Χιτζάμπ στους δημόσιους χώρους: Τι εξετάζει η Γαλλία και γιατί προκαλεί νέο νομικό μέτωπο

Χιτζάμπ στους δημόσιους χώρους: Τι εξετάζει η Γαλλία και γιατί προκαλεί νέο νομικό μέτωπο

Η χιτζάμπ στους δημόσιους χώρους επιστρέφει δυναμικά στη Γαλλία, καθώς η πρόταση της γαλλικής ακροδεξιάς πηγαίνει τώρα ένα βήμα πιο πέρα. Ο Εθνικός Συναγερμός (Rassemblement national – RN) της Μαρίν Λεπέν επιδιώκει την πλήρη απαγόρευσή της.

Το θέμα δεν είναι μόνο πολιτικό, αλλά και νομικό: μπορεί ένα κράτος να περιορίσει μια θεμελιώδη ελευθερία χωρίς να αποδεικνύει ότι υπάρχει συγκεκριμένος λόγος που κάνει έναν τέτοιο περιορισμό αναγκαίο;

Αυτό εξετάζει η Λορέν Μπακίρ, ερευνήτρια Δημοσίου Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου, σε ανάλυσή της στο The Conversation. Όπως υποστηρίζει, μια γενική απαγόρευση της χιτζάμπ στον δημόσιο χώρο δύσκολα συμβιβάζεται με τις αρχές του γαλλικού κράτους δικαίου, ενώ εγείρει σοβαρά ζητήματα ως προς τις ευρωπαϊκές και διεθνείς εγγυήσεις για τη θρησκευτική ελευθερία.

Η συζήτηση δεν ξεκινά σήμερα. Στη Γαλλία έχουν προηγηθεί διαδοχικές αντιπαραθέσεις και περιορισμοί γύρω από τη χιτζάμπ στα σχολεία, την πλήρη κάλυψη του προσώπου στους δημόσιους χώρους, το μπουρκίνι στις παραλίες, τη χρήση χιτζάμπ από μητέρες που συνοδεύουν παιδιά σε σχολικές εκδρομές ή κατά τη διάρκεια αθλητικών διοργανώσεων, αλλά και την αμπάγια (μακρύ, φαρδύ ένδυμα που καλύπτει το σώμα) στα σχολεία.

Η κοσμικότητα δεν απαιτεί ουδέτερους πολίτες

Η γαλλική αρχή της κοσμικότητας, η γνωστή laïcité, βρίσκεται εδώ και χρόνια στο επίκεντρο της συζήτησης για τα θρησκευτικά σύμβολα. Η Μπακίρ επισημαίνει όμως ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως γενικό επιχείρημα για την απαγόρευση της χιτζάμπ στον δρόμο.

Η κοσμικότητα επιβάλλει την ουδετερότητα του κράτους, όχι τη θρησκευτική ουδετερότητα κάθε πολίτη που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Παράλληλα, προϋποθέτει τον σεβασμό όλων των πεποιθήσεων, την ισότητα των πολιτών ανεξαρτήτως θρησκείας και την ελευθερία άσκησης μιας θρησκείας.

Όσοι ασκούν καθήκοντα δημόσιας υπηρεσίας υπόκεινται σε υποχρεώσεις ουδετερότητας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Αντίστοιχα, η κοσμικότητα αποτέλεσε τη βάση του νόμου του 2004 για τα εμφανή θρησκευτικά σύμβολα στα δημόσια σχολεία.

Αυτό όμως, τονίζει η Μπακίρ, δεν σημαίνει ότι η ίδια απαίτηση μεταφέρεται αυτομάτως σε όλους τους πολίτες. Εκτός συγκεκριμένων θεσμικών πλαισίων, η βασική αρχή παραμένει η θρησκευτική ελευθερία.

Γι’ αυτό και το RN δεν επιχειρεί να στηρίξει τη νέα πρότασή του αποκλειστικά στη laïcité. Το επιχείρημα μετακινείται αλλού: στη σύνδεση της χιτζάμπ με τον ισλαμισμό.

