Τεχνητή νοημοσύνη και παγκόσμια συνεργασία ζητά το ΔΝΤ, με φόντο την ενεργειακή κρίση και τα χρέη

Τεχνητή νοημοσύνη και παγκόσμια συνεργασία ζητά το ΔΝΤ, με φόντο την ενεργειακή κρίση και τα χρέη

Η ραγδαία άνοδος της τεχνητή νοημοσύνη δίνει ώθηση στην ανάπτυξη, αλλά μπορεί να διευρύνει τις ανισότητες και απαιτεί μεγαλύτερη παγκόσμια συνεργασία. Το ΔΝΤ προειδοποιεί πως η εικόνα αυτή σκιάζεται από την ενεργειακή κρίση και τα επίπεδα-ρεκόρ του δημόσιου χρέους.

«Η παγκόσμια οικονομία είναι διχασμένη ανάμεσα σ’ ένα αρνητικό σοκ στην προσφορά ενέργειας και σ’ ένα θετικό σοκ στη ζήτηση που συνδέεται με την τεχνητή νοημοσύνη. Ο συνδυασμένος αντίκτυπος αυτών των δύο δυνάμεων είναι πολύ άνισος», συνόψισε η Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα σε ομιλία της σήμερα στη Σιγκαπούρη.

Η τοποθέτησή της έγινε πριν από τις ετήσιες συνεδριάσεις του ΔΝΤ, που ξεκινούν την ερχόμενη εβδομάδα στην Μπανγκόκ.

«Μας αρέσει, δεν μας αρέσει ή την φοβόμαστε, η τεχνητή νοημοσύνη επιβάλλεται ταχέως ως ένας ουσιαστικός κινητήρας που υπαγορεύει τις διαδρομές ευημερίας των χωρών», προειδοποίησε η Γκεοργκίεβα.

Ήδη τα ηλεκτρονικά εξαρτήματα και η τεχνολογία που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη αντιστοιχούν πλέον σε πάνω από το ένα δέκατο του παγκόσμιου εμπορίου εμπορευμάτων, σύμφωνα με το ΔΝΤ.

Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να τονωθεί βραχυπρόθεσμα η ζήτηση που συνδέεται με την κατασκευή υποδομών, αλλά και να αυξηθεί μακροπρόθεσμα η παραγωγικότητα που προκύπτει από την υιοθέτησή της, υπενθυμίζει η διευθύντρια. Εκτιμά ότι η τεχνητή νοημοσύνη, όταν εφαρμόζεται σωστά, μπορεί να προσθέσει έως μισή ποσοστιαία μονάδα επιπλέον ανάπτυξης τον χρόνο.

Προς το παρόν, όμως, το Ταμείο ανησυχεί για μια δυναμική δύο ταχυτήτων: οι χώρες που έχουν ενσωματωθεί βαθιά στις αλυσίδες τεχνολογικής αξίας —οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα, η Ινδία και οι κατασκευαστές μικροεπεξεργαστών στην Ασία— επωφελούνται από την έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης, ενώ αυτή αφήνει σε μεγάλο βαθμό πίσω τις περισσότερες από τις άλλες χώρες.

– Ενεργειακή κρίση –

«Για να αξιοποιηθεί η δύναμη μετασχηματισμού την οποία διαθέτει η τεχνητή νοημοσύνη, έχει κρίσιμη σημασία να γενικευθεί η πρόσβαση σε αυτή σε ολόκληρο τον κόσμο. Ένα τέτοιο διάβημα απαιτεί συνεργασία. Στον διασυνδεδεμένο κόσμο μας, οι χώρες συνεργάζονται όχι για λόγους φιλανθρωπίας, αλλά για το δικό τους συμφέρον», υπενθύμισε η Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα.

Αυτή η «συνεργασία», που περνά κυρίως από την υιοθέτηση ρυθμιστικών ασφαλιστικών δικλείδων, δυσκολεύει ωστόσο λόγω της τεχνολογικής αντιπαλότητας ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και το Πεκίνο.

