Τα πως και τα γιατί του στεγαστικού προβλήματος στη χώρα. Τι προτείνουν τα πολιτικά κόμματα ενόψει των εκλογών και τι (δεν) έχει κάνει η ελληνική κυβέρνηση μέχρι σήμερα.
Πόσο πραγματικά αυξάνεται ένας μισθός όταν η αύξηση καταλήγει στο ενοίκιο;
Πόση ελευθερία διαθέτει ένας νέος άνθρωπος να σχεδιάσει τη ζωή του όταν η αποχώρηση από το παιδικό του δωμάτιο προϋποθέτει οικογενειακή περιουσία, δεύτερη δουλειά ή συγκατοίκηση από ανάγκη;
Και τι ακριβώς σημαίνει οικονομική ανάπτυξη όταν οι άνθρωποι δυσκολεύονται να κατοικήσουν στις πόλεις όπου εργάζονται και σπουδάζουν;
Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεταν κατά μέσο όρο το 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στεγαστικές δαπάνες, έναντι 19% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στις ελληνικές πόλεις, το 29% του πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριά όπου το στεγαστικό κόστος ξεπερνούσε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος.
Πίσω από τα ποσοστά βρίσκονται άνθρωποι που εργάζονται χωρίς να μπορούν να φύγουν από το παιδικό τους δωμάτιο, φοιτητές που επανεξετάζουν αν μπορούν να σπουδάσουν στην πόλη όπου πέρασαν και οικογένειες που μετρούν τι θα περισσέψει αφού πληρωθούν το ενοίκιο, η δόση και οι λογαριασμοί. Η κατοικία μετατρέπεται σταδιακά από προϋπόθεση μιας αξιοπρεπούς ζωής σε διαρκή πηγή ανασφάλειας.
Καθώς πλησιάζουμε στις επόμενες εθνικές εκλογές, το στεγαστικό αναδεικνύεται αναπόφευκτα σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα. Ωστόσο, το ερώτημα δεν είναι απλώς ποιο κόμμα θα υποσχεθεί περισσότερες επιδοτήσεις. Είναι ποιο θεωρεί τη στέγη κοινωνικό δικαίωμα και ποιο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την κατοικία πρωτίστως ως πεδίο επενδυτικών αποδόσεων.
Όταν το σπίτι απορροφά το εισόδημα
Η στεγαστική επιβάρυνση δεν αφορά αποκλειστικά το ενοίκιο. Περιλαμβάνει και άλλες δαπάνες κατοικίας, όπως ενέργεια και κοινόχρηστα, ενώ στη σχετική ευρωπαϊκή μέτρηση δεν προσμετράται ολόκληρη η αποπληρωμή του κεφαλαίου ενός στεγαστικού δανείου. Αυτή η διευκρίνιση έχει σημασία, καθώς η πραγματική μηνιαία πίεση που βιώνει ένας δανειολήπτης δεν ταυτίζεται πάντοτε με τον συγκεκριμένο στατιστικό δείκτη.
Η κατάσταση γίνεται δυσκολότερη όταν απομακρυνθούμε από τους εθνικούς μέσους όρους και κοιτάξουμε όσους νοικιάζουν. Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Οικονομικό Δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, για την περσινή χρονιά, διαπιστώνει ότι περίπου έξι στους δέκα ενοικιαστές αντιμετώπιζαν στεγαστική υπερεπιβάρυνση. Η ηλικία, η εργασιακή κατάσταση και το εισόδημα διαμορφώνουν, επομένως, πολύ διαφορετικές δυνατότητες πρόσβασης στην κατοικία.
Αντίστοιχα, η αγορά σπιτιού προϋποθέτει κάτι περισσότερο από τη θεωρητική δυνατότητα λήψης ενός δανείου. Απαιτεί αποταμιεύσεις, σταθερό εισόδημα και αντοχή σε μια μακροχρόνια οικονομική δέσμευση. Ενδεικτικά, ένα δάνειο 150.000 ευρώ, με σταθερό ετήσιο επιτόκιο 4% και διάρκεια 25 ετών, αντιστοιχεί σε δόση περίπου 792 ευρώ, χωρίς πρόσθετες χρεώσεις. Για ένα νοικοκυριό με μηνιαίο εισόδημα 1.800 ευρώ, μόνο η δόση απορροφά πάνω από το 40% του εισοδήματος.
Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν εξαντλείται στο ότι «τα σπίτια ακρίβυναν». Αφορά τη διεύρυνση της απόστασης ανάμεσα στις τιμές της κατοικίας και στις δυνατότητες όσων ζουν από την εργασία τους.
Αθήνα, Θεσσαλονίκη και το δεύτερο φίλτρο των σπουδών
Στις μεγάλες πόλεις, η αναζήτηση κατοικίας έχει μετατραπεί σε ανταγωνισμό για περιορισμένες οικονομικά προσιτές επιλογές.
Στη φοιτητική στέγη, η πίεση είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Σύμφωνα με στοιχεία του Spitogatos για το δεύτερο τρίμηνο του 2026, οι ζητούμενες τιμές των φοιτητικών κατοικιών αυξήθηκαν πανελλαδικά κατά 5,3% σε ετήσια βάση. Στον Δήμο Αθηναίων έφταναν τα 13,3 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και στο κέντρο της Θεσσαλονίκης τα 12,9 ευρώ. Πρόκειται για ζητούμενες τιμές αγγελιών, όχι για τα ποσά όλων των τελικών μισθωτηρίων, ωστόσο η κατεύθυνση είναι σαφής και δείχνει πως η κατάσταση χειροτερεύει όσο περνάει ο καιρός.
Η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο δεν αρκεί πλέον για να εξασφαλίσει τη δυνατότητα φοίτησης. Ακολουθεί ένα δεύτερο, οικονομικό φίλτρο: αν η οικογένεια μπορεί να πληρώσει τη διαμονή. Η έλλειψη επαρκών δημόσιων φοιτητικών εστιών μεταφέρει το κόστος της πρόσβασης στην εκπαίδευση στον οικογενειακό προϋπολογισμό, αναπαράγοντας τις ήδη υπάρχουσες κοινωνικές ανισότητες.
Golden Visa και Airbnb: Οι γειτονιές ως επενδυτικά προϊόντα
Η στεγαστική κρίση δεν μπορεί να εξετάζεται ανεξάρτητα από τις πολιτικές που μετέτρεψαν την κατοικία σε πεδίο προσέλκυσης επενδυτικών κεφαλαίων. Η Golden Visa αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα: το κράτος συνδέει την αγορά ακίνητης περιουσίας με την παροχή άδειας διαμονής, προσθέτοντας στην αγορά κατοικίας μια ζήτηση που δεν καθορίζεται από τους μισθούς και τις στεγαστικές ανάγκες των ανθρώπων που ζουν και εργάζονται στη χώρα.
Στο αφιέρωμα του Eteron «Ακτινογραφώντας το ελληνικό πρόγραμμα Golden Visa», η δημοσιογράφος Κορίνα Πετρίδη αναδείκνυε ήδη από το 2022 την αντίφαση ανάμεσα στην προσέλκυση επενδύσεων μέσω ακινήτων και στην προστασία της πρόσβασης στην κατοικία. Το κείμενο έθετε υπό αμφισβήτηση την επάρκεια της τότε εξαγγελθείσας αύξησης του επενδυτικού ορίου και παρουσίαζε προτάσεις για κατάργηση της Golden Visa στις επενδύσεις σε οικιστικά ακίνητα, γεωγραφικά στοχευμένους περιορισμούς, διαφάνεια στις συναλλαγές και έλεγχο των επιτρεπόμενων χρήσεων.
Το βασικό πολιτικό ζήτημα παραμένει: η εισροή κεφαλαίων στην αγορά ακινήτων δεν ταυτίζεται με την παραγωγή προσιτής κατοικίας. Η αγορά ενός ήδη υπάρχοντος διαμερίσματος μπορεί να αποφέρει κέρδος στον πωλητή και στους μεσολαβητές, χωρίς να προσθέτει ούτε ένα σπίτι στο διαθέσιμο απόθεμα. Όταν, μάλιστα, η επενδυτική ζήτηση συγκεντρώνεται σε περιοχές όπου οι κάτοικοι δυσκολεύονται ήδη να στεγαστούν, ενισχύεται ο ανταγωνισμός για έναν περιορισμένο πόρο.
