Ο Λέο Λόβενταλ, κεντρική μορφή της Σχολής της Φρανκφούρτης, διατύπωσε στα τέλη της ζωής του μια αιχμηρή παρατήρηση για τον αυταρχικό-λαϊκιστικό φανατισμό, γράφοντας το 1981 ότι το βασικό του γνώρισμα είναι πως αναποδογυρίζει την ψυχανάλυση.
Σε αντίθεση με τους ψυχαναλυτές, που επιχειρούν να θεραπεύσουν νευρώσεις, ψυχωσικές διαταραχές και τραύματα, ο ακροδεξιός φανατισμός κάνει το ακριβώς αντίθετο, σύμφωνα με το Social Europe.
Ο φασισμός δεν έχει ανάγκη ούτε καν από θεωρία, καθώς τρέφεται αποκλειστικά από την κινητοποίηση των παθών.
Μετατρέπει τους ανθρώπους σε νευρωτικούς και ψυχωσικούς, ώσπου να γίνουν απόλυτα εξαρτημένοι από τους υποτιθέμενους ηγέτες τους. Η προπαγάνδα αυτή τροφοδοτεί τον θυμό και την πικρία, επιδιώκοντας να μεταμορφώσει τους οπαδούς της σε απόλυτα παρανοϊκά άτομα.
Παράλληλα, καλλιεργεί μια κουλτούρα σκληρότητας, μια ηδονή για κακία και καταστροφικές φαντασιώσεις, μέσα από τις οποίες οι οπαδοί επιθυμούν να διαπράξουν ωμότητες απέναντι σε όσους θεωρούν υπεύθυνους για τις δυστυχίες τους, εντείνοντας τελικά τις δολοφονικές και επιθετικές τους παρορμήσεις.
Μέσα σε αυτόν τον καταιγισμό συναισθηματικής χειραγώγησης, οι άνθρωποι δεν σαγηνεύονται απλώς, αλλά αλλάζουν ριζικά, περνώντας από μια μορφή πλύσης εγκεφάλου και επαναπρογραμματισμού. Κανείς δεν γεννιέται φανατικός· αντίθετα, μετατρέπεται σε τέτοιον, καθώς η φασιστική προπαγάνδα χτίζει σταδιακά συγκεκριμένους τύπους χαρακτήρων. Η διαδικασία αυτή απαιτεί χρόνια εθισμού σε έναν συγκεκριμένο τόνο φωνής, στην έξαψη, στη συνεχή επανάληψη των ίδιων στερεοτύπων για τον εχθρό και στην ηδονή της συμμετοχής στη συλλογική οργή. Όποιος παρασύρεται σε αυτή τη δίνη, σύντομα αρχίζει να θεωρεί κάθε προσβολή ηθική δικαιολογία για αντίποινα.
Η συγκεκριμένη κουλτούρα σκληρότητας εκφράζεται συχνά δημόσια, όπως στην περίπτωση της Κρίστι Νόεμ, η οποία αποφάσισε να πυροβολήσει το 14 μηνών σκυλί της επειδή ήταν ανυπάκουο και κυνηγούσε τα κοτόπουλα του γείτονα.
Το μήνυμα που πέρασε μέσα από τα απομνημονεύματά της ήταν ότι σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να επικρατεί η αδίστακτη σκληρότητα και δεν υπάρχει χώρος για έλεος ή συναισθηματισμούς. Η επίδειξη αυτή την έκανε αγαπητή στους υποστηρικτές της και στον Ντόναλντ Τραμπ, ανοίγοντάς της τον δρόμο για υψηλότερα αξιώματα.
Αργότερα, ως υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, η Νόεμ πόζαρε θεατρικά μπροστά σε ένα στρατόπεδο κράτησης στο Ελ Σαλβαδόρ, χρησιμοποιώντας απελαθέντες μετανάστες με ξυρισμένα κεφάλια ως φόντο. Το μήνυμα ήταν σαφές: οι φρικαλεότητες δεν πρέπει απλώς να διαπράττονται, αλλά να επιδεικνύονται δημόσια, μια πρακτική που αποθεώθηκε από τον οργισμένο διαδικτυακό όχλο. Η ίδια απομακρύνθηκε από τη θέση της μόνο όταν οι παραστρατιωτικές δυνάμεις υπό τις διαταγές της άρχισαν να πυροβολούν απλούς πολίτες και ειρηνικούς διαδηλωτές. Σε αυτή τη δυναμική, ο οπαδός συμπράττει ενεργά, αντιλαμβανόμενος κάθε παραβίαση των πολιτισμικών ορίων από τους ηγέτες του ως πράξη απελευθέρωσης.
