Στους 38 βαθμούς Κελσίου φτάνουν το καλοκαίρι οι εσωτερικές θερμοκρασίες σε πολλά σπίτια στην Ελλάδα, καθώς η ζέστη μετατρέπει τις κατοικίες σε θερμικές παγίδες. Η θερινή ενεργειακή φτώχεια αναδεικνύεται σε ολοένα πιο έντονο πρόβλημα για χιλιάδες νοικοκυριά.
Οι υψηλές θερμοκρασίες στο ελληνικό αστικό περιβάλλον επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τη διαβίωση μέσα στο σπίτι.
Αυτό συμβαίνει επειδή το μεγαλύτερο μέρος του κτιριακού αποθέματος στη χώρα είναι παλιό, έχει κατασκευαστεί πριν από τη θέσπιση σύγχρονων απαιτήσεων θερμικής προστασίας και προέρχεται από μια περίοδο κατά την οποία η θερμική θωράκιση των κτιρίων δεν ήταν βασική παράμετρος σχεδιασμού.
Σήμερα, όμως, η κλιματική αλλαγή, η άνοδος της θερμοκρασίας, η συχνότερη εμφάνιση και η μεγαλύτερη διάρκεια των καυσώνων, σε συνδυασμό με τα χαρακτηριστικά του ελληνικού αστικού περιβάλλοντος, κάνουν τις συνθήκες διαβίωσης μέσα στην κατοικία ακόμη πιο δύσκολες.
Αν σε αυτά προστεθεί και το γεγονός ότι στην Ελλάδα το ποσοστό των νοικοκυριών που δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του για το κόστος στέγασης, μαζί με τους λογαριασμούς κοινής ωφελείας, είναι σχεδόν τετραπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, τότε οι Ελληνες πιέζονται και οικονομικά και από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής μέσα στα σπίτια τους. Η νέα αυτή συνθήκη αφορά άμεσα την υγεία και την ευημερία τους: τη θερινή ενεργειακή φτώχεια.
Στην έκθεση Κατοικίες σε κλιματική κρίση; Η θερινή ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα της Greenpeace, που βασίζεται σε έρευνα πεδίου του Ελληνικού Ινστιτούτου Παθητικού Κτιρίου (ΕΙΠΑΚ), καταγράφηκαν για πρώτη φορά οι πραγματικές συνθήκες διαβίωσης σε 29 κατοικίες από έξι περιοχές: Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Λάρισα/Καλαμπάκα, Ηράκλειο/Χανιά, Κοζάνη και Πάτρα. Υπό αυτές τις συνθήκες, η δυσκολία των νοικοκυριών στην Ελλάδα να αντιμετωπίσουν τις αυξημένες θερμοκρασίες μέσα στην κατοικία τους αναδεικνύεται σε όλο και πιο αισθητό κοινωνικό ζήτημα.
Η έκθεση δείχνει ότι η έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες επηρεάζει τον ύπνο, την καθημερινότητα, την εργασία και τη συγκέντρωση, ενώ αυξάνει τους κινδύνους για τη σωματική και την ψυχική υγεία.
Με βάση τα στοιχεία της έρευνας, στην πλειονότητα των κατοικιών οι εσωτερικές θερμοκρασίες ξεπερνούν για μεγάλο μέρος του καλοκαιριού το ανώτατο όριο θερμικής άνεσης των 25°C, με μέσες τιμές που συχνά κυμαίνονται μεταξύ 28°C και 31°C και μέγιστες που φτάνουν ή ξεπερνούν τους 34-38°C.
Οι αποκλίσεις από τα όρια θερμικής άνεσης είναι μεγαλύτερες σε μεγάλες αστικές περιοχές, όπως η Αθήνα και η Πάτρα, ενώ πιο ήπιες διακυμάνσεις καταγράφηκαν σε περιοχές με χαμηλότερα θερμικά φορτία, όπως η Κοζάνη.
Οι κατοικίες με ήπιας κλίμακας ενεργειακές παρεμβάσεις εμφανίζουν μόνο μερική βελτίωση, ενώ συχνά καταγράφουν εξίσου υψηλές μέγιστες θερμοκρασίες με τις αμόνωτες κατοικίες.
Αντίθετα, οι κατοικίες με σημαντικές ενεργειακές αναβαθμίσεις εμφανίζουν πιο σταθερή θερμική συμπεριφορά και μικρότερες διακυμάνσεις, χωρίς ωστόσο να εξασφαλίζουν πλήρως συνθήκες άνεσης σε περιόδους καύσωνα. Οι παθητικές κατοικίες είναι η πιο αποτελεσματική κατηγορία, με θερμοκρασίες εντός ή πολύ κοντά στα όρια άνεσης και, κατά συνέπεια, μειωμένες ανάγκες ψύξης, παρότι η απόδοσή τους παρουσιάζει μεταπτώσεις ανάλογα με τον τρόπο χρήσης τους.
Ωστόσο, ακόμη και σε κατοικίες με πολύ υψηλές θερμοκρασίες, η χρήση κλιματισμού περιορίζεται συχνά σε μία έως δύο ώρες ημερησίως. Αυτό δείχνει, σύμφωνα με την έκθεση, ότι η ενεργειακή φτώχεια εκδηλώνεται όχι μόνο ως κακή ποιότητα κατοικίας, αλλά και ως περιορισμένη δυνατότητα χρήσης ενεργειακών υπηρεσιών.
Στην Πάτρα καταγράφηκαν συγκεντρώσεις CO₂ έως 3.000 ppm, όταν το όριο είναι 1.000 ppm, ενώ καθαρό αέρα διατήρησαν μόνο τα παθητικά κτίρια με μηχανικό αερισμό.
Πέρα από τη θερμοκρασία, η έρευνα πεδίου κατέγραψε σημαντικά προβλήματα και στην ποιότητα του εσωτερικού αέρα, με ορισμένες κατοικίες να εμφανίζουν υψηλές συγκεντρώσεις CO₂, πάνω από 1.000 ppm. Στην Πάτρα, για παράδειγμα, οι μετρήσεις έδειξαν 3.000 ppm, όταν το όριο είναι 1.000 ppm. Μόνο τα παθητικά κτίρια, δηλαδή οι ενεργειακά αποδοτικές κατασκευές, με μηχανικό αερισμό κράτησαν καθαρό αέρα.
«Χρειαζόμαστε μία νέα πολιτική για τα κτίρια της χώρας στην εποχή της στεγαστικής και κλιματικής κρίσης. Μία ολοκληρωμένη προσέγγιση που να διασφαλίζει πρόσβαση σε ασφαλή και ποιοτική κατοικία. Οχι για μερικές εκατοντάδες εύπορους στο Ελληνικό, αλλά για όλους τους κατοίκους της χώρας», επισημαίνει μιλώντας στα ΝΕΑ η υπεύθυνη προγραμμάτων του Ελληνικού Γραφείου της περιβαλλοντικής οργάνωσης Greenpeace, Μυρτώ Πισπίνη.
Όπως λέει, πρόκειται για ζήτημα δημόσιας υγείας, κοινωνικής προστασίας και προσαρμογής της χώρας στην κλιματική κρίση. Όσο καθυστερούν τα μέτρα, εκατομμύρια πολίτες θα συνεχίσουν να ζουν σε σπίτια που το καλοκαίρι μετατρέπονται σε θερμικές παγίδες.
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
