Νυρεμβέργη: Μύθοι και αλήθειες πίσω από τη δίκη που άλλαξε τη Δικαιοσύνη

Νυρεμβέργη: Μύθοι και αλήθειες πίσω από τη δίκη που άλλαξε τη Δικαιοσύνη

Την 1η Οκτωβρίου 1946, οι δικαστές της Νυρεμβέργης ανακοίνωσαν τις αποφάσεις τους για τους κορυφαίους επιζώντες αξιωματούχους του ναζιστικού καθεστώτος. 80 χρόνια μετά, η δίκη εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο μιας δύσκολης ερώτησης: ήταν μια πράξη δικαιοσύνης ή η νομική μορφή της εκδίκησης των νικητών;

Η εικόνα της Νυρεμβέργης έχει περάσει στην ιστορία σχεδόν ως συνώνυμο της μεταπολεμικής δικαιοσύνης. Οι ηγέτες του Γ΄ Ράιχ κάθονται στο εδώλιο, τα εγκλήματα αποκαλύπτονται μέσα από χιλιάδες έγγραφα και κινηματογραφικά πλάνα και, στο τέλος, οι ποινές ανακοινώνονται.

Όμως η πραγματικότητα ήταν πιο σύνθετη.

Η Δίκη της Νυρεμβέργης, που ξεκίνησε στις 20 Νοεμβρίου 1945 και ολοκληρώθηκε με την ανακοίνωση των αποφάσεων την 1η Οκτωβρίου 1946, δεν ήταν απλώς μια δίκη εγκληματιών. Ήταν ταυτόχρονα ένα πρωτοφανές νομικό πείραμα, μια πολιτική επιλογή των Συμμάχων και μια προσπάθεια να καταγραφούν με αποδεικτικά στοιχεία τα εγκλήματα του ναζιστικού καθεστώτος.

Και ίσως γι’ αυτό, οκτώ δεκαετίες αργότερα, η Νυρεμβέργη εξακολουθεί να προκαλεί ερωτήματα.

Η φωτογραφία απεικονίζει το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της δίκης της Νυρεμβέργης (1945–1946). Στην έδρα διακρίνονται οι δικαστές από τις συμμαχικές δυνάμεις (ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία, Σοβιετική Ένωση και Γαλλία), με πρόεδρο τον Τζέφρεϊ Φρέντερικ Λόρενς. Η συγκεκριμένη στιγμή αφορά την ανακοίνωση των αποφάσεων και των ποινών (Οκτώβριος 1946).

Ποιοι κάθισαν στο εδώλιο

Οι Σύμμαχοι επέλεξαν 24 κορυφαία στελέχη της ναζιστικής Γερμανίας από την πολιτική, τη διπλωματία, τον στρατό και την οικονομία. Ωστόσο, τελικά 22 αντιμετώπισαν δικαστική διαδικασία: ο Ρόμπερτ Λάι αυτοκτόνησε πριν από την έναρξη της δίκης, ενώ ο Γκούσταβ Κρουπ κρίθηκε ανίκανος να δικαστεί λόγω της κατάστασης της υγείας του. Ο Μάρτιν Μπόρμαν δικάστηκε ερήμην, καθώς οι Σύμμαχοι δεν γνώριζαν τότε ότι είχε ήδη πεθάνει στο Βερολίνο.

Ανάμεσά τους βρίσκονταν ο Χέρμαν Γκέρινγκ, δεύτερος στην ιεραρχία του καθεστώτος και ανώτατος επιζών αξιωματούχος, ο υπουργός Εξωτερικών Γιόαχιμ φον Ρίμπεντροπ, ο επικεφαλής του RSHA Ερνστ Καλτενμπρούννερ, ο αρχιναζί ιδεολόγος Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ, ο υπουργός Εξοπλισμών Άλμπερτ Σπέερ και ο αρχηγός του Ναυτικού Καρλ Νταίνιτς.