Ο θετικός οικονομικός αντίκτυπος της τεχνητής νοημοσύνης αντισταθμίζεται επίσης από τις σταθερά υψηλές τιμές των υδρογονανθράκων και από την οικονομική κατάσταση των κρατών —υψηλά χρέη και ελλείμματα— που περιορίζει τα περιθώρια για δημοσιονομικούς ελιγμούς.

Σύμφωνα με την Γκεοργκίεβα, οι προοπτικές είναι σκοτεινές όχι μόνο για τις οικονομίες που πλήττονται από τις συγκρούσεις, από την Ουκρανία μέχρι τον Κόλπο, αλλά και για τις χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές ενέργειας.

Η τιμή του βαρελιού του Μπρεντ παραμένει γύρω στα 100 δολάρια, έναντι 70 δολαρίων στις αρχές του 2026. Καθώς πλησιάζει ο χειμώνας, «οι πιέσεις στις τιμές μπορεί να οξυνθούν», προειδοποιεί η Γκεοργκίεβα.

Για να περιορίσουν τον πληθωρισμό, οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες επιταχύνουν την αύξηση των επιτοκίων τους.

– Το βάρος του χρέους –

Από την πλευρά των κυβερνήσεων, όμως, είναι δύσκολο να αυξηθούν οι επιδοτήσεις σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά: το παγκόσμιο δημόσιο χρέος έχει φθάσει στο υψηλότερο επίπεδο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και ενδέχεται σύντομα να ξεπεράσει το 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ.

«Οι προηγμένες οικονομίες είναι οι κακοί μαθητές, με το βάρος του χρέους να είναι σ’ αυτές από τα υψηλότερα», ιδιαίτερα στην ευρωζώνη.

Η κατάσταση αυτή, μαζί με τη σκλήρυνση των νομισματικών πολιτικών και τον ανταγωνισμό των τεχνολογικών κολοσσών για άντληση κεφαλαίων, τροφοδοτεί την πρόσφατη άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων.

Οι αποδόσεις των δεκαετών κρατικών ομολόγων των Ηνωμένων Πολιτειών, της Γερμανίας και της Ιαπωνίας έφθασαν στα υψηλότερα επίπεδά τους από το 2007, το 2009 και το 1996 αντιστοίχως, ανεβάζοντας και το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.

«Εντούτοις δεν βλέπουμε κάποια αποφασιστική δράση στις υπερχρεωμένες προηγμένες οικονομίες όπου θα χρειάζονταν αυτή τη στιγμή αξιόπιστα μεσοπρόθεσμα σχέδια δημοσιονομικής σταθερότητας», επισήμανε με λύπη της η Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα.

«Έπειτα από διαδοχικές κρίσεις στις οποίες κάθε φορά η δημοσιονομική πολιτική όφειλε να επέμβει για να αμβλύνει τον αντίκτυπο, οι πληθυσμοί έχουν συνηθίσει την κρατική υποστήριξη», όμως «δεν μπορούμε να καθυστερούμε την απαραίτητη πολιτική δράση» και την εφαρμογή «φιλόδοξων μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων», πρόσθεσε.

Και παρά την τεχνητή νοημοσύνη, είναι δύσκολο να ποντάρει κανείς αποκλειστικά σε μια μελλοντική ξαφνική ανάκαμψη της οικονομικής ανάπτυξης: τα κράτη «είχαν κακομάθει τα τελευταία 17 χρόνια, με επιτόκια μόνιμα χαμηλότερα από τους ρυθμούς ανάπτυξης του ΑΕΠ, γεγονός που ελάφραινε το βάρος του χρέους».

Όμως «με την σημερινή άνοδο των επιτοκίων, αυτό έχει τελειώσει. Πρέπει να εξηγήσουμε στους ανθρώπους πως αυτή η σταθεροποίηση είναι απαραίτητη, για το συμφέρον τους. Πρέπει να δεχθούν ορισμένες θυσίες σήμερα για να εξασφαλισθεί η ανάπτυξη αύριο».

ΓΑ

Loading

Play