Ο τουρισμός βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου στην Ελλάδα, όμως η φετινή χρονιά δείχνει ότι δεν πρόκειται για έναν κλάδο χωρίς κινδύνους. Η ανταγωνιστικότητα δεν είναι δεδομένη, ειδικά σε ένα διεθνές περιβάλλον που αλλάζει συνεχώς και απαιτεί προσαρμογή.
Τα τελευταία χρόνια ακούστηκαν πολλές και διαφορετικές εκτιμήσεις, από το ζήτημα του υπερτουρισμού μέχρι τις επικρίσεις για την ποιότητα των θέσεων εργασίας και τις επιπτώσεις των νέων επενδύσεων στους προορισμούς. Η πιο συγκρατημένη πορεία της φετινής χρονιάς, σε σχέση με τις δύο προηγούμενες, θυμίζει ότι ο τουρισμός είναι ένας βασικός αλλά ευάλωτος πυλώνας της οικονομίας.
Η ελληνική κοινωνία φαίνεται πλέον να αναγνωρίζει πιο καθαρά τη σημασία του για τη χώρα. Ο τουρισμός συνεισφέρει άμεσα περίπου το 12%-13% του ελληνικού ΑΕΠ, ενώ το πλεόνασμα του ισοζυγίου υπηρεσιών καλύπτει περίπου το 65% του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου αγαθών. Με άλλα λόγια, χωρίς έναν ισχυρό τουρισμό, η ελληνική οικονομία θα ήταν αισθητά πιο αδύναμη.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει εφησυχασμό. Οι ελληνικές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις λειτουργούν σε ένα από τα πιο απαιτητικά περιβάλλοντα της Μεσογείου, με υψηλό λειτουργικό κόστος, σημαντικές φορολογικές και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις και διαρκή ανάγκη για επενδύσεις που αναβαθμίζουν τις υπηρεσίες τους. Παρά τις δυσκολίες, ο κλάδος εξακολουθεί να επενδύει, να καινοτομεί και να κρατά την Ελλάδα ανάμεσα στους κορυφαίους τουριστικούς προορισμούς διεθνώς.
Η ανταγωνιστικότητα, ωστόσο, δεν κρίνεται μόνο μέσα στις επιχειρήσεις αλλά συνολικά στον προορισμό. Οι ιδιωτικές επενδύσεις των τελευταίων ετών δεν συνοδεύτηκαν πάντα από ανάλογη αναβάθμιση των δημόσιων υποδομών, όπως η ύδρευση, η αποχέτευση, η διαχείριση απορριμμάτων, οι ενεργειακές υποδομές, τα οδικά δίκτυα, τα λιμάνια και οι δημόσιοι χώροι. Όταν οι υποδομές δεν εξελίσσονται με τον ίδιο ρυθμό με το τουριστικό προϊόν, επηρεάζεται συνολικά η ανταγωνιστικότητα της χώρας.
Η συζήτηση, πάντως, δεν περιορίζεται στον τουρισμό. Αφορά και την ελληνική οικονομία στο σύνολό της, σε μια Ευρώπη που αντιμετωπίζει χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, δημογραφικές πιέσεις, ενεργειακές προκλήσεις και μια τεχνολογική επανάσταση που αλλάζει τους όρους της παραγωγής. Η Ελλάδα έχει σημειώσει πρόοδο τα τελευταία χρόνια, όμως εξακολουθεί να έχει μπροστά της διαρθρωτικές προκλήσεις που επηρεάζουν τη δυναμική της.
Η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών χρειάζεται περαιτέρω ενίσχυση, οι άμεσες ξένες επενδύσεις μπορούν να κατευθυνθούν περισσότερο σε δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας και οι δημόσιες επενδύσεις στις κρίσιμες υποδομές πρέπει να επιταχυνθούν. Πρόκειται για ζητήματα που αφορούν την ανταγωνιστικότητα της χώρας στο σύνολό της.
