Κυριάκος Μητσοτάκης: «Η Ελλάδα συγκαταλέγεται πλέον στις πρωτοπόρες χώρες στην ηλιακή και αιολική ενέργεια».
Το μήνυμα ότι οι τιμές της ενέργειας θα συνεχίσουν την πτωτική τους πορεία, αλλά και ότι η κυβέρνηση παραμένει έτοιμη να λάβει πρόσθετα μέτρα στήριξης αν αυτό καταστεί αναγκαίο, μετέφερε ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στη συζήτησή του με τον Ben Hall των Financial Times. Παράλληλα, εκτίμησε ότι για πρώτη φορά, πιθανότατα εντός του έτους, η Ελλάδα δεν θα συγκαταλέγεται στις πιο υπερχρεωμένες χώρες της Ευρώπης.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε πως η χώρα έχει σημειώσει ουσιαστική πρόοδο στον ενεργειακό τομέα, περνώντας από το 2019, όταν είχε τις υψηλότερες χονδρικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ, στη σημερινή θέση όπου βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
«Το 2019 η Ελλάδα είχε μακράν την υψηλότερη χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας. Τώρα βρισκόμαστε κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ και είμαστε μεγάλοι εξαγωγείς ηλεκτρικής ενέργειας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Απέδωσε αυτή τη μεταβολή στη στρατηγική ενίσχυσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, σημειώνοντας ότι πάνω από το 50% της ηλεκτροπαραγωγής προέρχεται πλέον από ΑΠΕ. Παράλληλα προέβλεψε περαιτέρω αποκλιμάκωση των τιμών το επόμενο διάστημα, καθώς αυξάνεται η συμμετοχή των ΑΠΕ και, όπως είπε, ελπίζει στη μείωση του κόστους του φυσικού αερίου.
Για το ζήτημα του δημόσιου χρέους υπογράμμισε ότι η πορεία αυτή αποτελεί «πολιτική παρακαταθήκη» με διαγενεακή ευθύνη και ότι κάθε επιλογή πρέπει να κινείται εντός των ευρωπαϊκών πλαισίων, ξεκαθαρίζοντας τη διάκριση ανάμεσα σε εθνικό και ευρωπαϊκό δανεισμό και τις προτεραιότητες χρηματοδότησης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο αυξημένο κόστος ζωής, το οποίο χαρακτήρισε ως το βασικό πρόβλημα για τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά, τονίζοντας την ανάγκη για υψηλότερους μισθούς, ενίσχυση της παραγωγικότητας και δημοσιονομικό χώρο. Άφησε επίσης ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων στοχευμένων μέτρων στήριξης απέναντι στον πληθωρισμό, εφόσον χρειαστεί, επισημαίνοντας ότι η κυβέρνηση προτιμά παρεμβάσεις προσωρινού χαρακτήρα.
Σε ό,τι αφορά τη συνολική ενεργειακή στρατηγική, σημείωσε ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται πλέον στις πρωτοπόρες χώρες στην ηλιακή και αιολική ενέργεια, ενώ έχει μειώσει σχεδόν κατά 50% τις εκπομπές CO₂ σε σχέση με το 2005. Υπογράμμισε επίσης ότι η ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας παραμένει κατακερματισμένη, με ελλιπείς διασυνδέσεις, και ότι απαιτούνται επενδύσεις σε δίκτυα και υποδομές.
Αναφερόμενος στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, σημείωσε πως δεν ανταποκρίνεται στις σημερινές φιλοδοξίες της ΕΕ και πρότεινε την αξιοποίηση στοχευμένου ευρωπαϊκού δανεισμού για συγκεκριμένους τομείς, όπως η άμυνα, τονίζοντας ωστόσο ότι απορρίπτει έναν γενικευμένο δανεισμό για κρίσεις.
Για τη ναυσιπλοΐα και την ασφάλεια στην Ερυθρά Θάλασσα ανέφερε ότι Ελλάδα και Ιταλία έχουν ήδη διαθέσει πλοία, επισημαίνοντας πως η χώρα είναι έτοιμη να συμβάλει σε ενδεχόμενη ειρηνευτική αποστολή υπό τον ΟΗΕ, λόγω του ισχυρού ναυτιλιακού της ρόλου και των συμφερόντων της στην ελευθερία των θαλασσίων μεταφορών.
Τέλος, αναφέρθηκε στις προοπτικές του ενεργειακού μείγματος, εκτιμώντας ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και το 80% από ανανεώσιμες πηγές, με το υπόλοιπο να καλύπτεται από άλλες μορφές ενέργειας, ενώ δεν απέκλεισε τη μελλοντική αξιοποίηση εγχώριων κοιτασμάτων φυσικού αερίου. Παράλληλα, έκανε λόγο για την ανάγκη περαιτέρω αποθήκευσης ενέργειας, την ενίσχυση των διασυνδέσεων και τη μετάβαση προς την ηλεκτροκίνηση.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην προοπτική της πυρηνικής ενέργειας, χαρακτηρίζοντάς την πιθανή μακροπρόθεσμη εναλλακτική για τη βασική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Όπως είπε, έχει ήδη συσταθεί ομάδα εργασίας για τη διερεύνηση του θέματος, χωρίς να έχει ληφθεί κάποια απόφαση, υπογραμμίζοντας ότι η δυνατότητα δημόσιας συζήτησης για το ζήτημα αποτελεί ένδειξη ωρίμανσης της ενεργειακής πολιτικής της χώρας.
![]()

