Η αντιπαράθεση του Ντόναλντ Τραμπ με τον αμερικανικό Τύπο δεν ξεκίνησε τώρα. Από την πρώτη του προεκλογική εκστρατεία έως σήμερα, έχει αποκαλέσει δημοσιογράφους «εχθρούς του λαού» και έχει δείξει ότι θεωρεί πως όσοι δεν αποκαλύπτουν τις πηγές τους θα έπρεπε ακόμη και να φυλακίζονται.
Σύμφωνα με τη Ρουθ Μάρκους, σε ανάλυσή της στο New Yorker, αυτή η ρητορική φαίνεται πλέον να παίρνει πιο απτή μορφή. Αντί για δημόσιες επιθέσεις και πολιτικές δηλώσεις, η κυβέρνηση χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο τους μηχανισμούς επιβολής του νόμου για να εντοπίσει όσους διαρρέουν απόρρητες πληροφορίες στον Τύπο.
Η εξέλιξη αυτή έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία σε οργανώσεις που υπερασπίζονται την ελευθερία του Τύπου, καθώς εκτιμούν ότι απειλείται ο βασικός κανόνας προστασίας των δημοσιογραφικών πηγών.
Οι παλαιότερες δηλώσεις του Τραμπ
Η Μάρκους θυμίζει ότι ο Τραμπ είχε εδώ και χρόνια προϊδεάσει για μια πιο επιθετική στάση απέναντι στους δημοσιογράφους.
Στην προεκλογική εκστρατεία του 2022, με αφορμή τη διαρροή του σχεδίου απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dobbs, είχε πει ότι ο πιο εύκολος τρόπος να βρεθεί ο υπεύθυνος ήταν να οδηγηθεί στη φυλακή ο δημοσιογράφος που δημοσίευσε τις πληροφορίες, μέχρι να αποκαλύψει την πηγή του.
Αντίστοιχα, τον περασμένο Απρίλιο, μετά τη δημοσίευση πληροφοριών για την κατάρριψη αμερικανικού μαχητικού αεροσκάφους στο Ιράν, είχε δηλώσει ότι η κυβέρνηση θα απαιτούσε από το μέσο ενημέρωσης να αποκαλύψει την πηγή της διαρροής, διαφορετικά οι υπεύθυνοι θα μπορούσαν να οδηγηθούν στη φυλακή.
Παρότι καμία από αυτές τις απειλές δεν υλοποιήθηκε, η αρθρογράφος θεωρεί ότι οι πρόσφατες κινήσεις της κυβέρνησης δείχνουν πλέον μια διαφορετική προσέγγιση.
Η υπόθεση του νέου Air Force One
Η αφορμή δόθηκε από δημοσίευμα των New York Times για το νέο προεδρικό αεροσκάφος που απέκτησε ο Ντόναλντ Τραμπ από το Κατάρ.
Η εφημερίδα αποκάλυψε ότι το αεροσκάφος δεν διέθετε ακόμη πλήρες σύστημα αντιπυραυλικής προστασίας, γεγονός που ανάγκασε τον Αμερικανό πρόεδρο να χρησιμοποιήσει διαφορετικό αεροσκάφος για μέρος της επιστροφής του από τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ανώτερος αξιωματούχος του FBI ζήτησε από τους New York Times να καθυστερήσουν τη δημοσίευση, επικαλούμενος λόγους εθνικής ασφάλειας. Η εφημερίδα αρνήθηκε.
Δύο ημέρες αργότερα, τρεις δημοσιογράφοι της εφημερίδας έλαβαν κλήσεις να καταθέσουν ενώπιον ομοσπονδιακού σώματος ενόρκων στο Μανχάταν.
Οι New York Times προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη ζητώντας την ακύρωση των κλήσεων, υποστηρίζοντας ότι δεν υπηρετούν πραγματικές ανακριτικές ανάγκες, αλλά λειτουργούν ως μέσο τιμωρίας για τη δημοσιογραφική τους κάλυψη.
Οι καταγγελίες για πολιτική παρέμβαση
Η υπόθεση πήρε ακόμη μεγαλύτερη διάσταση όταν οι New York Times έγραψαν ότι ο Λευκός Οίκος ζήτησε από τον διευθυντή του FBI, Κας Πατέλ, να επιβλέψει προσωπικά την έρευνα για τη διαρροή.
Την ίδια ημέρα που εκδόθηκαν οι κλήσεις, ο Πατέλ φέρεται να βρισκόταν στον Λευκό Οίκο, κάτι που, σύμφωνα με την εφημερίδα, απέχει από τον συνηθισμένο τρόπο λειτουργίας των ομοσπονδιακών ερευνών.
Για τη Μάρκους, αυτή η εικόνα ενισχύει τις ανησυχίες ότι οι έρευνες για διαρροές μπορεί να αποκτούν πολιτικό χαρακτήρα.
Η απάντηση του υπουργείου Δικαιοσύνης
Η κυβέρνηση απορρίπτει κατηγορηματικά ότι στοχοποιεί δημοσιογράφους.
Ο υπηρεσιακός υπουργός Δικαιοσύνης Τοντ Μπλανς υποστήριξε ότι οι δημοσιογράφοι δεν αντιμετωπίζονται ως ύποπτοι, αλλά ως ουσιώδεις μάρτυρες σε ποινική έρευνα.