Το κατηγορητήριο περιλάμβανε τέσσερις βασικές κατηγορίες: συνωμοσία, εγκλήματα κατά της ειρήνης, εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Από τους 22 κατηγορούμενους, 19 καταδικάστηκαν και τρεις αθωώθηκαν. Δώδεκα καταδικάστηκαν σε θάνατο, τρεις σε ισόβια και τέσσερις σε ποινές από 10 έως 20 χρόνια. Οι τρεις που αθωώθηκαν ήταν ο τραπεζίτης Χιάλμαρ Σαχτ, ο διπλωμάτης Φραντς φον Πάπεν και ο δημοσιογράφος Χανς Φρίτσε.

Η απόφαση, επομένως, δεν ήταν μια αυτόματη καταδίκη όλων.

Η φωτογραφία απεικονίζει κορυφαίους Ναζί αξιωματούχους στο εδώλιο του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της Δίκης της Νυρεμβέργης (1945–1946). Διακρίνονται οι Χέρμαν Γκέρινγκ, Ρούντολφ Ες, Γιοάχιμ φον Ρίμπεντροπ και Βίλχελμ Κάιτελ.

Ο Γκέρινγκ, ο άνθρωπος που έγινε το πρόσωπο της Νυρεμβέργης

Από όλους τους κατηγορούμενους, ο Χέρμαν Γκέρινγκ ήταν εκείνος που είχε το μεγαλύτερο πολιτικό βάρος.

Ήταν πρώην διάδοχος του Χίτλερ, επικεφαλής της Luftwaffe και ένας από τους ισχυρότερους άνδρες του ναζιστικού κράτους. Στο δικαστήριο προσπάθησε να διατηρήσει την αυτοπεποίθηση και την πολιτική του επιρροή, εμφανιζόμενος όχι ως ηττημένος εγκληματίας αλλά ως εκπρόσωπος της προηγούμενης γερμανικής ηγεσίας.

Αρχικά κατάφερε να δυσκολέψει τον Αμερικανό εισαγγελέα Ρόμπερτ Τζάκσον. Η εικόνα άλλαξε όταν ο Βρετανός εισαγγελέας Ντέιβιντ Μάξγουελ Φάιφ χρησιμοποίησε έγγραφα και την ίδια τη γραφειοκρατική υπογραφή του Γκέρινγκ για να αποκαλύψει τον ρόλο του.

Ο Γκέρινγκ κρίθηκε ένοχος και στις τέσσερις κατηγορίες και καταδικάστηκε σε θάνατο. Δεν έφτασε όμως ποτέ στην αγχόνη. Τη νύχτα της 15ης Οκτωβρίου 1946, λίγες ώρες πριν από την εκτέλεσή του, αυτοκτόνησε παίρνοντας κυάνιο.

Το πτώμα του Χέρμαν Γκέρινγκ, μαζί με τα πτώματα των άλλων εγκληματιών πολέμου, φωτογραφήθηκε ντυμένο και γυμνό για να διαλυθεί κάθε αμφιβολία ότι όλοι είχαν εκτελεστεί – φωτογραφία από τα Εθνικά Αρχεία των ΗΠΑ.

Μύθος 1: «Η Νυρεμβέργη έγινε μόνο για να τους εκτελέσουν»

Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο ερώτημα γύρω από τη δίκη.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου και αμέσως μετά την ήττα της Γερμανίας υπήρξαν πράγματι συμμαχικές φωνές που υποστήριζαν την άμεση τιμωρία των κορυφαίων Ναζί. Η επιλογή όμως που τελικά επικράτησε ήταν διαφορετική: οι ηγέτες του καθεστώτος θα οδηγούνταν σε δικαστήριο.

Ο Ρόμπερτ Τζάκσον υποστήριξε ότι οι Σύμμαχοι έπρεπε να αφήσουν «τη δύναμη να υποταχθεί στη λογική» και να υποβάλουν τους ηττημένους σε κρίση βάσει κανόνων. Η δίκη είχε, επομένως, και τιμωρητικό χαρακτήρα, αλλά δεν περιορίστηκε στην ανακοίνωση ποινών.

