Η ακραία ζέστη του φετινού καλοκαιριού στην Ευρώπη δεν έμεινε μόνο στη στεριά. Τα ευρωπαϊκά ύδατα κατέγραψαν τους θερμότερους καλοκαιρινούς μήνες στα χρονικά, σύμφωνα με ανάλυση του Reuters, με τα θαλάσσια οικοσυστήματα να αλλάζουν και την αλιεία να δέχεται ισχυρό πλήγμα.
Η έρευνα του Reuters δείχνει ότι, εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, τα ευρωπαϊκά ύδατα σημείωσαν τους θερμότερους καλοκαιρινούς μήνες από τότε που οι δορυφορικοί αισθητήρες άρχισαν να δίνουν αξιόπιστα δεδομένα, το 1982.
Τα ρεκόρ θερμοκρασιών στα θαλάσσια ύδατα έσπασαν από τη Μάγχη έως τη Μεσόγειο Θάλασσα. Στις 5 Αυγούστου, ανοιχτά της Μαγιόρκα, καταγράφηκαν 33,02 βαθμοί Κελσίου, η υψηλότερη τιμή που έχει σημειωθεί ποτέ στο δίκτυο πλωτήρων της ισπανικής λιμενικής αρχής.
Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι τα κύματα θαλάσσιου καύσωνα γίνονται συχνότερα, πιο έντονα και πιο εκτεταμένα, καθώς ανεβαίνουν οι ατμοσφαιρικές θερμοκρασίες σε όλο τον κόσμο. Οι ωκεανοί απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος της πλεονάζουσας θερμότητας και τη διατηρούν για μεγαλύτερο διάστημα σε σχέση με την ξηρά ή την ατμόσφαιρα.

Οι επιστήμονες ορίζουν ως θαλάσσιο κύμα καύσωνα την περίοδο πέντε ή περισσότερων ημερών κατά την οποία η θερμοκρασία του νερού παραμένει πολύ πάνω από τα ιστορικά φυσιολογικά επίπεδα της περιοχής.
Καθώς η κλιματική αλλαγή μετασχηματίζει τα θαλάσσια οικοσυστήματα, οι συνέπειες είναι καταστροφικές για την αλιεία στην Ευρώπη και, κατ’ επέκταση, για τους ανθρώπους που εξαρτώνται από αυτήν. Είδη που στήριζαν επί γενιές ορισμένες παράκτιες κοινότητες στην Ισπανία και τη νότια Αγγλία εξαφανίζονται, ενώ νέα και άγνωστα είδη εισβάλλουν σε ύδατα που έχουν γίνει πλέον φιλόξενα γι’ αυτά.
Καταρρίπτονται ρεκόρ σχεδόν καθημερινά σε πολλά μέρη, λέει ο Ζαν-Πιερ Γκατουζό, ανώτερος ερευνητής στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας, μιλώντας για τη θέρμανση των ευρωπαϊκών θαλασσών.
Η μέση θερμοκρασία των ευρωπαϊκών θαλασσών έφτασε στους 21,6°C το διάστημα Ιουνίου-Αυγούστου, επίπεδο που αποτελεί ρεκόρ για τα 45 χρόνια διαθέσιμων δεδομένων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Βισκαϊκός Κόλπος, ανάμεσα στη Γαλλία και την Ισπανία στον Ατλαντικό Ωκεανό. Τα παραδοσιακά δροσερά νερά του είχαν μέση θερμοκρασία 21,4°C το διάστημα Ιουνίου-Αυγούστου, αυξημένη κατά περισσότερο από 2,4 βαθμούς σε σχέση με τον μέσο όρο της περιόδου 1991-2020. Οι μετρήσεις της Εθνικής Υπηρεσίας Ωκεανών και Ατμόσφαιρας των ΗΠΑ (NOAA) έδειξαν μέγιστη τιμή 23,2°C (74°F) στις 13 Αυγούστου, την υψηλότερη που έχει καταγραφεί ποτέ στην εποχή των δορυφόρων.
Τη δεκαετία του 1980, ο Βισκαϊκός Κόλπος κατέγραφε κατά μέσο όρο ελάχιστες ημέρες καύσωνα ετησίως. Ωστόσο, σύμφωνα με στοιχεία του Reuters, μέχρι το τέλος του φετινού Αυγούστου είχαν καταγραφεί 186 τέτοιες ημέρες, δηλαδή περισσότερες από τρεις στις τέσσερις ημέρες.