Την ίδια ώρα, η τεχνητή νοημοσύνη, η ψηφιοποίηση και οι νέες τεχνολογίες αλλάζουν με πρωτοφανή ταχύτητα τον τρόπο με τον οποίο παράγεται ο πλούτος. Οι χώρες που θα προσαρμοστούν γρήγορα θα ενισχύσουν τη θέση τους στη διεθνή οικονομία, ενώ όσες καθυστερήσουν θα βρεθούν αντιμέτωπες με μεγαλύτερες δυσκολίες. Η Ελλάδα χρειάζεται να αξιοποιήσει αυτή τη μετάβαση ως ευκαιρία για να ενισχύσει την παραγωγικότητά της και να επενδύσει στη γνώση, στην καινοτομία και στις δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού της.
Η χώρα διαθέτει μοναδικό φυσικό και πολιτιστικό κεφάλαιο, επιχειρήσεις που επενδύουν, ανθρώπους που δημιουργούν και έναν τουρισμό που λειτουργεί ως διεθνές σημείο αναφοράς. Το πλεονέκτημα αυτό, όμως, δεν αρκεί από μόνο του. Ο διεθνής ανταγωνισμός εντείνεται και οι επιτυχημένοι προορισμοί είναι εκείνοι που συνδυάζουν τις φυσικές δυνατότητες με σύγχρονες υποδομές, αποτελεσματικούς θεσμούς και σταθερό περιβάλλον για επενδύσεις.
Σε αυτόν τον συνδυασμό εντάσσεται και ένας παράγοντας που συχνά υποτιμάται: ο τρόπος με τον οποίο μια χώρα αφηγείται και αναδεικνύει την ταυτότητά της. Προς αυτή την κατεύθυνση κινείται η πρωτοβουλία της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων «The Lexicon of Greek Hospitality», σε συνεργασία με τη MasterFold, η οποία ξεκινά από την ιδέα ότι η ελληνική γλώσσα λειτουργεί ως διαχρονικός φορέας των αξιών της φιλοξενίας. Η πρωτοβουλία επιχειρεί να μετατρέψει αυτή τη γλωσσική και πολιτιστική κληρονομιά σε σύγχρονη εμπειρία αφήγησης, με στόχο να αναδείξει ότι η ελληνική φιλοξενία είναι μια κουλτούρα διαμορφωμένη μέσα από τη γλώσσα, τις αξίες και την παράδοση. Τέτοιες δράσεις υπενθυμίζουν ότι το πολιτιστικό απόθεμα της χώρας δεν είναι μόνο παρελθόν προς προβολή, αλλά ζωντανό συγκριτικό πλεονέκτημα που, όταν αξιοποιείται δημιουργικά, ενισχύει τη διαφοροποίηση του ελληνικού τουρισμού σε έναν ολοένα πιο απαιτητικό διεθνή ανταγωνισμό.
Η ενίσχυση της ταυτότητας της χώρας χρειάζεται, ωστόσο, να συνοδεύεται και από ουσιαστικές διαρθρωτικές παρεμβάσεις. Αν ο τουρισμός πρόκειται να συνεχίσει να στηρίζει την οικονομία και να δημιουργεί ευημερία για τις επόμενες γενιές, απαιτείται συνέπεια στις μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα. Με καλύτερες υποδομές, αποτελεσματικότερη δημόσια διοίκηση, επενδύσεις στην εκπαίδευση, στην τεχνολογία και στην καινοτομία, αλλά και με σταθερό προσανατολισμό σε πολιτικές που δημιουργούν αξία σε βάθος χρόνου. Η Ελλάδα έχει όλες τις προϋποθέσεις για να πρωταγωνιστήσει, όμως η πρόκληση είναι να διατηρηθεί μια σταθερή εθνική προσήλωση στις αλλαγές που θα της επιτρέψουν να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές της. Γιατί η ανταγωνιστικότητα δεν είναι ποτέ δεδομένη. Κατακτάται καθημερινά, με σχέδιο, συνέπεια και κοινή προσπάθεια.
(*) Ο Γιάννης Χατζής είναι πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων (ΠΟΞ)
Τα κείμενα που φιλοξενούνται στη στήλη «Ιδέες και Απόψεις» δημοσιεύονται αυτούσια και απηχούν τις απόψεις των συγγραφέων και όχι του Πρακτορείου.
![]()