Η νεότερη μελέτη του Eteron, Housing as Investment in Greece and Southern Europe: Private Profit versus Social Value, που δημοσιεύθηκε το 2025, προχωρά σε σαφή κατεύθυνση: προτείνει να σταματήσει η χορήγηση αδειών διαμονής μέσω επενδύσεων σε κατοικίες και να διοχετευθούν οι επενδύσεις σε άλλους τομείς.
Ενώ, παράλληλα, εισηγείται αυστηρότερους ελέγχους στη χρήση, στη μεταπώληση και στην τιμολόγηση των ακινήτων, καθώς και ανεξάρτητες αποτιμήσεις για τις αγορές μέσω Golden Visa. Η λογική είναι να περιοριστούν οι επενδυτικές πρακτικές που επιδιώκουν γρήγορη απόδοση εις βάρος της δυνατότητας των κατοίκων να βρουν προσιτή στέγη.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επέλεξε να διατηρήσει τη σύνδεση του προγράμματος με την αγορά ακινήτων, αυξάνοντας το 2024 τα βασικά επενδυτικά όρια στα 800.000 ευρώ στην Αττική, στην Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης και σε άλλες περιοχές υψηλής ζήτησης, και στα 400.000 ευρώ στην υπόλοιπη χώρα, με ειδικές εξαιρέσεις. Η παρέμβαση μεταβάλλει τους όρους πρόσβασης των επενδυτών, δεν καταργεί όμως τον ίδιο τον μηχανισμό.
Εδώ βρίσκεται και η αντίφαση της κυβερνητικής πολιτικής: από τη μία επιδοτεί την προσπάθεια ορισμένων νοικοκυριών να αγοράσουν κατοικία και από την άλλη διατηρεί ένα πρόσθετο κίνητρο επενδυτικής ζήτησης στην ίδια αγορά. Η Golden Visa δεν εξηγεί μόνη της τη στεγαστική κρίση. Η διατήρησή της, όμως, αποκαλύπτει την προτεραιότητα που εξακολουθεί να δίνεται στην επενδυτική αξία του ακινήτου.
Το ερώτημα, επομένως, είναι με ποιους όρους και προς όφελος ποιων προσελκύονται οι επενδύσεις. Διότι η αύξηση της αξίας μιας γειτονιάς στα χαρτοφυλάκια των επενδυτών μπορεί να συμβαδίζει με τη μείωση της δυνατότητας των κατοίκων της να παραμείνουν σε αυτήν. Και μια στεγαστική πολιτική οφείλει να λογοδοτεί πρώτα σε αυτούς.
Από την προστασία της πρώτης κατοικίας στην αγορά του χρέους
Η σημερινή κατάσταση έχει και μια θεσμική προϊστορία. Ο νόμος Κατσέλη, το 2010, δημιούργησε δυνατότητες δικαστικής ρύθμισης οφειλών και προστασίας της κύριας κατοικίας υπό προϋποθέσεις. Δεν επρόκειτο για καθολική ασυλία κάθε δανειολήπτη. Στη συνέχεια, οι προϋποθέσεις έγιναν αυστηρότερες, ιδιαίτερα με τις αλλαγές του 2015, ενώ το 2019 θεσπίστηκε διαφορετικός, προσωρινός μηχανισμός προστασίας.
Η επέκταση των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών επί ΣΥΡΙΖΑ και ο πτωχευτικός νόμος του 2020 επί Νέας Δημοκρατίας αποτελούν κρίσιμους σταθμούς αυτής της πορείας. Στο νεότερο πτωχευτικό πλαίσιο η πρώτη κατοικία δεν απολαμβάνει γενική εξαίρεση από τη ρευστοποίηση. Ακόμη και η προβλεπόμενη δυνατότητα απόκτησης και επαναμίσθωσης για ευάλωτους οφειλέτες στηρίζεται στην απώλεια της ιδιοκτησίας: ο άνθρωπος μπορεί να παραμείνει στο σπίτι, αλλά ως ενοικιαστής του.
Οι νεότερες ρυθμίσεις του 2026 προσθέτουν δυνατότητες διάσωσης της κύριας κατοικίας υπό όρους, μέσω διαδικασιών ρύθμισης και αξιοποίησης άλλης περιουσίας. Δεν συνιστούν, όμως, επιστροφή σε μια γενική προστασία της πρώτης κατοικίας.