Σύγχρονες μελέτες Αμερικανών ακαδημαϊκών δείχνουν ότι οι φασιστικές κοσμοθεωρίες δεν εξηγούνται πλήρως από αντικειμενικούς παράγοντες, όπως η οικονομική παρακμή, η γεωγραφική απομόνωση ή η υψηλή ανεργία.
Αντίθετα, εξαπλώνονται σαν μολύνσεις μέσω δικτύων σε περιοχές με έντονη έκθεση στη δεξιά ιδεολογία, αυξάνοντας την αυταρχική δυναμική όσο πιο συχνά εκτίθενται οι άνθρωποι σε ανάλογα συνθήματα. Κοινωνικοί ερευνητές έχουν μάλιστα διαπιστώσει ότι ακόμη και οι πολέμιοι της ακροδεξιάς γίνονται πιο ξενοφοβικοί όταν εκτίθενται διαρκώς σε ξενοφοβικές αφίσες κατά τη διάρκεια μιας προεκλογικής εκστρατείας.
Η αυτο-δηλητηρίαση της ψυχής γίνεται ακόμη πιο αποτελεσματική μέσω ενός διαδικτυακού οικοσυστήματος όπου η προπαγάνδα λειτουργεί με διακριτούς ρόλους. Υπάρχουν οι στρατολόγοι που συγκεντρώνουν μηχανικά υπογραφές, οι εκπαιδευτές που παρουσιάζουν τις δεξιές θέσεις με λογικοφανή τρόπο, οι εμπρηστές (flamers) που διαδίδουν τοξικό περιεχόμενο, οι παρακινητές που χτίζουν την ταυτότητα της ομάδας απέναντι στις ελίτ και οι μικρο-influencers που διοχετεύουν ακροδεξιές απόψεις σε μετριοπαθείς φιλικούς κύκλους. Το φαινόμενο αγγίζει και την ψυχιατρική έρευνα, καθώς καταγράφεται αύξηση εισαγωγών στα νοσοκομεία ατόμων με ψυχωσικές διαταραχές που ασπάζονται ακροδεξιές κοσμοθεωρίες.
Η συζήτηση για το αν ο όρος φασισμός είναι πιο ακριβής από τον λαϊκισμό έχει ανοίξει εκ νέου.
Ο μελετητής Τζέισον Στάνλεϊ υποστηρίζει ανοιχτά τη χρήση του όρου, ενώ ερευνητές όπως οι Όλιβερ Νάχτβεϊ και Καρολίν Άμλινγκερ μιλούν για δημοκρατικό φασισμό. Το κύριο χαρακτηριστικό του φασισμού περιλαμβάνει τη λατρεία του ηγέτη, τις παρανοϊκές κοσμοθεωρίες, την απόλυτη ασπρόμαυρη σκέψη και τα στερεότυπα του εχθρού που στρέφονται ενάντια σε μειονότητες ή φανταστικούς εσωτερικούς εχθρούς. Ο ιστορικός Ρόμπερτ Ο. Πάξτον περιέγραψε τον φασισμό ως ένα ασαφές πλέγμα αντιλήψεων που δεν χρειάζεται θεωρία, επειδή τρέφεται από την κινητοποίηση των παθών.
Σύμφωνα με το βιβλίο του Ρόμπερτ Μίζικ, ο φασισμός δεν ξεκινά με τη δολοφονία, αλλά με την ηδονή του να τη φαντάζεται κανείς. Η βία ριζώνει εσωτερικά πριν εκδηλωθεί προς τα έξω: αρχικά οι άνθρωποι γελούν με τη σκληρότητα, στη συνέχεια την εκλαμβάνουν ως απελευθερωτική ειλικρίνεια και, τελικά, ως αναγκαία συνέπεια. Η δύναμη της προπαγάνδας βρίσκεται στο ότι παρουσιάζει τη σκληρότητα ως δικαιοσύνη, μετατρέποντας τον φασισμό περισσότερο σε μια μεταδοτική συναισθηματική διάθεση παρά σε αμιγώς πολιτική ιδεολογία. Το αίσθημα της αδικίας, του φθόνου, της μνησικακίας και του φόβου κυκλοφορούν σαν αντίλαλος που επιστρέφει όλο και πιο δυνατός, μέχρι ο φανατικός να μοιάζει φυσιολογικός και ο φυσιολογικός άνθρωπος να φαντάζει ύποπτος.
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
