Η σαρωτική επικράτηση της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ, η άνοδος των ακροδεξιών κομμάτων σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι πόλεμοι στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή και η επιστροφή του Ηλία Κασιδιάρη στο ελληνικό πολιτικό προσκήνιο συνθέτουν ένα νέο, ιδιαίτερα ανησυχητικό πολιτικό σκηνικό.
Η εικόνα που διαμορφώνεται στην Ευρώπη δεν αφήνει πλέον πολλά περιθώρια για την αντιμετώπιση της Ακροδεξιάς ως ενός προσωρινού κύματος διαμαρτυρίας. Η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) κατέγραψε ιστορική νίκη στις εκλογές της Σαξονίας-Άνχαλτ, συγκεντρώνοντας 43,8% των ψήφων και 39 από τις 83 έδρες του τοπικού κοινοβουλίου. Η CDU περιορίστηκε στο 17,2%, ενώ το SPD έλαβε 9,3%. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγράψει ακροδεξιό κόμμα σε γερμανική εκλογική αναμέτρηση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η AfD δεν εξασφάλισε την απόλυτη πλειοψηφία, όμως το αποτέλεσμα έχει ήδη προκαλέσει πολιτικό σεισμό στο Βερολίνο. Για πρώτη φορά, ένα ακροδεξιό κόμμα βρίσκεται τόσο κοντά στο να αναλάβει την περιφερειακή διακυβέρνηση ενός γερμανικού κρατιδίου. Η πιθανότητα συνεργασίας με το BSW της Σάρα Βάγκενκνεχτ, το οποίο συγκέντρωσε 5,3%, ανοίγει μια συζήτηση που μέχρι σήμερα θεωρούνταν σχεδόν αδιανόητη στη μεταπολεμική Γερμανία.
Το αποτέλεσμα δεν αφορά, όμως, μόνο τη Γερμανία.
Η Ακροδεξιά δεν υποχωρεί
Έρευνα του European Policy Centre, που εξετάζει την πορεία της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς δύο χρόνια μετά τις ευρωεκλογές του 2024, καταλήγει σε ένα κρίσιμο συμπέρασμα: οι προσδοκίες ότι η συμμετοχή των ακροδεξιών κομμάτων στην εξουσία θα τα αποδυνάμωνε δεν επιβεβαιώθηκαν. Αντίθετα, σε αρκετές περιπτώσεις τα κόμματα αυτά διατηρούν ή αυξάνουν την εκλογική τους δύναμη.
Οι συγγραφείς της έρευνας εντοπίζουν βαθύτερες αιτίες πίσω από αυτή την εξέλιξη: τον πληθωρισμό, την οικονομική ανασφάλεια, τη δυσπιστία απέναντι στους πολιτικούς θεσμούς, τη μετανάστευση και τον αυξανόμενο διεθνή οικονομικό ανταγωνισμό. Με άλλα λόγια, η άνοδος της Ακροδεξιάς δεν εξηγείται μόνο από τη ρητορική των ίδιων των κομμάτων, αλλά και από την αδυναμία των παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων να απαντήσουν πειστικά στις ανησυχίες των πολιτών.

Η τάση αποτυπώνεται και στις προβολές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, οι ακροδεξιές ομάδες θα μπορούσαν να κερδίσουν περισσότερες από 30 επιπλέον έδρες, με τα πιο ριζοσπαστικά και αντισυστημικά κόμματα να καταγράφουν τις μεγαλύτερες αυξήσεις.
Το σημαντικότερο, ίσως, είναι ότι η Ακροδεξιά δεν αποτελεί πλέον έναν ενιαίο πολιτικό χώρο. Διαφωνεί σε ζητήματα άμυνας, διεθνών σχέσεων και εμπορίου, όμως οι διαφωνίες αυτές μέχρι στιγμής δεν έχουν μετατραπεί σε εκλογικό μειονέκτημα. Οι ψηφοφόροι φαίνεται να δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα σε ζητήματα όπως η μετανάστευση, το κόστος ζωής και η απόρριψη του πολιτικού κατεστημένου.
Οι πόλεμοι αλλάζουν την πολιτική ατζέντα
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σειρά από πολέμους και γεωπολιτικές κρίσεις που ενισχύουν το αίσθημα ανασφάλειας.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Η συνέχιση της ευρωπαϊκής οικονομικής και στρατιωτικής στήριξης προς το Κίεβο έχει πλέον σημαντικό πολιτικό κόστος, καθώς αυξάνονται οι φωνές που αμφισβητούν τη διάρκεια και το ύψος της βοήθειας. Η AfD είναι χαρακτηριστική περίπτωση: τάσσεται κατά της συνέχισης της στήριξης προς την Ουκρανία και υπέρ της επαναφοράς των προπολεμικών οικονομικών σχέσεων της Γερμανίας με τη Ρωσία. Η στάση αυτή εξηγεί και τη θετική υποδοχή που είχε το αποτέλεσμα στη Μόσχα.