Την ίδια στιγμή, διαμορφώθηκε μια ολόκληρη αγορά γύρω από το ιδιωτικό χρέος. Τα επενδυτικά σχήματα που αποκτούν απαιτήσεις και οι εταιρείες που τις διαχειρίζονται δεν είναι το ίδιο πράγμα, παρότι συχνά περιγράφονται όλα ως «funds». Ο διαχωρισμός έχει θεσμική σημασία, αλλά δεν αλλάζει το βασικό κοινωνικό ερώτημα:
ποια προτεραιότητα έχει η διατήρηση της κατοικίας απέναντι στην απόδοση της απαίτησης;
Εδώ βρίσκεται και η παρασιτική διάσταση αυτής της λειτουργίας: κέρδος μπορεί να παράγεται από την είσπραξη και τη ρευστοποίηση ήδη υπάρχουσας περιουσίας, χωρίς να δημιουργείται ούτε μία επιπλέον προσιτή κατοικία. Η μεταφορά ενός δανείου έξω από τον τραπεζικό ισολογισμό δεν ισοδυναμεί με λύση του προβλήματος του οφειλέτη.
«Σπίτι μου»: Ποιος τελικά εισπράττει τη στεγαστική πολιτική;
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας παρουσιάζει τα προγράμματα «Σπίτι μου» ως απόδειξη της κοινωνικής της ευαισθησίας. Ωστόσο, πίσω από τις εξαγγελίες για τη στήριξη των νέων βρίσκεται μια συγκεκριμένη πολιτική επιλογή: η πρόσβαση στην κατοικία εξακολουθεί να εξαρτάται από τον τραπεζικό δανεισμό, την οικονομική δυνατότητα της οικογένειας και τις απαιτήσεις των πωλητών. Το κράτος επιδοτεί την είσοδο στην αγορά, αφήνοντας σε μεγάλο βαθμό ανέγγιχτους τους όρους που καθιστούν αυτή την αγορά απρόσιτη.
Η κριτική αυτή αποτυπώνεται με σαφήνεια στην ανάλυση της ερευνήτριας Δήμητρας Σιατίτσα για το Eteron. Αξιολογώντας τον Φεβρουάριο του 2024 το τότε πακέτο στεγαστικών παρεμβάσεων, υπολόγιζε ότι το 93,5% των πόρων κατευθυνόταν στην ενίσχυση της ιδιοκατοίκησης, ενώ μόλις το 2% αφορούσε κοινωνικό ενοίκιο, και μάλιστα με περιορισμένο χρονικό ορίζοντα.
Τα ποσοστά αφορούν εκείνο το πακέτο, όχι το σύνολο των σημερινών δαπανών. Αποκαλύπτουν, όμως, την κατεύθυνση με την οποία οργανώθηκε η κυβερνητική απάντηση: ελάχιστη επένδυση σε μια σταθερή εναλλακτική για όσους δεν μπορούν να αγοράσουν σπίτι. Η ίδια ανάλυση επισήμαινε ότι η εφαρμογή του πρώτου «Σπίτι μου» συνέβαλε στην περαιτέρω αύξηση των τιμών, περιορίζοντας την πραγματική αξία της ενίσχυσης για τους δικαιούχους.
Εδώ βρίσκεται η βασική αντίφαση του προγράμματος. Η επιδότηση του δανεισμού αυξάνει τη δυνατότητα αγοράς, χωρίς να δημιουργεί από μόνη της περισσότερες κατοικίες. Όταν περισσότεροι υποψήφιοι ανταγωνίζονται για τα ίδια διαθέσιμα σπίτια, οι πωλητές αποκτούν μεγαλύτερο περιθώριο να αυξήσουν τις απαιτήσεις τους. Ένα μέρος της δημόσιας ενίσχυσης μπορεί έτσι να μεταφερθεί στην τιμή του ακινήτου. Η κυβέρνηση χρηματοδοτεί μια διευκόλυνση που κινδυνεύει να απορροφηθεί από την ίδια την ακρίβεια που υποτίθεται ότι αντιμετωπίζει.
