Το πολιτικό δίλημμα του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι κρίσιμο. Στις επόμενες εθνικές εκλογές, όποτε και αν αυτές γίνουν, θέλει αντίπαλο τον Ανδρουλάκη ή τον Τσίπρα;
Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό αφού η απάντηση θα δείξει και τον δρόμο που πρέπει να βαδίσει ο Πρωθυπουργός εάν θέλει να κόψει ξανά πρώτο το προεκλογικό νήμα.
Επί του παρόντος οι συνεχείς αναφορές κυβερνητικών στελεχών στον Αλέξη Τσίπρα μόνο τυχαίες δεν μπορούν να θεωρηθούν. Δείχνουν την πρώτη τάση που επικρατεί στο Μέγαρο Μαξίμου, καθώς αποτυπώνουν την συνειδητή στρατηγική επιλογή της αναβίωσης του αντι-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου ως βασικού εργαλείου συσπείρωσης της Νέας Δημοκρατίας. Την τελευταία εβδομάδα είναι προφανές ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να επαναφέρει στο δημόσιο διάλογο τις πιο τραυματικές μνήμες της περιόδου 2015–2019. Τα capital controls, το κλείσιμο των τραπεζών, την αβεβαιότητα στην οικονομία, την επιβάρυνση της μεσαίας τάξης, αλλά και την κατάσταση στην οποία, όπως υποστηρίζει ο κυβερνητικός περίγυρος, βρέθηκαν κρίσιμες δημόσιες επιχειρήσεις όπως η ΔΕΗ.
Οι πρώτες σκέψεις για τον Αλέξη Τσίπρα
Στο Μέγαρο Μαξίμου θεωρούν ότι η πολιτική αντιπαράθεση με τον κ. Τσίπρα είναι πιο «βολική» και πολιτικά πιο «καθαρή». Και αυτό γιατί, όπως λένε, ο πρώην πρωθυπουργός είναι ένα πολιτικό πρόσωπο που γεννά δυσάρεστες αναμνήσεις σε σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος, ιδιαίτερα στη μεσαία τάξη και στους πιο μετριοπαθείς ψηφοφόρους του Κέντρου, στους οποίους επενδύει διαχρονικά η Νέα Δημοκρατία.
Την ίδια ώρα, το Νίκος Ανδρουλάκης φαίνεται να προκαλεί έναν διαφορετικό πονοκέφαλο για την κυβέρνηση. Το ΠΑΣΟΚ δεν κουβαλά το βάρος της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και επιχειρεί να εμφανιστεί ως μια πιο «θεσμική» και λιγότερο συγκρουσιακή αντιπολιτευτική δύναμη. Παρ’ όλα αυτά, η κυβερνητική γραμμή επιδιώκει συστηματικά να ταυτίσει πολιτικά τον κ. Ανδρουλάκη με τον κ. Τσίπρα, υποστηρίζοντας ότι το ΠΑΣΟΚ έχει μετακινηθεί στο «γήπεδο του λαϊκισμού» και των εύκολων συνθημάτων.
Και οι δεύτερες σκέψεις για τον Νίκο Ανδρουλάκη
Η στρατηγική αυτή έχει διπλή ανάγνωση. Από τη μία πλευρά, η Νέα Δημοκρατία θέλει να αποτρέψει τη δημιουργία ενός αυτόνομου αντιδεξιού πόλου με κεντρώα χαρακτηριστικά, ο οποίος θα μπορούσε να διεισδύσει σε κοινά που σήμερα παραμένουν κοντά στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Από την άλλη, η συνεχής σύνδεση ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ λειτουργεί ως προειδοποίηση προς τους κεντρώους ψηφοφόρους ότι οποιαδήποτε εναλλακτική διακυβέρνηση θα οδηγούσε –άμεσα ή έμμεσα– σε πολιτικές και πρόσωπα του παρελθόντος.
Ωστόσο, εδώ ακριβώς βρίσκεται και το πολιτικό δίλημμα του πρωθυπουργού. Αν ο βασικός αντίπαλος παραμείνει ο Αλέξης Τσίπρας, τότε η Νέα Δημοκρατία μπορεί να συνεχίσει να επενδύει στον φόβο της επιστροφής σε μια περίοδο που μεγάλο μέρος της κοινωνίας έχει συνδέσει με οικονομική ανασφάλεια και πολιτική ένταση. Αν όμως ο αντίπαλος καταστεί σταδιακά ο Νίκος Ανδρουλάκης, τότε η κυβέρνηση θα χρειαστεί να απαντήσει περισσότερο με όρους πολιτικού προγράμματος και καθημερινότητας και λιγότερο με όρους ιστορικής σύγκρισης με το 2015.
![]()