Η ευρωπαϊκή Ακροδεξιά, ωστόσο, δεν έχει ενιαία θέση απέναντι στη Ρωσία ή στον πόλεμο. Η Τζόρτζια Μελόνι, για παράδειγμα, έχει κρατήσει σαφώς διαφορετική στάση, στηρίζοντας την Ουκρανία. Η ίδια διαφοροποίηση δείχνει ότι η άνοδος της Ακροδεξιάς δεν σημαίνει αυτόματα κοινή εξωτερική πολιτική. Σημαίνει, όμως, ότι οι πόλεμοι, η ενεργειακή ανασφάλεια, οι αμυντικές δαπάνες και η αμφισβήτηση των σχέσεων Ευρώπης και ΗΠΑ έχουν μετατραπεί σε νέο πεδίο πολιτικής σύγκρουσης.

Το ίδιο ισχύει και για τη Μέση Ανατολή.
Ο πόλεμος στη Γάζα και η ευρύτερη σύγκρουση που ακολούθησε, συμπεριλαμβανομένου του πολέμου με το Ιράν, έχουν μετατρέψει την περιοχή σε ένα ακόμη πεδίο έντονης πολιτικής πόλωσης. Την ίδια στιγμή, η συζήτηση για τις ισραηλινές επιχειρήσεις στη Γάζα έχει περάσει πλέον και στο επίπεδο του διεθνούς δικαίου.
Η ανεξάρτητη Επιτροπή Έρευνας του ΟΗΕ για τα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη κατέληξε τον Σεπτέμβριο του 2025 ότι οι ισραηλινές αρχές και οι ισραηλινές δυνάμεις ασφαλείας έχουν διαπράξει και συνεχίζουν να διαπράττουν γενοκτονία στη Γάζα. Το Ισραήλ έχει απορρίψει κατηγορηματικά την εκτίμηση. Παράλληλα, η υπόθεση που έχει κατατεθεί από τη Νότια Αφρική κατά του Ισραήλ στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης παραμένει σε εξέλιξη.
Η συζήτηση αυτή έχει όμως και μία ακόμη συνέπεια: την ενίσχυση του αντισημιτισμού.
Όταν η κριτική στο Ισραήλ μετατρέπεται σε μίσος κατά των Εβραίων
Η καταδίκη των πολιτικών της ισραηλινής κυβέρνησης ή η διαμαρτυρία για την κατάσταση στη Γάζα δεν ταυτίζεται με τον αντισημιτισμό. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε συλλογική στοχοποίηση των Εβραίων, σε θεωρίες περί «εβραϊκού ελέγχου» των κυβερνήσεων ή των μέσων ενημέρωσης ή σε επιθέσεις εναντίον ανθρώπων και κοινοτήτων λόγω της θρησκευτικής ή εθνοτικής τους ταυτότητας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επισημάνει ότι τα αντισημιτικά περιστατικά έχουν αυξηθεί σε μεγάλο αριθμό κρατών-μελών, σε ένα περιβάλλον που έχει επιβαρυνθεί μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 και την ισραηλινή στρατιωτική απάντηση.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είναι τα ευρήματα του Institute for Strategic Dialogue για τον πόλεμο με το Ιράν. Η ανάλυσή του εντόπισε αύξηση 68% στο διαδικτυακό περιεχόμενο που ταξινομήθηκε ως αντισημιτικό την εβδομάδα μετά τα αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα της 28ης Φεβρουαρίου 2026. Παράλληλα, αυξήθηκαν θεωρίες συνωμοσίας περί υποτιθέμενου «εβραϊκού ελέγχου» των κυβερνήσεων και περιεχόμενο που απέδιδε συλλογική ευθύνη στην εβραϊκή διασπορά για τις πράξεις του ισραηλινού κράτους.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει πόσο εύκολα μια πραγματική και έντονη πολιτική σύγκρουση μπορεί να αποτελέσει πρώτη ύλη για παλιές θεωρίες συνωμοσίας και νέα κύματα μίσους.
Και στην Ελλάδα;
Το ευρωπαϊκό φαινόμενο δεν αφήνει ανεπηρέαστη την Ελλάδα.
Στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό, ο χώρος δεξιά της Νέας Δημοκρατίας παραμένει κατακερματισμένος, αλλά υπολογίσιμος. Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις που περιλαμβάνονται στο υλικό δείχνουν την Ελληνική Λύση να αποτελεί τη μεγαλύτερη δύναμη αυτού του χώρου, ενώ η Φωνή Λογικής κινείται επίσης πάνω από το όριο εισόδου στη Βουλή.