Ένας από τους βασικούς στόχους ήταν να δημιουργηθεί ένα τεκμηριωμένο ιστορικό αρχείο. Οι εισαγγελείς χρησιμοποίησαν χιλιάδες γερμανικά έγγραφα, διαταγές, επιστολές, φωτογραφίες, ταινίες και μαρτυρίες. Σε μεγάλο βαθμό, οι ίδιοι οι Ναζί είχαν καταγράψει τα εγκλήματά τους.

Η Νυρεμβέργη, επομένως, δεν ήταν απλώς «εκτέλεση με νομικό μανδύα». Ταυτόχρονα, όμως, η κριτική περί «δικαιοσύνης των νικητών» δεν εξαφανίζεται. Το δικαστήριο δημιουργήθηκε από τις τέσσερις νικήτριες δυνάμεις και δίκασε την ηττημένη Γερμανία. Αυτή η ασυμμετρία αποτέλεσε εξαρχής αντικείμενο νομικής και ιστορικής συζήτησης.

Ο δικαστής Τζάκσον πραγματοποιεί την εναρκτήρια δήλωσή του κατά τη διάρκεια των δικών της Νυρεμβέργης στη Νυρεμβέργη, Γερμανία, 21 Νοεμβρίου 1945. Φωτογραφία από τη συλλογή του Μουσείου Μνήμης του Ολοκαυτώματος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Μύθος 2: «Όλοι οι κατηγορούμενοι ήταν παράφρονες»

Η σύγχρονη εικόνα του «ναζιστή τέρατος» μπορεί εύκολα να δημιουργήσει την εντύπωση ότι οι άνθρωποι που κάθισαν στο εδώλιο ήταν ψυχικά διαταραγμένοι.

Στη Νυρεμβέργη, όμως, οι κατηγορούμενοι υποβλήθηκαν σε εκτεταμένες ψυχιατρικές και ψυχολογικές εξετάσεις. Ο Αμερικανός ψυχίατρος Ντάγκλας Κέλι και ο ψυχολόγος Γκούσταβ Γκίλμπερτ μελέτησαν τη συμπεριφορά τους, ενώ πραγματοποιήθηκαν και τεστ νοημοσύνης.

Το ενδιαφέρον δεν ήταν ότι «ανακαλύφθηκε πως όλοι ήταν ψυχικά υγιείς» με την απλοϊκή έννοια. Το σημαντικότερο ήταν ότι δεν προέκυψε κάποια κοινή ψύχωση ή κατάσταση που να μπορούσε να εξηγήσει συλλήβδην τα εγκλήματα. Οι περισσότεροι μπορούσαν να κατανοήσουν τη διαδικασία και να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.

Αυτό έκανε το ερώτημα ακόμη πιο δύσκολο: πόσο από το κακό μπορεί να εξηγηθεί ως ψυχική ασθένεια και πόσο ως ιδεολογία, επιλογή, φιλοδοξία, υπακοή και συμμετοχή σε ένα εγκληματικό σύστημα;

Η συγκεκριμένη πλευρά της Νυρεμβέργης βρίσκεται και στο επίκεντρο της ταινίας «Νυρεμβέργη» του 2025, με τον Ράμι Μάλεκ στον ρόλο του Κέλι και τον Ράσελ Κρόου στον ρόλο του Γκέρινγκ.

Ο Ερνστ Κάλτενμπρουνερ στη Δίκη της Νυρεμβέργης (1946), όπου καταδικάστηκε σε θάνατο για τον κεντρικό του ρόλο στην οργάνωση του Ολοκαυτώματος

Μύθος 3: «Η υπακοή στις διαταγές ήταν αρκετή για να τους απαλλάξει»

Το Καταστατικό της Νυρεμβέργης προέβλεπε ότι το γεγονός πως ένας κατηγορούμενος ενεργούσε σύμφωνα με διαταγή ανώτερου δεν τον απάλλασσε από την ευθύνη του, αν και μπορούσε να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής.

Η αρχή αυτή έγινε ένα από τα σημαντικότερα κληροδοτήματα της Νυρεμβέργης: η κρατική εντολή δεν εξαφανίζει αυτομάτως την προσωπική ευθύνη.