Ήδη από τον Ιανουάριο του 2025, ρεπορτάζ της «Εφημερίδας των Συντακτών» για το «Σπίτι μου ΙΙ» ανέδειχνε τον κίνδυνο νέων ανατιμήσεων, τις περιορισμένες διαθέσιμες επιλογές και την κατεύθυνση των δικαιούχων προς παλαιά ακίνητα. Η ουσία της κριτικής ήταν ότι η κινητοποίηση αγοραπωλησιών δεν ταυτίζεται με την αύξηση της προσφοράς προσιτής κατοικίας.
Στο «Σπίτι μου ΙΙ» είχαν υπογραφεί 14.114 δανειακές συμβάσεις, με μέση εμπορική αξία ακινήτου 152.100 ευρώ, μέσο εμβαδόν 88,5 τετραγωνικά μέτρα και μέσο έτος κατασκευής το 1982. Η παλαιότητα δεν αποδεικνύει από μόνη της κακή κατάσταση κάθε κατοικίας, θέτει όμως το ζήτημα των πρόσθετων αναγκών επισκευής και ενεργειακής αναβάθμισης.
Για έναν νέο χωρίς αποταμιεύσεις ή οικογενειακή οικονομική στήριξη, επομένως, το χαμηλότερο επιτόκιο δεν αρκεί. Προηγείται το ερώτημα αν μπορεί να συγκεντρώσει την ίδια συμμετοχή, να καλύψει τα έξοδα αγοράς και να εγκριθεί από την τράπεζα. Η στεγαστική ανάγκη περνά μέσα από το φίλτρο της πιστοληπτικής ικανότητας. Όσοι αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη ανασφάλεια κινδυνεύουν να παραμένουν έξω από την κυβερνητική απάντηση.
Βεβαίως, υπήρξαν άνθρωποι που ωφελήθηκαν και απέκτησαν κατοικία με ευνοϊκότερους όρους. Αυτό δεν δικαιώνει αυτομάτως τον συνολικό σχεδιασμό. Η επιτυχία μιας στεγαστικής πολιτικής δεν μπορεί να μετριέται μόνο με τον αριθμό των δανείων που υπογράφονται. Χρειάζεται να κρίνεται από το αν μειώνει το κόστος, αν διευρύνει τις επιλογές και αν προστατεύει εκείνους που η αγορά αποκλείει.
Η Νέα Δημοκρατία οφείλει, συνεπώς, να απαντήσει γιατί επιμένει να τοποθετεί τον επιδοτούμενο δανεισμό στο κέντρο της πολιτικής της, ενώ η χώρα χρειάζεται μόνιμο απόθεμα κοινωνικής και προσιτής κατοικίας. Διότι όσο η κρατική παρέμβαση περιορίζεται στο να βοηθά ορισμένους να ανταγωνιστούν για τα ίδια ακριβά σπίτια, η στεγαστική κρίση αναπαράγεται. Και η υπόσχεση «Σπίτι μου» παραμένει για πολλούς μια υπόσχεση που προϋποθέτει ότι έχουν ήδη αρκετά χρήματα για να τη διεκδικήσουν.
Σε όλα αυτά να προστεθεί πως η Ελλάδα διαθέτει ουσιαστικά μηδενικό απόθεμα κοινωνικής ενοικιαζόμενης κατοικίας. ΤΟ γεγονός αυτό σημαίνει ότι δεν έχει συγκροτηθεί ένας μόνιμος, σημαντικός τομέας κατοικιών που διατίθενται με κοινωνικά καθορισμένο ενοίκιο, λειτουργώντας ως σταθερή εναλλακτική στην ιδιωτική αγορά και περιορίζοντας τις τιμές των ενοικίων.
Τι προτείνει η αντιπολίτευση;
Για να δούμε τι έχουν να προτείνουν και τα κόμματα της αντιπολίτευσης για το συγκεκριμένο πολύ σοβαρό ζήτημα για όλο και περισσότερα νοικοκυριά στη χώρα μας.
Οι προτάσεις της αντιπολίτευσης δεν συγκροτούν ένα ενιαίο σχέδιο. Διαφέρουν τόσο ως προς την έκταση της δημόσιας παρέμβασης όσο και ως προς τη σχέση που προτείνουν ανάμεσα στην κατοικία και την αγορά.
