Ανατροπή στο Βερολίνο: τα αριστερά κόμματα κοντά σε κυβέρνηση με αιχμή το στεγαστικό

Ανατροπή στο Βερολίνο: τα αριστερά κόμματα κοντά σε κυβέρνηση με αιχμή το στεγαστικό

Το στεγαστικό βρέθηκε στο επίκεντρο των συνομιλιών στο Βερολίνο, καθώς οι Πράσινοι και το SPD συμφώνησαν να επιτρέψουν στο Die Linke να ηγηθεί της νέας κυβέρνησης, υπό όρους για την αστυνομία και τον αντισημιτισμό.

Προλαμβάνω τον καρκίνο του μαστού

Η εξέλιξη ανοίγει τον δρόμο για κυβέρνηση συνεργασίας στη γερμανική πρωτεύουσα.

Τα τρία κόμματα της αριστεράς παρουσίασαν το Σάββατο το πλαίσιο διαπραγμάτευσης για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας στη γερμανική πρωτεύουσα. Το βασικό σημείο της συμφωνίας είναι η συγκατάθεση των Σοσιαλδημοκρατών στην κρατικοποίηση ακινήτων, με στόχο τη μείωση του κόστους στέγασης.

Το Die Linke κέρδισε τις εκλογές του Σεπτεμβρίου στο Βερολίνο, έχοντας προτάξει ένα ριζοσπαστικό σχέδιο έκτακτης ανάγκης για τον περιορισμό της ανόδου στο κόστος στέγασης. Η κεντρική του πρόταση προέβλεπε την απαλλοτρίωση ή την κρατικοποίηση ιδιωτικών εταιρειών που εκμεταλλεύονται ακίνητα και ανεβάζουν το κόστος στέγασης.

Τι προβλέπει η συμφωνία

Η συμφωνία με τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους περιλαμβάνει ορισμένους περιορισμούς. Αυτοί είναι οι εξής:

Οι ενέργειες κρατικοποίησης θα αφορούν εταιρείες που διαθέτουν χαρτοφυλάκιο άνω των 10.000 οικιστικών μονάδων.

Αρχικά, το Die Linke είχε προτείνει να συμπεριληφθούν εταιρείες που κατέχουν τουλάχιστον 3.000 διαμερίσματα —ένα όριο που είχε στηρίξει η πλειοψηφία των κατοίκων του Βερολίνου σε δημοψήφισμα που διεξήχθη το 2021.

Η κρατικοποίηση των εταιρειών αυτών θα προχωρήσει μόνο εφόσον η απαιτούμενη αποζημίωση δεν ξεπερνά τα 16 δισεκατομμύρια ευρώ και μόνο αν το επιτρέπουν τα δημόσια οικονομικά του κρατιδίου. Οι επικριτές του σχεδίου υποστηρίζουν, μεταξύ άλλων, ότι θα οδηγήσει σε εκτίναξη του δημόσιου χρέους. Ο προϋπολογισμός του Βερολίνου για το 2026 ανέρχεται στα 46 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ το τρέχον χρέος του φτάνει τα 68 δισεκατομμύρια ευρώ.

Έξι όμιλοι ακινήτων

Στους ομίλους ακινήτων που ενδέχεται να επηρεαστούν από τη συμφωνία περιλαμβάνονται οι γερμανικές εταιρείες Vonovia, Adler και DVI, η σουηδική Heimstaden, η γαλλική Covivio και η Grand City Properties, η οποία εδρεύει στο Λουξεμβούργο.

Η επικεφαλής του Die Linke στο Βερολίνο, Ελίφ Ελάρπ, και υποψήφια δήμαρχος, δήλωσε ότι στόχος είναι η κρατικοποίηση των θυγατρικών —που εδρεύουν στο Βερολίνο— των πέντε μεγαλύτερων από αυτούς τους ομίλους. Παράλληλα, στόχος είναι η αύξηση του αποθέματος δημόσιας κατοικίας κατά 160.000 μονάδες.