Ήταν μια θεμελιώδης αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η ευθύνη όσων υπηρετούν ένα κράτος ή έναν στρατό.

Η Αίθουσα 600 στο Δικαστικό Μέγαρο της Νυρεμβέργης στη Γερμανία, όπου διεξήχθησαν οι ιστορικές Δίκες της Νυρεμβέργης (1945–1949)

Μύθος 4: «Η Νυρεμβέργη ήταν μία μόνο δίκη»

Η γνωστή δίκη του 1945-1946 ήταν μόνο η αρχή. Από τον Δεκέμβριο του 1946 μέχρι τον Απρίλιο του 1949 πραγματοποιήθηκαν ακόμη 12 δίκες στη Νυρεμβέργη από αμερικανικά στρατιωτικά δικαστήρια. Εκεί οδηγήθηκαν στο εδώλιο γιατροί, δικαστές, στρατηγοί, στελέχη των SS, βιομήχανοι και άλλοι αξιωματούχοι. Συνολικά 185 άνθρωποι κατηγορήθηκαν και 177 δικάστηκαν, με 142 καταδίκες.

Από αυτές προέκυψαν υποθέσεις που έμειναν στην ιστορία, όπως η Δίκη των Γιατρών, η δίκη των Einsatzgruppen και οι δίκες μεγάλων γερμανικών επιχειρήσεων.

Η Νυρεμβέργη, επομένως, δεν ήταν μία ημερομηνία αλλά μια ολόκληρη μεταπολεμική δικαστική διαδικασία.

H Δίκη των Ιατρών (Medical Trial) στη Νυρεμβέργη, το 1946–1947, με τον Καρλ Μπραντ, προσωπικό γιατρό του Αδόλφου Χίτλερ, να στέκεται ανάμεσα σε φρουρούς.

Μύθος 5: «Οι Ναζί αρνήθηκαν ότι έγινε το Ολοκαύτωμα»

Οι κατηγορούμενοι και οι συνήγοροί τους, κατά κανόνα, δεν προσπάθησαν να αποδείξουν ότι οι μαζικές δολοφονίες δεν είχαν συμβεί. Προσπάθησαν κυρίως να αποσυνδέσουν τους ίδιους από την προσωπική ευθύνη.

Και η εισαγγελία είχε ένα τεράστιο πλεονέκτημα: τα έγγραφα του ίδιου του ναζιστικού κράτους.

Οι Ναζί είχαν καταγράψει τις μεταφορές, τις διαταγές, τις διοικητικές διαδικασίες και πολλές από τις επιχειρήσεις τους. Παράλληλα, η εισαγγελία παρουσίασε φωτογραφίες και κινηματογραφικό υλικό από τα στρατόπεδα.

Στις 29 Νοεμβρίου 1945 προβλήθηκε στην αίθουσα η ταινία «Nazi Concentration Camps», με εικόνες από την απελευθέρωση των στρατοπέδων. Η προβολή αποτέλεσε μία από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της διαδικασίας.

Προσωπικό του αμερικανικού στρατού ταξινομεί γερμανικά έγγραφα που συγκεντρώθηκαν ως αποδεικτικά στοιχεία για τις Δίκες της Νυρεμβέργης, 1945.

Και η σκοτεινή πλευρά: η «δικαιοσύνη των νικητών»

Η Νυρεμβέργη δημιούργησε ένα προηγούμενο, αλλά δεν ήταν απαλλαγμένη από πολιτικές αντιφάσεις.

Η χαρακτηριστικότερη υπόθεση ήταν το Κατύν. Η σοβιετική πλευρά επιχείρησε να αποδώσει στους Γερμανούς τη μαζική εκτέλεση Πολωνών αξιωματικών. Η μεταγενέστερη ιστορική έρευνα έχει τεκμηριώσει την ευθύνη του σοβιετικού NKVD για τη σφαγή του 1940.

