Η γαλλική πυρηνική αποτροπή: Μία ιστορική και στρατηγική δέσμευση

Η γαλλική πυρηνική αποτροπή: Μία ιστορική και στρατηγική δέσμευση

Η γαλλική πυρηνική αποτροπή είναι το αποτέλεσμα μεγάλων επιστημονικών και χρηματοδοτικών προσπαθειών επί δεκαετίες για την διασφάλιση της προστασίας των γαλλικών ζωτικών συμφερόντων από το 1964.

Βασική ιδέα είναι να πεισθεί ο εχθρός ότι η Γαλλία είναι σε θέση να του προκαλέσει καταστροφές μη αποδεκτές σε τέτοιο βαθμό ώστε η επίθεση κατά των ζωτικών συμφερόντων της Γαλλίας να χάσει το νόημά της. «Από τη στιγμή που ένας άνθρωπος και μία χώρα δεν μπορούν να πεθάνουν παρά μία φορά, η αποτροπή υπάρχει από την στιγμή που κάποιος έχει τα μέσα για να καταφέρει ενδεχόμενο θανάσιμο πλήγμα στον αντίπαλό του, ο ίδιος είναι πολύ αποφασισμένος και ο άλλος είναι επίσης πολύ πεπεισμένος», συνόψιζε το 1964 ο στρατηγός Σαρλ ντε Γκωλ, ο πολιτικός αρχιτέκτονας της γαλλικής αποτροπής.

Ο δεύτερος στόχος είναι η διαφύλαξη της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας κινήσεων της Γαλλίας στην υπεράσπιση των συμφερόντων της. Απευθύνεται προς κράτη που είτε κατέχουν είτε όχι πυρηνικά όπλα. Ετσι, μία επίθεση με συμβατικά όπλα κατά των γαλλικών συμφερόντων μπορεί να πυροδοτήσει μία γαλλική πυρηνική απάντηση.

Η πυρηνική αποτροπή προστατεύει τα ζωτικά συμφέροντα της Γαλλίας τα οποία δεν είναι ακριβώς καθορισμένα για να παραμένει σε αβεβαιότητα ο αντίπαλος. Με το πέρασμα των χρόνων, διαδοχικοί πρόεδροι της Γαλλίας είχαν εξηγήσει επανειλημμένως ότι αυτά τα ζωτικά συμφέροντα της Γαλλίας είχαν ευρωπαϊκή διάσταση.

Το γαλλικό στρατηγικό δόγμα προβλέπει την επιλογή της «προειδοποίησης». Αν ο αντίπαλος σφάλει ως προς τον προσδιορισμό των γαλλικών ζωτικών συμφερόντων, η Γαλλία μπορεί να στείλει αυτήν την «προειδοποίηση», η φύση της οποίας δεν έχει καθορισθεί, ώστε να επιτραπεί στον αντίπαλο να αναθεωρήσει τους υπολογισμούς του και να αποφύγει να περάσει το κατώφλι του πυρηνικού πολέμου.

Η γαλλική αποτροπή στηρίζεται στην εξισωτική ισχύ του ατόμου: το όπλο είναι τόσο καταστροφικό που δεν απαιτείται να κατέχει κανείς μεγάλο αριθμό πυρηνικών όπλων, ακόμη και απέναντι σε έναν ισχυρότερο αντίπαλο. Η Γαλλία έχει στην κατοχή της περί τις 300 πυρηνικές κεφαλές και ως προς τον αριθμό τους βρίσκεται πολύ πίσω από την Ρωσία, τις ΗΠΑ και την Κίνα. Οι πυρηνικές αυτές κεφαλές μπορούν να τοποθετηθούν σε διηπειρωτικούς πυραύλους θαλάσσης-εδάφους που εκτοξεύονται από τα τέσσερα υποβρύχια που συγκροτούν την Ωκεάνια Στρατηγική Δύναμη της Γαλλίας (FOST) ή σε πυραύλους αέρος-εδάφους που εκτοξεύονται από αεροσκάφη Rafale και συγκροτούν τις Αεροπορικές Στρατηγικές της Δυνάμεις.

Από την δεκαετία του 1990, η Γαλλία δεν διαθέτει χερσαίες στρατηγικές δυνάμεις, δηλαδή πυραύλους εδάφους-εδάφους. Αντίθετα με το Ηνωμένο Βασίλειο, τη μόνη άλλη ευρωπαϊκή πυρηνική δύναμη, η οποία όμως εξαρτάται από τα αμερικανικά υλικά, η Γαλλία είναι κυρίαρχη σε ολόκληρη την αλυσίδα της αποτροπής, από την σύλληψή της μέχρι την υλοποίησή της.

Η ανάπτυξη ενός τέτοιου προγράμματος απαιτεί επιστημονικές ικανότητες αιχμής και πολύ μεγάλες δαπάνες. Κατά την περίοδο 1961-1967, η οικονομική προσπάθεια για την ανάπτυξη του πυρηνικού όπλου πολλαπλασιάσθηκε επί 5 και πέρασε από το 0,2% στο 1% του ΑΕΠ. Το 2025, η Γαλλία αφιέρωσε περί τα 7 δισεκατομμύρια ευρώ στην πυρηνική αποτροπή (περίπου το 0,2% του ΑΕΠ).

Μετά την τελευταία γαλλική πυρηνική δοκιμή το 1995, η Γαλλία χρησιμοποιεί την προσομοίωση που στηρίζεται σε τρεις ικανότητες αιχμής: την γαλλοβρετανική εγκατάσταση Epure του CEA Valduc για την διασφάλιση της αξιοπιστίας των όπλων, το λέιζερ Mégajoule που επιτρέπει τις εργασίες για την σύντηξη και τις πολύ ισχυρές ικανότητες επιστημονικού υπολογισμού από το Commissariat à l’énergie atomique (CEA).

Loading

Play