Ο ΠΟΥ εξαίρει την Ελλάδα για την πρωτοπορία, τη συνέπεια και τα απτά αποτελέσματα της εθνικής στρατηγικής της κατά της παιδικής παχυσαρκίας, στο πλαίσιο της παρουσίασης των νέων Κατευθυντήριων Οδηγιών για την Ολοκληρωμένη Διαχείριση της Παχυσαρκίας σε Παιδιά και Εφήβους.
Η παιδική και εφηβική παχυσαρκία συγκαταλέγεται στις σοβαρότερες προκλήσεις δημόσιας υγείας διεθνώς, με μακροχρόνιους κινδύνους και επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής, την εκπαίδευση και την ευεξία των παιδιών. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΠΟΥ, τα ποσοστά παχυσαρκίας στις ηλικίες 5-19 ετών αυξήθηκαν παγκοσμίως έως το 2024, ενώ σήμερα περισσότεροι από 170 εκατομμύρια παιδιά και έφηβοι ζουν με παχυσαρκία.
Νέες οδηγίες του ΠΟΥ προωθούν οικογενειοκεντρικές και πολυπαραγοντικές παρεμβάσεις μέσω της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας. Ο Δρ Bruce Aylward, Γενικός Διευθυντής Προαγωγής Υγείας, Πρόληψης Νοσημάτων και Φροντίδας του ΠΟΥ, ανέδειξε τον ηγετικό ρόλο της Ελλάδας, λέγοντας ότι τα τελευταία χρόνια καταγράφει σταθερά μετρήσιμα αποτελέσματα. Όπως ανέφερε, η Ελλάδα είναι μία από τις ελάχιστες χώρες παγκοσμίως που δεν μένει στην υιοθέτηση κατευθυντήριων οδηγιών, αλλά τις εφαρμόζει στην πράξη με αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα, δείχνοντας τον δρόμο σε άλλα κράτη-μέλη και στηρίζοντάς τα στην εφαρμογή αντίστοιχων πολιτικών.
Στη δική της παρέμβαση, η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας, Ειρήνη Αγαπηδάκη, παρουσίασε την πορεία της Εθνικής Δράσης κατά της Παιδικής Παχυσαρκίας, που υλοποιείται σε συνεργασία με τη UNICEF και υπό την ηγεσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, με στόχο τη μείωση του ποσοστού υπερβαρίας και παχυσαρκίας στα παιδιά από 37,5% το 2019 σε 24,5% έως το 2030.
Η ελληνική προσέγγιση συνδυάζει πρόληψη και εξατομικευμένη υποστήριξη, με ενίσχυση του ρόλου της Εθνικής Επιτροπής Διατροφής για την καθοδήγηση του γενικού πληθυσμού, εκσυγχρονισμό του πλαισίου λειτουργίας των σχολικών κυλικείων και αξιοποίηση της εθνικής υπηρεσίας διατροφικής τηλεσυμβουλευτικής σε συνεργασία με το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, ώστε η επιστημονική γνώση να μετατρέπεται σε καθημερινές, υγιεινές συνήθειες.
Περισσότερες από 2.000 οικογένειες έλαβαν δωρεάν διατροφική συμβουλευτική και, από αυτές, το 80% όσων είχαν υπερβαρότητα ή παχυσαρκία πέτυχε φυσιολογικό βάρος. Το ποσοστό διακοπής διαμορφώθηκε μόλις στο 12%, έναντι 40-60% διεθνώς, ενώ το 51,3% των συμμετεχόντων προερχόταν από δήμους χαμηλού ή μεσαίου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου, με στόχο την ισότιμη πρόσβαση.
Στα παιδιά που ολοκλήρωσαν 6 συνεδρίες, το 79% βελτίωσε το z-score του Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ), ενώ στα παιδιά που ολοκλήρωσαν 12 συνεδρίες το ποσοστό έφτασε το 89%. Κλινικά σημαντική βελτίωση καταγράφηκε σε παιδιά με διαβήτη και υπέρταση εξαιτίας της παχυσαρκίας, σε ποσοστό 36% και 60% αντίστοιχα.
Επίσης, καταγράφηκε διπλάσια έως τριπλάσια βελτίωση στη συμμόρφωση με τις διατροφικές συστάσεις, αύξηση της τήρησης των ενδεδειγμένων μερίδων από 19,6% σε 60,9%, καθώς και σημαντική βελτίωση στον χρόνο οθόνης, στον υγειονομικό αλφαβητισμό και στη συνολική ποιότητα ζωής των παιδιών.
Όπως ανέφερε η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας, Ειρήνη Αγαπηδάκη: «Πίσω από τους αριθμούς και τα διαγράμματα, βρίσκονται τα παιδιά μας και οι οικογένειές τους. Ο στόχος μας δεν ήταν ποτέ απλώς να αλλάξουμε έναν αριθμό στη ζυγαριά, αλλά να σταθούμε δίπλα σε κάθε γονιό και σε κάθε παιδί, προσφέροντάς τους τη φροντίδα, τη γνώση και την υποστήριξη που χρειάζονται για να χτίσουν μια πιο υγιή καθημερινότητα. Η αναγνώριση της προσπάθειάς μας από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας μας γεμίζει υπερηφάνεια, αλλά κυρίως μας γεμίζει ευθύνη. Αποδεικνύεται ότι όταν η φροντίδα είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη, συνεχής και προσβάσιμη σε όλους, χωρίς αποκλεισμούς και διακρίσεις, μπορεί να κάνει πραγματική διαφορά στις ζωές των ανθρώπων. Δεν σταματάμε εδώ. Συνεχίζουμε με την ίδια θέρμη και φροντίδα, ώστε κάθε παιδί σε κάθε γωνιά της Ελλάδας να έχει μια δίκαιη ευκαιρία να μεγαλώσει με υγεία, χαρά και ασφάλεια. Μετατρέπουμε τα επιστημονικά δεδομένα σε πράξη και την πράξη σε ένα υγιέστερο μέλλον για τα παιδιά μας».
![]()