Η υπόθεση, ωστόσο, δεν αποτέλεσε μέρος της τελικής καταδίκης των κατηγορουμένων. Η εξέλιξή της αποτυπώνει τις εντάσεις που υπήρχαν ανάμεσα στους τέσσερις Συμμάχους, οι οποίοι βρίσκονταν ακόμη ενωμένοι στο δικαστήριο αλλά ήδη κινούνταν προς τη σύγκρουση του Ψυχρού Πολέμου.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι ο Σοβιετικός δικαστής Ιονά Νικιτσένκο διαφώνησε με τις αθωώσεις των Σαχτ, φον Πάπεν και Φρίτσε, καταθέτοντας γραπτή μειοψηφούσα γνώμη.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Νυρεμβέργη ήταν «στημένη». Σημαίνει ότι πίσω από το δικαστήριο υπήρχαν τέσσερα κράτη με διαφορετικά πολιτικά συστήματα και συμφέροντα.

Ο Αμερικανός συνταγματάρχης Μπέρτον Κ. Άντρους παραδίδει τα επίσημα πιστοποιητικά απελευθέρωσης στους τρεις μοναδικούς κατηγορούμενους που αθωώθηκαν στη Δίκη της Νυρεμβέργης, Χανς Φρίτσε, Φραντς φον Πάπεν και Χιάλμαρ Σαχτ.

Και τι δεν γνωρίζουμε ακόμη;

Η Νυρεμβέργη δεν απάντησε σε όλα τα ερωτήματα.

Δεν οδηγήθηκαν όλοι οι δράστες στο εδώλιο. Πολλοί εγκληματίες διέφυγαν, ενώ άλλοι καταδικάστηκαν αργότερα ή δεν δικάστηκαν ποτέ.

Και η μεταπολεμική πραγματικότητα ήταν γεμάτη αντιφάσεις. Την ίδια στιγμή που οι Σύμμαχοι δίκαζαν τη ναζιστική ηγεσία, οι ΗΠΑ και άλλες δυτικές δυνάμεις προσπαθούσαν να αξιοποιήσουν γερμανική επιστημονική και τεχνολογική τεχνογνωσία. Το Project Paperclip, για παράδειγμα, έφερε στις ΗΠΑ Γερμανούς επιστήμονες και τεχνικούς, ορισμένοι από τους οποίους είχαν παρελθόν ή διασυνδέσεις με το ναζιστικό καθεστώς. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι όσοι εντάχθηκαν στο πρόγραμμα ήταν εγκληματίες πολέμου, μια συχνή υπεραπλούστευση γύρω από την υπόθεση.

Αμερικανοί στρατιωτικοί επιθεωρούν τον κινητήρα ενός γερμανικού πυραύλου V-2 το 1945, λίγο πριν φυγαδεύσουν τους Γερμανούς επιστήμονες που απέφυγαν τη Νυρεμβέργη.

Από τη Νυρεμβέργη στο σήμερα

Η μεγαλύτερη παρακαταθήκη της Νυρεμβέργης δεν ήταν οι αγχόνες της 16ης Οκτωβρίου 1946.

Ήταν η ιδέα ότι η ιδιότητα του κρατικού αξιωματούχου δεν αρκεί για να εξαφανίσει την προσωπική ευθύνη για διεθνή εγκλήματα.

Η δίκη δημιούργησε ένα νέο λεξιλόγιο για το διεθνές δίκαιο και έβαλε στο επίκεντρο έννοιες όπως τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και η ατομική ευθύνη για εγκλήματα που διαπράττονται στο όνομα ενός κράτους.

Παρά τις αντιφάσεις της, η Νυρεμβέργη άφησε κάτι που δεν υπήρχε πριν από το 1945: ένα τεράστιο, δημόσιο και τεκμηριωμένο δικαστικό αρχείο για τα εγκλήματα του ναζιστικού καθεστώτος. Και ίσως αυτή να ήταν η πιο ουσιαστική της μάχη: όχι μόνο να τιμωρηθούν κάποιοι από τους πρωταγωνιστές, αλλά να γίνει όσο το δυνατόν δυσκολότερο για τις επόμενες γενιές να πουν ότι «δεν γνώριζαν».

Loading

Play