Πλέον, αν θέλει κανείς να κολυμπήσει σε κρύα νερά, πρέπει να πάει στο δυτικότερο τμήμα της Γαλικίας, στο άκρο βορειοδυτικά της Ισπανίας, δήλωσε ο Χοσέ Μανουέλ Ρίκο Ορντάς, καθηγητής Θαλάσσιας Οικολογίας στο Πανεπιστήμιο του Οβιέδο, στην περιοχή Αστούριας, στη βόρεια Ισπανία.
Η Γαλικία ευνοείται από ισχυρούς ανέμους που, τους καλοκαιρινούς μήνες, απομακρύνουν τα θερμά επιφανειακά νερά από την ακτή και επιτρέπουν στα ψυχρά, βαθιά νερά να ανέλθουν στην επιφάνεια, μια διαδικασία γνωστή ως ανάβλυση.

Ο καθηγητής Ορντάς περνά τα καλοκαίρια του στον Βισκαϊκό από την παιδική του ηλικία και πλέον μελετά τον μετασχηματισμό του. Όταν ήταν παιδί, υπήρχαν εκτεταμένα υποθαλάσσια δάση από φύκια (kelp), που προσέφεραν τροφή, καταφύγιο και χώρους αναπαραγωγής για δεκάδες είδη και στήριζαν την αλιεία μικρής κλίμακας της περιοχής. Πλέον, εκτιμά ότι περίπου το 95% των συστάδων μεγάλων, καφέ φυκιών έχει εξαφανιστεί, κάτι που αποδίδει κυρίως στην κλιματική αλλαγή.
Τα συγκεκριμένα φύκια χρειάζονται κρύα νερά, συνήθως κάτω από τους 20°C, για να επιβιώσουν. Στην υποχώρησή τους συνέβαλε και η υπερβόσκηση από ψάρια, κυρίως από το είδος Sarpa salpa, που ευδοκιμεί σε θερμότερα νερά.
«Δεν βρίσκουμε πλέον αστακούς, καραβίδες, αχινούς και πολλά άλλα είδη που συνδέονται με την καλή κατάσταση των δασών φυκιών», ανέφερε ο Ορντάς.
Σε μια προσπάθεια να προστατεύσουν την αλιεία, ψαράδες συνεργάζονται με επιστήμονες και περιβαλλοντολογικές οργανώσεις για την αποκατάσταση των δασών φυκιών, φυτεύοντας νεαρά φυτά που έχουν καλλιεργηθεί σε εργαστήρια.
Όπως ο Μανουέλ Άνχελ Ρέιριθ Γκονθάλες, πρόεδρος τοπικού σωματείου ψαράδων στη Γαλικία. Μετέφερε πρόσφατα με το σκάφος του τα μέλη μιας τέτοιας πρωτοβουλίας, που έριξαν στα ταραγμένα νερά ένα κιβώτιο με μικρές πέτρες πάνω στις οποίες είχαν τοποθετηθεί σπόροι ή νεαρά φύκια. «Η κλιματική αλλαγή απειλεί έναν τρόπο ζωής που συντηρεί την κοινότητα του Γκονζάλες εδώ και γενιές», λέει ο ίδιος. Η οικογένειά του ασχολείται με την αλιεία αχινών και οστράκων, κυρίως αχιβάδων, για περισσότερο από έναν αιώνα. Ωστόσο, όπως ανέφερε, τα επαναλαμβανόμενα κύματα καύσωνα πλήττουν τα αποθέματα των οστρακοειδών.
Στην περιοχή έχει επίσης παρατηρηθεί εισροή ειδών όπως η πορτογαλική γαλέρα (Physalia physalis) και το ψάρι-μπαλιστής (triggerfish) από θερμότερα κλίματα του νότου, είδη που τρέφονται με τοπικά ψάρια και καρκινοειδή.
«Είχαμε μερικές πολύ κακές χρονιές για την παραγωγή οστράκων, αλλά εργαστήκαμε για τον εμπλουτισμό των αποθεμάτων και το είδος σταδιακά προσαρμόστηκε», δήλωσε ο Γκονζάλες.

