Αμφότεροι γνωρίζουν ότι το διεθνές περιβάλλον θυμίζει κινούμενη άμμο και πως ο αμερικανικός παράγοντας συμπεριφέρεται απρόβλεπτα.
Η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα δεν πραγματοποιήθηκε μόνο υπό το βάρος των διαχρονικών ελληνοτουρκικών διαφορών, αλλά και μέσα σε ένα ευρύτερο διεθνές περιβάλλον που μεταβάλλεται με ταχύτητα. Γι’ αυτό έχουν δίκιο όσοι σχολιάζουν ότι ο Έλληνας Πρωθυπουργός και ο Τούρκος Πρόεδρος έδειξαν ότι μπορούν να τα βρουν θέλοντας δια της πλαγίας να απομακρύνουν τον Ντόναλντ Τραμπ από το Αιγαίο. Να μην χρειαστεί, δηλαδή, ο Αμερικανός Πρόεδρος να πιστέψει ότι πρέπει να αναλάβει ρόλο «διαιτητή», με απρόβλεπτες συνέπειες για Αθήνα και Άγκυρα.
Άλλωστε, αμφότεροι γνωρίζουν ότι το διεθνές περιβάλλον θυμίζει κινούμενη άμμο και πως ο αμερικανικός παράγοντας συμπεριφέρεται απρόβλεπτα. Αυτές οι δυο διαπιστώσεις οδήγησαν τους Κυριάκο Μητσοτάκη και Ταγίπ Ερντογάν να αλλάξουν τον τρόπο διαχείρισης των διμερών τους σχέσεων. Υπό αυτό το πρίσμα, μέσα από την κοινή συνέντευξη Τύπου, Ελλάδα και Τουρκία έστειλαν ένα σαφές μήνυμα. Ότι μπορούν να συζητούν απευθείας, να διαχειρίζονται τις εντάσεις και να προχωρούν σταδιακά, «από τα μικρά προς τα μεγαλύτερα» θέματα, μέσα από μια διαδικασία που έχει ως βάση τη συνεργασία. Στο ίδιο πνεύμα εντάχθηκε και η κατηγορηματική τοποθέτηση του Έλληνα Πρωθυπουργού, σε τηλεοπτική συνέντευξή του, ότι Ελλάδα και Τουρκία δεν έχουν καμία ανάγκη διαμεσολάβησης για να παραμείνουν «ήρεμα» τα νερά στο Αιγαίο.
Φοβού τις ΗΠΑ
Μέσα από αυτήν την προσέγγιση, Αθήνα και Άγκυρα συγκλίνουν στην επιδίωξη να διαχειρίζονται μόνες τις διαφορές τους. Όχι επειδή υποτιμούν τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών ως συμμάχου και παράγοντα σταθερότητας, αλλά διότι γνωρίζουν ότι μια ανοιχτή αμερικανική εμπλοκή σε μια διμερή διαπραγμάτευση θα περιόριζε τον βαθμό ελέγχου που διαθέτουν οι ίδιες οι δύο χώρες πάνω στην ατζέντα και κατ’ επέκταση το αποτέλεσμα των συνομιλιών. Με λίγα λόγια, σε ένα περιβάλλον όπου η διεθνής πολιτική γίνεται ολοένα και πιο απρόβλεπτη, μα και πολυκεντρική, η δυνατότητα απευθείας συνεννόησης θεωρείται από το Μέγαρο Μαξίμου και το Λευκό Παλάτι, στρατηγικό πλεονέκτημα.
Αυτό που αναγνωρίζουν και οι δυο πλευρές είναι ότι ενδεχόμενη εμπλοκή τρίτων θα μπορούσε να δημιουργήσει πιέσεις για «ισορροπημένες» λύσεις που δεν θα ταυτίζονται απαραίτητα με τα «θέλω» των δυο πλευρών. Ανησυχούν, δηλαδή και οι δυο ότι ενεργή αμερικανική διαμεσολάβηση ενδέχεται να συνοδεύεται από όρους και δεσμεύσεις που θα περιόριζαν τη διαπραγματευτική τους ευελιξία. Με απλά λόγια, και οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονται ότι η παρουσία ενός ισχυρού τρίτου παίκτη στο τραπέζι δεν είναι συμφέρουσα ούτε για την Ελλάδα ούτε για την Τουρκία.
Η εξάρτηση της «διαιτησίας»
Επιπλέον, η εξάρτηση από εξωτερικούς «διαιτητές» εγκυμονεί τον κίνδυνο μεταφοράς της ελληνοτουρκικής ατζέντας σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό παζάρι, όπου τα διμερή ζητήματα θα μπορούσαν να ενταχθούν σε μεγαλύτερες στρατηγικές αναλύσεις. Σε μια τέτοια περίπτωση, ούτε η Αθήνα ούτε η Άγκυρα θα είχαν την αποκλειστική πρωτοβουλία κινήσεων, ενώ οι αποφάσεις θα μπορούσαν να επηρεαστούν από ευρύτερα συμφέροντα που ξεπερνούν το στενό πλαίσιο των σχέσεων τους. Υπό αυτό το πρίσμα, η επιλογή της απευθείας διπλωματίας δεν είναι μόνο ζήτημα αρχής αλλά και πολιτικού ρεαλισμού. Μητσοτάκης και Ερντογάν γνωρίζουν ότι μια διαπραγμάτευση υπό ισχυρή αμερικανική επιρροή θα μπορούσε να τους φέρει και τους δύο σε δύσκολη θέση στο εσωτερικό πολιτικό τους ακροατήριο. Αντιθέτως, η διμερής προσέγγιση τους επιτρέπει να διατηρούν τον έλεγχο του πολιτικού ρυθμού και της θεματολογίας
![]()