Μετά τη γερμανική επανένωση, το Βερολίνο βρέθηκε με ένα τεράστιο χαρτοφυλάκιο ακινήτων που χρειάζονταν ανακαίνιση, αλλά και με διαθέσιμους χώρους για νέες κατασκευές — ευκαιρίες που αξιοποίησαν οι μεγάλες εταιρείες. Στην πρωτεύουσα, το 83% των κατοίκων ζει σε ενοικιαζόμενα ακίνητα, έχοντας επωφεληθεί επί μακρόν από προσιτές τιμές, οι οποίες διαμορφώθηκαν χάρη σε προσφορά μεγαλύτερη από τη ζήτηση.

Ωστόσο, την τελευταία δεκαετία, οι τιμές έχουν εκτοξευθεί λόγω της ραγδαίας πληθυσμιακής αύξησης. Σύμφωνα με στοιχεία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, το κόστος ενοικίασης διαμερίσματος στο Βερολίνο αυξήθηκε κατά 69% μεταξύ 2016 και 2026. Αυτό είναι υπερδιπλάσιο από την αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος στην πόλη την περίοδο 2015-2025 (33%).

Τι θέλουν οι Σοσιαλδημοκράτες

Μέχρι πρότινος, οι Σοσιαλδημοκράτες στο Βερολίνο αντιτάσσονταν στην απαλλοτρίωση ακινήτων που ανήκαν σε επενδυτικούς ομίλους. Υποστήριζαν κυρίως την ανέγερση περισσότερων δημόσιων κατοικιών.

Η συμφωνία που επιτεύχθηκε με τους Πράσινους και το Die Linke προβλέπει την κατασκευή 100.000 νέων διαμερισμάτων —τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα— κατά τη διάρκεια της πενταετούς νομοθετικής περιόδου. Πρόκειται για τον ίδιο στόχο που είχαν θέσει παλαιότερα —χωρίς όμως να τον επιτύχουν— οι Χριστιανοδημοκράτες (CDU) και οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD), οι οποίοι συμμετέχουν αμφότεροι στον τρέχοντα κυβερνητικό συνασπισμό του Βερολίνου.

Η αντίδραση Μερτς

Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα συμμετέχει επίσης στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση, της οποίας ηγούνται οι Χριστιανοδημοκράτες του Φρίντριχ Μερτς. Ο Γερμανός καγκελάριος δηλώνει ότι τα τρία κόμματα της αριστεράς δεν πρέπει να σχηματίσουν κυβέρνηση. Παράλληλα, λέει ότι θα προσφύγει νομικά κατά οποιασδήποτε απόφασης της κυβέρνησης του Βερολίνου για απαλλοτρίωση ή κρατικοποίηση εταιρειών.

Οι Χριστιανοδημοκράτες υποστηρίζουν ότι η απαλλοτρίωση θα προκαλούσε αβεβαιότητα στους επενδυτές και θα υπονόμευε τη νομική σταθερότητα.

Και τα τρία κόμματα θεωρούν ότι, για τη χρηματοδότηση του κυβερνητικού έργου κατά τη διάρκεια της θητείας, είναι απαραίτητο να διεξαχθούν διαπραγματεύσεις με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση σε διάφορα μέτωπα: την άρση των υφιστάμενων ορίων για το δημόσιο χρέος, την επαναφορά του φόρου πλούτου και την αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης στις κληρονομιές. Η πιθανότητα να συναινέσουν σε αυτό οι Χριστιανοδημοκράτες είναι ελάχιστη. Κυρίως διότι δεν αποδέχονται την πρόταση των Σοσιαλδημοκρατών για αύξηση της φορολογίας.

Το ζήτημα του αντισημιτισμού

Το κόμμα των Πρασίνων είχε ταχθεί στο παρελθόν υπέρ της απαλλοτρίωσης ή της κρατικοποίησης των εν λόγω εταιρειών ακινήτων, ως μέτρο για τον περιορισμό του αυξανόμενου κόστους στέγασης στο Βερολίνο.

Οι επιφυλάξεις τους σχετικά με τη σύναψη συμφωνίας με το Die Linke εστίαζαν σε συγκεκριμένες πτέρυγες εντός του κόμματος, οι οποίες κατηγορούνται για αντισημιτισμό. Στις 13 Οκτωβρίου, οι Πράσινοι και το SPD ανακοίνωσαν τη διακοπή των διαπραγματεύσεων, επικαλούμενοι το συγκεκριμένο ζήτημα. Ωστόσο, στη συνέχεια επέστρεψαν στο τραπέζι των συνομιλιών.

Loading

Play