Ελπίζει ότι οι προσπάθειες αποκατάστασης του θαλάσσιου πυθμένα θα έχουν το ίδιο αποτέλεσμα και για τα δάση φυκιών (kelp), γιατί η εξαφάνισή τους θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση των πληθυσμών των αχινών και άλλων ειδών από τα οποία εξαρτώνται οι ψαράδες. «Αν φτάσουμε εκεί, θα πάψουμε να υπάρχουμε ως κλάδος».
Τα ξενικά είδη απειλούν τους γηγενείς πληθυσμούς αλιευμάτων και σε άλλα θαλάσσια ύδατα της Ευρώπης, μαζί με την αλιεία στο σύνολό της. Συνολικά, υπάρχουν περισσότερα από 1.000 μη ιθαγενή είδη στη Μεσόγειο, σύμφωνα με έκθεση της Κυπριακής Ακαδημίας Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών.
Υπάρχουν, όμως, και άλλες συνέπειες από αυτή την αλλαγή.
- Ένα τεράστιο σμήνος μεδουσών προκάλεσε τον Αύγουστο τη διακοπή λειτουργίας αντιδραστήρων στον πυρηνικό σταθμό Gravelines της Γαλλίας, φράζοντας το σύστημα ψύξης του για δεύτερη φορά μέσα σε δύο χρόνια.
- Ψαράδες στη νότια ακτή της Αγγλίας αναφέρουν κατακόρυφη αύξηση στις ποσότητες αλιευθέντων κοινών χταποδιών. Πέρυσι αλιεύτηκαν περίπου 2.600 μετρικοί τόνοι, ενώ φέτος ο αριθμός έχει ξεπεράσει τους 3.000 τόνους. Πριν από το 2025, οι ετήσιες ποσότητες αλιευμάτων ήταν μικρότερες από 30 τόνους. Οι προνύμφες των χταποδιών μεταφέρονται στα βρετανικά ύδατα μέσω θαλάσσιων ρευμάτων από περιοχές αναπαραγωγής κοντά στα Νησιά της Μάγχης, τη Βρετάνη και περιοχές νοτιότερα.
Παλαιότερα, πολλά από αυτά δεν επιβίωναν στις χαμηλές θερμοκρασίες των υδάτων. Ωστόσο, από το 2022, η Μάγχη βιώνει συνθήκες καύσωνα για περίπου έξι μήνες τον χρόνο κατά μέσο όρο, καταγράφοντας συνολικά πάνω από 900 ημέρες τέτοιων συνθηκών, σύμφωνα με ανάλυση του Reuters.
Για τον Ίαν Πέρκις, ιδιοκτήτη επιχείρησης εμπορίας αλιευμάτων στο νότιο Ντέβον, η ραγδαία αύξηση του πληθυσμού των χταποδιών αποδείχθηκε εξαιρετικά κερδοφόρα.
«Υπάρχει έτοιμη αγορά στη νότια Ευρώπη για αυτό το είδος και δεν υφίστανται ποσοστώσεις αλιείας», εξήγησε. «Υπήρξε εβδομάδα που διαχειριστήκαμε 200 τόνους».
Δεν επωφελούνται όλοι από τα χταπόδια, τα οποία τρέφονται με τοπικούς αστακούς, καβούρια και χτένια. «Η αποκάλυψη των χταποδιών καταστρέφει την αλιεία των οστρακοειδών».
Εκτιμάται ότι η έξαρση του πληθυσμού των χταποδιών ενδέχεται να προκαλέσει απώλειες περίπου 10 εκατομμυρίων λιρών στην αλιεία οστρακοειδών, έναντι εσόδων περίπου 12 εκατομμυρίων λιρών από την αλίευση χταποδιών, για το διάστημα μεταξύ Ιανουαρίου και Σεπτεμβρίου 2025. Και τα οφέλη δεν κατανέμονται ισότιμα.
Και δεν μπορούν όλοι να προσαρμοστούν στην αλλαγή. Ήδη αλιείς οστρακοειδών αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το επάγγελμα. Το ερώτημα όμως όλων είναι το εξής: θα βρίσκονται εκεί τα χταπόδια και του χρόνου; Αν καταβροχθίσουν όλα τα καβούρια και τους αστακούς και στη συνέχεια πεθάνουν, τι θα γίνει;
• Με στοιχεία από το Reuters
![]()