Στην εξίσωση μπαίνει πλέον και ο Ηλίας Κασιδιάρης.
Ο πρώην ηγετικός παράγοντας της Χρυσής Αυγής αναμένεται, σύμφωνα με τη δήλωση της συνηγόρου του που δημοσιεύθηκε, να αποφυλακιστεί από τον Δομοκό στις 15 Σεπτεμβρίου 2026, έχοντας εκτίσει την ποινή που του επιβλήθηκε για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης. Η ίδια ανακοίνωση προαναγγέλλει ότι μετά την αποφυλάκισή του θα τοποθετηθεί δημόσια για το πολιτικό του μέλλον.
Η επιστροφή του δεν σημαίνει αυτομάτως επιστροφή της Χρυσής Αυγής. Σημαίνει, όμως, ότι ένας πολιτικός που εξακολουθεί να διαθέτει αναγνωρισιμότητα και συγκεκριμένο ακροατήριο επιχειρεί να επανέλθει σε έναν χώρο ο οποίος ήδη παρουσιάζει σημαντική εκλογική κινητικότητα.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η παρουσία του θα δημιουργήσει έναν νέο πόλο ή αν θα αναδιανείμει ψηφοφόρους που σήμερα κατευθύνονται προς άλλα κόμματα της δεξιάς και της Ακροδεξιάς.
Ακριβώς εδώ χρειάζεται προσοχή στις αναφορές περί «δημοφιλίας» του Κασιδιάρη στη νεολαία. Η ύπαρξη απήχησης σε τμήματα νέων ή η έντονη παρουσία του ονόματός του στα κοινωνικά δίκτυα δεν αρκεί από μόνη της για να αποδειχθεί ότι αποτελεί ευρέως δημοφιλή πολιτική επιλογή μεταξύ των νέων. Αυτό απαιτεί συγκεκριμένα και αντιπροσωπευτικά δημοσκοπικά δεδομένα.

Σε κάθε περίπτωση, το πολιτικό φαινόμενο δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η Ελλάδα, όπως και η υπόλοιπη Ευρώπη, βρίσκεται μπροστά σε μια περίοδο κατά την οποία ο πολιτικός χάρτης μετακινείται και οι παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές επανακαθορίζονται.
Από τη διαμαρτυρία στην κανονικοποίηση
Ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της σημερινής συγκυρίας να μην είναι μόνο τα ποσοστά των ακροδεξιών κομμάτων. Είναι η σταδιακή κανονικοποίηση της παρουσίας τους.
Η έρευνα του European Policy Centre επισημαίνει ότι η Ακροδεξιά δεν φαίνεται να τιμωρείται αυτομάτως όταν συμμετέχει στην εξουσία. Σε αρκετές περιπτώσεις, όταν ένα ακροδεξιό κόμμα χάνει έδαφος, ένα άλλο κόμμα του ίδιου χώρου μπορεί να απορροφήσει τη δυσαρέσκεια. Έτσι, η εκλογική δύναμη δεν εξαφανίζεται απαραίτητα· αλλάζει φορέα.
Αυτό είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα για το πολιτικό κέντρο.
Η Ευρώπη δεν βρίσκεται μπροστά σε μια απλή μάχη μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς. Βρίσκεται μπροστά σε μια βαθύτερη σύγκρουση γύρω από την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, την οικονομική ασφάλεια, τη μετανάστευση, την ταυτότητα, τον πόλεμο και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται ο πολίτης τη θέση της χώρας του στον κόσμο.
Η AfD στη Γερμανία, η Μελόνι στην Ιταλία, το Rassemblement National στη Γαλλία, οι διάφορες εκδοχές της Ακροδεξιάς στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και η προσπάθεια του Κασιδιάρη να επιστρέψει στην ελληνική πολιτική σκηνή δεν αποτελούν απαραίτητα το ίδιο φαινόμενο. Έχουν όμως έναν κοινό παρονομαστή: αξιοποιούν την αδυναμία των παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων να πείσουν ότι μπορούν να προσφέρουν ασφάλεια, οικονομική σταθερότητα και ένα πειστικό σχέδιο για το μέλλον.
Η μεγάλη πρόκληση για τις δημοκρατικές δυνάμεις της Ευρώπης δεν είναι επομένως μόνο να αποκλείσουν την Ακροδεξιά από κυβερνητικές συνεργασίες. Είναι να αντιμετωπίσουν τις συνθήκες που τροφοδοτούν την άνοδό της.
Γιατί το μήνυμα από τη Σαξονία-Άνχαλτ είναι σαφές: η Ακροδεξιά δεν περιμένει πλέον απλώς να διαμαρτυρηθεί. Διεκδικεί την εξουσία.
Δείτε την έρευνα του European Policy Centre: Two years on: Why Europe’s far right keeps growing
![]()