Από τη θρησκευτική έκφραση στην πολιτική απειλή

Αυτή η μετατόπιση αποτελεί, κατά την Μπακίρ, ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της σημερινής συζήτησης.

Στο παρελθόν, διαφορετικοί περιορισμοί στη χρήση θρησκευτικών συμβόλων δικαιολογήθηκαν με διαφορετικό τρόπο. Ο νόμος του 2004 για τα σχολεία συνδέθηκε με την κοσμικότητα. Το 2016 δόθηκε, υπό προϋποθέσεις, η δυνατότητα στις επιχειρήσεις να προβλέπουν ρήτρες ουδετερότητας στους εσωτερικούς κανονισμούς τους. Η απαγόρευση της κάλυψης του προσώπου στους δημόσιους χώρους το 2010 είχε, μεταξύ άλλων, υποστηριχθεί στο όνομα των αξιών της Γαλλικής Δημοκρατίας και της κοινωνικής συνοχής.

Σήμερα, όμως, η χιτζάμπ δεν παρουσιάζεται απλώς ως θρησκευτικό σύμβολο που συγκρούεται -σύμφωνα με ορισμένες ερμηνείες- με την κοσμικότητα. Παρουσιάζεται ως ορατή ένδειξη μιας πολιτικής ιδεολογίας.

Με άλλα λόγια, η συλλογιστική που περιγράφει η Μπακίρ είναι ότι από μια ορατή θρησκευτική πρακτική μπορεί να συναχθεί ότι κάποιος ασπάζεται τον ισλαμισμό.

Για την ίδια, αυτό ακριβώς είναι το προβληματικό σημείο: δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να επιτρέπουν την αυτόματη ταύτιση της χιτζάμπ με μια συγκεκριμένη πολιτική τοποθέτηση.

Γιατί μια μουσουλμάνα επιλέγει να φορά χιτζάμπ;

Η χρήση της χιτζάμπ δεν έχει ένα και μοναδικό νόημα. Όπως επισημαίνει η ερευνήτρια, κοινωνιολογικές μελέτες για τις μουσουλμάνες στη Γαλλία καταγράφουν διαφορετικά κίνητρα και διαφορετικές αντιλήψεις γύρω από αυτή την πρακτική.

Για κάποιες γυναίκες αποτελεί πρωτίστως έκφραση της θρησκευτικής τους πίστης. Για άλλες συνδέεται με την ταυτότητά τους, ενώ μπορεί επίσης να αντιμετωπίζεται ως επιλογή που σχετίζεται με τη χειραφέτηση ή την προσωπική ενδυνάμωση. Οι διαφορές επηρεάζονται ακόμη από τη γενιά, το κοινωνικό περιβάλλον και τη μεταναστευτική διαδρομή.

Αυτή η πολυμορφία έχει άμεση νομική σημασία. Σύμφωνα με την Μπακίρ, ένα κράτος δεν μπορεί να περιορίζει μια θεμελιώδη ελευθερία ξεκινώντας από τη γενική παραδοχή ότι όποιος ακολουθεί μια συγκεκριμένη θρησκευτική πρακτική επιδιώκει παράλληλα έναν πολιτικό στόχο ή αποτελεί δυνητική απειλή.

Εάν υπάρχουν συγκεκριμένες συμπεριφορές που δικαιολογούν την παρέμβαση του κράτους, αυτές πρέπει να μπορούν να προσδιοριστούν ανεξάρτητα από τη θρησκευτική πρακτική του προσώπου. Η χρήση της χιτζάμπ από μόνη της, κατά συνέπεια, δεν αρκεί για να αποδείξει προσχώρηση στον ισλαμισμό.

Τι προβλέπει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Η Μπακίρ θέτει επίσης το ζήτημα των διεθνών δεσμεύσεων της Γαλλίας. Μια γενική απαγόρευση, υποστηρίζει, θα ερχόταν σε σύγκρουση με το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο προστατεύει την ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας, καθώς και την ελευθερία εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων, μεταξύ άλλων στον δημόσιο χώρο.

