ενρίκο Φέρμι, γνωστό για τις έρευνές του στην πειραματική σωματιδιακή φυσική και ιδιαίτερα στα νετρίνα, αλλά και για τη φυγή του στη Μόσχα το 1950. Μαζί με τις τρεις αδελφές τους και τον μικρότερο Τζίλο, είχαν ενταχθεί νωρίτερα στο Κομμουνιστικό Κόμμα, ενώ ο αδελφός τους Γκουίντο Ποντεκόρβο ήταν γνωστός γενετιστής που εγκαταστάθηκε στη Βρετανία.
Ο μόνος από τα αδέλφια με καλλιτεχνικές ανησυχίες ήταν ο Τζίλο Ποντεκόρβο, αν και ξεκίνησε σπουδάζοντας χημεία στο Πανεπιστήμιο της Πίζας. Παράτησε γρήγορα τις σπουδές του και ήρθε σε επαφή με τις μαρξιστικές ιδέες. Το 1938, μπροστά στον αυξανόμενο αντισημιτισμό στην Ιταλία και την άνοδο των φασιστών, ακολούθησε τον μεγαλύτερο αδελφό του Μπρούνο στο Παρίσι, όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Εκεί γνώρισε και τον κινηματογράφο, ξεκινώντας με ντοκιμαντέρ μικρού μήκους, ενώ έγινε βοηθός του Γιόρις Ίβενς, του Ολλανδού ντοκιμαντερίστα και γνωστού μαρξιστή, αλλά και βοηθός σκηνοθέτη του Ιβ Αλεγκρέ, που γύριζε κυρίως φιλμ νουάρ. Στο Παρίσι γνώρισε καλλιτέχνες και διανοητές όπως ο Πάμπλο Πικάσο, ο Ίγκορ Στραβίνσκι και ο Ζαν Πολ Σαρτρ, ενώ φίλοι του πήγαν να πολεμήσουν στο πλευρό των δημοκρατών στον ισπανικό εμφύλιο.
Το 1941 επέστρεψε στην Ιταλία για να ενταχθεί ενεργά στο Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Δραστηριοποιήθηκε στη Βόρεια Ιταλία, όπου οργάνωσε αντιφασιστικές αντάρτικες ομάδες, ενώ από το 1943 έως το τέλος του Πολέμου αναδείχθηκε σε ηγέτη στο Μιλάνο, με το ψευδώνυμο «Βαρνάβας». Στα ταραγμένα μεταπολεμικά χρόνια έγινε συνεκδότης του εβδομαδιαίου κομμουνιστικού περιοδικού «Pattuglia» με τον Ντάριο Βολάρι, ενώ το 1956 διέκοψε κάθε δεσμό με το Κομμουνιστικό Κόμμα, μετά τη σοβιετική επέμβαση στην Ουγγαρία, χωρίς ποτέ να αποκηρύξει την αφοσίωσή του στον μαρξισμό.
Βλέποντας την ταινία-σταθμό του Ρομπέρτο Ροσελίνι «Αυτοί που Έμειναν Ζωντανοί», αποφάσισε να στραφεί στον κινηματογράφο. Αγόρασε μια κάμερα 16 χιλιοστών και γύρισε αρκετά ντοκιμαντέρ, ενώ το 1957 έκανε το ντεμπούτο του σε μεγάλου μήκους ταινία, σκηνοθετώντας ένα επεισόδιο στη σπονδυλωτή ταινία «La Rosa dei Venti». Αμέσως μετά γύρισε την πρώτη προσωπική του ταινία, «Ο Πλατύς Γαλάζιος Δρόμος», με την οποία προανήγγειλε το ιδιαίτερο ύφος των επόμενων δουλειών του και κέρδισε το πρώτο του βραβείο στο διεθνές φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι.
Για το επόμενό του φιλμ, το «Καπό», χρειάστηκε πάνω από δύο χρόνια γυρισμάτων. Πρόκειται για ένα ιστορικό δράμα για το Ολοκαύτωμα και την προσπάθεια απόδρασης μιας νεαρής Εβραίας από ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η ταινία ξεχωρίζει ως αντιπολεμικός ύμνος για το σκληρό και τολμηρό, για την εποχή, σκηνοθετικό βλέμμα και τις αυθεντικά συγκινητικές σκηνές της, ενώ, παρά την έντονη κριτική από ορισμένους συναδέλφους του, προτάθηκε για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.