Το ΠΑΣΟΚ προτάσσει πρόγραμμα προσιτής κατοικίας με αξιοποίηση και ανακαίνιση ακινήτων, ενίσχυση της μακροχρόνιας μίσθωσης και περιορισμούς στις αυξήσεις των ενοικίων σε περιοχές μεγάλης πίεσης. Η πρότασή του για 40.000 κατοικίες θέτει το ζήτημα της προσφοράς στο επίκεντρο. Το ερώτημα είναι με ποιες δεσμεύσεις θα διασφαλίζεται ότι αυτά τα σπίτια παραμένουν οικονομικά προσιτά.
Ο Αλέξης Τσίπρας και η ΕΛΑΣ έχουν παρουσιάσει πρόταση για 50.000 προσιτές κατοικίες μέσω δημόσιου φορέα, αξιοποίησης κλειστών ακινήτων και παρεμβάσεων στη βραχυχρόνια μίσθωση και στη Golden Visa. Και εδώ, η αξιολόγηση δεν μπορεί να περιορίζεται στον αριθμό της εξαγγελίας: χρειάζονται συγκεκριμένες απαντήσεις για τη χρηματοδότηση, τις τιμές και τη διάρκεια της κοινωνικής χρήσης.
Ο ΣΥΡΙΖΑ αναφέρεται στη δημιουργία δημόσιου αποθέματος κατοικιών, στην προστασία της πρώτης κατοικίας και σε δημόσια παρέμβαση για τα κόκκινα δάνεια.
Η Νέα Αριστερά δίνει βάρος στη ρύθμιση των ενοικίων, στην αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων, στους αυστηρούς περιορισμούς του Airbnb και στην κατάργηση της σύνδεσης της Golden Visa με την κατοικία.
Το ΜέΡΑ25 προτείνει ανάπτυξη δημόσιου αποθέματος κοινωνικής κατοικίας, ουσιαστική ρύθμιση των ενοικίων και προστασία από την κερδοσκοπική εκμετάλλευση της στέγης. Με το σχέδιο «Οδυσσέας» εισηγείται δημόσια διαχείριση των κόκκινων δανείων και κατάργηση των πλειστηριασμών κύριας κατοικίας, μικρομεσαίας επαγγελματικής στέγης και αγροτικής γης.
Το ΚΚΕ ζητά επανασύσταση δημόσιου φορέα εργατικής κατοικίας, κρατικό κατασκευαστικό πρόγραμμα, προστασία της λαϊκής κατοικίας από πλειστηριασμούς και επέκταση της δωρεάν φοιτητικής στέγης.
Η Πλεύση Ελευθερίας προβάλλει την προστασία της πρώτης κατοικίας, την επιδότηση ενοικίου και τη διευκόλυνση των νέων στην απόκτηση στέγης.
Προτάσεις για στεγαστικό φορέα ή αξιοποίηση κενών κατοικιών διατυπώνονται και από την Ελληνική Λύση και τη Νίκη. Η κοινή χρήση, ωστόσο, λέξεων όπως «κοινωνική κατοικία» δεν συνεπάγεται ίδιο πολιτικό περιεχόμενο. Χρειάζεται να εξετάζονται οι δικαιούχοι, η χρηματοδότηση, η ιδιοκτησία και οι εγγυήσεις πρόσβασης.
Εν κατακλείδι
Στις επόμενες ελληνικές εκλογές, επομένως, οι στεγαστικές προτάσεις χρειάζεται να κριθούν από μετρήσιμες δεσμεύσεις και συγκεκριμένες πολιτικές κατευθύνσεις.
Πόσα σπίτια θα διατεθούν; Με ποιο ενοίκιο; Για πόσα χρόνια; Ποιοι θα προστατευτούν από την απώλεια της κατοικίας τους; Ποια όρια θα τεθούν στη μετατροπή των γειτονιών σε επενδυτικά και τουριστικά προϊόντα;
Διότι μια κοινωνία στην οποία η αξία των ακινήτων αυξάνεται ενώ οι κάτοικοί της δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να στεγαστούν δεν αντιμετωπίζει απλώς μια δυσλειτουργία της αγοράς. Αντιμετωπίζει το αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών. Και αυτές οι επιλογές μπορούν, και πρέπει, να αλλάξουν.
![]()