Η προστασία αυτή δεν είναι απεριόριστη. Ένα κράτος μπορεί να επιβάλει περιορισμούς, αλλά αυτοί πρέπει να προβλέπονται από τον νόμο, να υπηρετούν θεμιτό σκοπό και να είναι αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει δεχθεί περιορισμούς θρησκευτικών συμβόλων σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα, όπως τα σχολεία ή ο χώρος εργασίας. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται ότι ένα κράτος μπορεί να απαγορεύσει συνολικά κάθε έκφραση θρησκευτικής πίστης στους δημόσιους χώρους.

Η ερευνήτρια επικαλείται επίσης τα άρθρα 18 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, τα οποία προστατεύουν αντίστοιχα τη θρησκευτική ελευθερία και την αρχή της ισότητας.

Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ έχει, μάλιστα, εκφράσει ανησυχία για τη διεύρυνση τέτοιων περιορισμών στη Γαλλία, καλώντας τη χώρα να εξετάσει τις διακρίσεις που μπορεί να προκαλούν στην πράξη και ιδιαίτερα τις συνέπειες για τις μουσουλμάνες γυναίκες και τα κορίτσια.

Το ζήτημα των διακρίσεων

Η συζήτηση δεν περιορίζεται, σύμφωνα με την ανάλυση της Μπακίρ, στη θρησκευτική ελευθερία. Μια απαγόρευση που στην πράξη αφορά συγκεκριμένα τις μουσουλμάνες γυναίκες δημιουργεί παράλληλα ζήτημα διακρίσεων λόγω θρησκείας και φύλου.

Η διάσταση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή οι γυναίκες που φορούν χιτζάμπ βρίσκονται ήδη αντιμέτωπες με διακρίσεις στη Γαλλία, μεταξύ άλλων κατά την αναζήτηση εργασίας και σε διαφορετικές πλευρές της κοινωνικής ζωής, όπως έχει καταγραφεί σε πρόσφατες εκθέσεις του γαλλικού θεσμού για την προάσπιση των δικαιωμάτων.

Για την Μπακίρ, επομένως, το πρόβλημα θα ήταν ιδιαίτερα σοβαρό εάν η πολιτική εξουσία μπορούσε, χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία, να χαρακτηρίσει μια θρησκευτική πρακτική ένδειξη πολιτικής απειλής και στη συνέχεια να χρησιμοποιήσει αυτόν τον χαρακτηρισμό για να περιορίσει ένα θεμελιώδες δικαίωμα.

Μια συζήτηση που ξεπερνά τη χιτζάμπ

Στο τέλος της ανάλυσής της, η Λορέν Μπακίρ μεταφέρει τη συζήτηση από τη χιτζάμπ στο ίδιο το κράτος δικαίου.

Κατά την άποψή της, η πρόταση του Εθνικού Συναγερμού είναι ενδεικτική μιας ευρύτερης αντίληψης για τη σχέση της πολιτικής εξουσίας με τα θεμελιώδη δικαιώματα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η πολιτική βούληση αρκεί για να παραμεριστούν οι νομικές εγγυήσεις που δεσμεύουν τον νομοθέτη.

Σε ένα κράτος δικαίου, υποστηρίζει, η απάντηση δεν μπορεί να είναι καταφατική. Η κυβέρνηση και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία υπόκεινται σε όρια που προκύπτουν από το Σύνταγμα, αλλά και από τις ευρωπαϊκές και διεθνείς συμβάσεις που προστατεύουν τα θεμελιώδη δικαιώματα.

Έτσι, η αντιπαράθεση που ανοίγει ξανά στη Γαλλία δεν αφορά τελικά μόνο το αν μια μουσουλμάνα θα μπορεί να κυκλοφορεί στον δρόμο φορώντας χιτζάμπ. Αφορά ένα πολύ ευρύτερο ερώτημα: μέχρι πού μπορεί να φτάσει το κράτος όταν αποφασίζει να περιορίσει μια θεμελιώδη ελευθερία και κατά πόσο ο νόμος μπορεί να λειτουργήσει ως ανάχωμα απέναντι στην πολιτική βούληση.

Loading

Play