Γνωστός για τη λεπτομερή έρευνα των θεμάτων του και την τελειομανία του στο σενάριο, χρειάστηκε πάνω από έξι χρόνια για να ολοκληρώσει τη «Μάχη του Αλγερίου». Ο Ιταλός σκηνοθέτης καταγράφει, χωρίς ωραιοποιήσεις ή μελοδραματισμούς, την οργανωμένη αντίσταση απέναντι στους Γάλλους και τον ηγέτη του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, Σάαντι Γιάσεφ, ο οποίος συνελήφθη, καταδικάστηκε σε θάνατο και στη συνέχεια πήρε χάρη, όταν ο πρόεδρος Ντεγκόλ έδωσε αμνηστία λίγο πριν από τη φυγή των στρατιωτικών δυνάμεων.
Ο Ποντεκόρβο αναζητούσε για καιρό ένα σενάριο που θα κατήγγειλε την ευρωπαϊκή αποικιοκρατική πολιτική, απέρριψε όμως το κείμενο των απομνημονευμάτων του Γιάσεφ ως υπερβολικά προπαγανδιστικό και προτίμησε να αναπτύξει την ιστορία στα τέσσερα χρόνια του ξεσηκωμού, έχοντας ως πρωταγωνιστή ολόκληρο τον αφανή λαό που κρυβόταν στα στενά του Αλγερίου και έδινε άνιση μάχη με τα γαλλικά στρατεύματα. Η ταινία γέννησε σκηνές και πλάνα ανυπέρβλητης δύναμης, συγκλονίζοντας κοινό και κριτική. Μελετώντας αμέτρητα ντοκουμέντα και τις τακτικές του ανταρτοπόλεμου των κατοίκων της Κάσμπα, επέμεινε στον ρεαλισμό: χρησιμοποίησε αποκλειστικά φυσικούς χώρους και φωτισμούς, ασπρόμαυρη φωτογραφία σαν τα επίκαιρα της εποχής, ντοκιμαντερίστικη αφήγηση, σενάριο βασισμένο σε αληθινά περιστατικά και κυρίως ερασιτέχνες ηθοποιούς, πρώην αγωνιστές του απελευθερωτικού αγώνα. Μοναδικός επαγγελματίας ήταν ο επιβλητικός Ζαν Μαρτέν, στον ρόλο του στρατηγού Ματιέ.
Ο Ποντεκόρβο παραδίδει μια αποστομωτική ταινία-σταθμό, τόσο επιδραστική καλλιτεχνικά και πολιτικά, που αποτυπώνει την απόγνωση ενός λαού ο οποίος δεν έχει να χάσει τίποτα και είναι έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα για την ελευθερία του απέναντι στις πανίσχυρες στρατιωτικές δυνάμεις. Το φιλμ έμεινε απαγορευμένο στη Γαλλία μέχρι το 1971.
Μετά τη μεγάλη φήμη που απέκτησε, ο Μάρλον Μπράντο βρέθηκε πρωταγωνιστής στο επόμενο κινηματογραφικό εγχείρημα του Ποντεκόρβο. Ήταν το εξαιρετικό πολιτικό δράμα «Queimada», γνωστό και ως «Burn!», που παρουσιάστηκε το 1969. Ο Ποντεκόρβο μιλά καθαρά για τις αποικιοκρατικές και ιμπεριαλιστικές τακτικές, τοποθετώντας την ιστορία του στον 19ο αιώνα, σε ένα νησί της Καραϊβικής, όπου ένας Άγγλος προβοκάτορας στέλνεται για να χειραγωγήσει την εξέγερση των ντόπιων εναντίον των Πορτογάλων, υπέρ των μελλοντικών συμφερόντων της Βρετανίας, και αποκαλύπτει τον ρόλο ξένων δυνάμεων σε φαινομενικά λαϊκές εξεγέρσεις. Ο Μπράντο, τον οποίο ο ίδιος χαρακτήρισε αγαπημένο του ρόλο, υποδύεται τον Βρετανό πράκτορα και προβοκάτορα που χειραγωγεί την εξέγερση και επιστρέφει μετά από χρόνια για να καταστείλει την επανάσταση εναντίον των Άγγλων. Αξέχαστο μένει το συγκλονιστικό φινάλε, καθώς το φτύσιμο στο πρόσωπο του Μπράντο αποδείχθηκε χειρότερο από τη μαχαιριά που δέχθηκε αμέσως μετά.
Ο Τζίλο Ποντεκόρβο πέθανε στη Ρώμη, σε ηλικία 86 ετών, από καρδιακή ανεπάρκεια, αφήνοντας πίσω του μια κληρονομιά έξω από τα καλούπια της εμπορικότητας. Στον γιο του, Μάρκο, και σε όλους όσοι αγαπούν το σινεμά, άφησε μια παρακαταθήκη που παραμένει ανεξίτηλη στον χρόνο, μαζί με τη γοητεία ενός αθεράπευτου εραστή του κινηματογράφου.
![]()