Όπως δήλωσε, στόχος των ανακριτικών αρχών είναι να βρεθεί ποιος διέρρευσε διαβαθμισμένες πληροφορίες εθνικής ασφάλειας και όχι να ποινικοποιηθεί η δημοσιογραφική εργασία.
Ωστόσο, η Μάρκους σημειώνει ότι αυτή η διάκριση δεν καθησυχάζει τα μέσα ενημέρωσης.
Γιατί η προστασία των πηγών θεωρείται κρίσιμη
Η ανωνυμία των πηγών είναι μία από τις βασικές αρχές της ερευνητικής δημοσιογραφίας.
Αν οι κρατικοί λειτουργοί πιστέψουν ότι οι δημοσιογράφοι μπορούν εύκολα να υποχρεωθούν να αποκαλύψουν ποιος τους μίλησε, είναι πιθανό να σταματήσουν να δίνουν πληροφορίες για ζητήματα δημοσίου συμφέροντος.
Ο εκτελεστικός διευθυντής των New York Times, Τζόζεφ Καν, υποστήριξε ότι η αποστολή του ανεξάρτητου Τύπου είναι να ελέγχει τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις διαχειρίζονται ζητήματα εθνικής ασφάλειας και δημόσιου χρήματος, ακόμη κι όταν αυτό προκαλεί δυσφορία στην εκάστοτε εξουσία.
Η Μάρκους θέτει επίσης το ερώτημα αν η έντονη αντίδραση του Τραμπ συνδεόταν πραγματικά με την εθνική ασφάλεια ή με την πολιτική ζημιά που προκάλεσε η αποκάλυψη προβλημάτων σε ένα ιδιαίτερα ακριβό προεδρικό αεροσκάφος.
Οι προηγούμενες υποθέσεις
Η υπόθεση των New York Times δεν είναι η μόνη.
Νωρίτερα μέσα στη χρονιά, πράκτορες του FBI έκαναν έρευνα στο σπίτι της δημοσιογράφου της Washington Post, Χάνα Νάτανσον, κατασχέτοντας ηλεκτρονικές συσκευές στο πλαίσιο έρευνας για διαβαθμισμένα έγγραφα.
Παράλληλα, δημοσιογράφοι της Washington Post και της Wall Street Journal είχαν δεχθεί επίσης κλήσεις σε άλλες υποθέσεις διαρροών, οι οποίες τελικά αποσύρθηκαν μετά από δικαστικές προσφυγές των μέσων ενημέρωσης.
Ο φόβος για ακόμη μεγαλύτερη κλιμάκωση
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Ρεπόρτερ για την Ελευθερία του Τύπου, Μπρους Μπράουν, εκφράζει τον φόβο ότι η επόμενη κλιμάκωση μπορεί να είναι ακόμη σοβαρότερη.
Όπως σημειώνει, η μεγαλύτερη ανησυχία είναι το ενδεχόμενο να χρησιμοποιηθεί ακόμη και ο Νόμος περί Κατασκοπείας (Espionage Act) εναντίον δημοσιογράφων που δημοσιεύουν διαβαθμισμένες πληροφορίες.
Μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε ιστορική τομή για την ελευθερία του Τύπου στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τι προβλέπει η νομοθεσία
Η Μάρκους επισημαίνει ότι τόσο Δημοκρατικές όσο και Ρεπουμπλικανικές κυβερνήσεις στο παρελθόν έχουν καλέσει δημοσιογράφους να καταθέσουν σε υποθέσεις διαρροών, όμως αυτό συνέβαινε εξαιρετικά σπάνια και μόνο όταν είχαν εξαντληθεί όλες οι άλλες δυνατότητες διερεύνησης.
Από το 1970, το υπουργείο Δικαιοσύνης διαθέτει εσωτερικές οδηγίες που προβλέπουν ότι οι δημοσιογράφοι πρέπει να καλούνται μόνο όταν οι πληροφορίες τους θεωρούνται απολύτως απαραίτητες για μια έρευνα.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο νομικός Γκέιμπ Ρότμαν, οι οδηγίες αυτές δεν αποτελούν νόμο και δεν μπορούν να επιβληθούν δικαστικά, γεγονός που αφήνει σημαντικά περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στην εκάστοτε κυβέρνηση.
Ο κίνδυνος του παγώματος της δημοσιογραφίας
Η αρθρογράφος του New Yorker καταλήγει ότι ακόμη κι αν οι δημοσιογράφοι των New York Times δεν οδηγηθούν ποτέ στη φυλακή, η ίδια η διαδικασία μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά.
Οι μεγάλοι δημοσιογραφικοί οργανισμοί διαθέτουν τους οικονομικούς και νομικούς πόρους για να αντέξουν πολυετείς δικαστικές μάχες. Το ίδιο όμως δεν ισχύει για τα μικρότερα μέσα ενημέρωσης, τα οποία μπορεί να αποφεύγουν ευαίσθητα ρεπορτάζ από τον φόβο ότι θα βρεθούν στο στόχαστρο της κυβέρνησης.
Κατά τη Ρουθ Μάρκους, αυτός ο αποτρεπτικός αντίκτυπος ίσως αποδειχθεί η σοβαρότερη συνέπεια της νέας στρατηγικής απέναντι στον Τύπο, καθώς μπορεί να περιορίσει τη διάθεση για αποκαλύψεις και να δυσκολέψει τον δημόσιο έλεγχο της εξουσίας.
Βίντεο:
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
