Όταν η πολιτική αποτυγχάνει, η Δικαιοσύνη καλείται να βάλει «stop»

Όταν η πολιτική αποτυγχάνει, η Δικαιοσύνη καλείται να βάλει «stop»

Η Δικαιοσύνη μπορεί να βάλει το «stop» όταν παραβιάζονται οι κανόνες. Δεν μπορεί, όμως, να καλύψει ένα πολιτικό κενό.

Η αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη και η άρση της ασυλίας της Αφροδίτης Λατινοπούλου φέρνουν ξανά στην επιφάνεια ένα ζήτημα που δεν αφορά μόνο τα δύο πρόσωπα. Αφορά το πώς ένα πολιτικό σύστημα διαχειρίζεται την άνοδο δυνάμεων στα δεξιά του και, κυρίως, τι συμβαίνει όταν η πολιτική αδυνατεί να απορροφήσει τη δυσαρέσκεια της κοινωνίας.

Τα τελευταία χρόνια, μια σειρά από υποθέσεις και σκάνδαλα που έχουν βρεθεί στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης έχει εντείνει τον προβληματισμό για τη λειτουργία των θεσμών, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία του πολιτικού συστήματος. Την ίδια στιγμή, ο κατακερματισμός της αντιπολίτευσης και η αδυναμία συγκρότησης μιας ισχυρής και πειστικής εναλλακτικής πρότασης αφήνουν ένα σημαντικό μέρος της κοινωνικής δυσαρέσκειας χωρίς σαφή πολιτική έκφραση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η απογοήτευση από το πολιτικό σύστημα οδηγεί αναπόφευκτα στην Ακροδεξιά. Δημιουργεί, ωστόσο, ένα πρόσφορο έδαφος για δυνάμεις που εμφανίζονται ως «αντισυστημικές», αμφισβητούν συνολικά το υπάρχον πολιτικό μοντέλο και επιχειρούν να μετατρέψουν την απογοήτευση σε πολιτική επιρροή. Όσο η παραδοσιακή πολιτική αδυνατεί να πείσει ότι μπορεί να δώσει απαντήσεις στα προβλήματα και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη, τόσο περισσότερο χώρο αποκτούν τέτοιες φωνές.

Κασιδιάρης: Τα απανωτά «χτυπήματα» του Αρείου Πάγου

Το πρώην ηγετικό στέλεχος της Χρυσής Αυγής, καταδικασμένος για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, αποφυλακίστηκε στις 15 Σεπτεμβρίου και έχει ήδη δηλώσει πρόθεση επιστροφής στην πολιτική. Η αποφυλάκισή του, ωστόσο, δεν σημαίνει αυτομάτως και δικαίωμα συμμετοχής στις εκλογές. Το ζήτημα της συμμετοχής του ίδιου ή σχηματισμού που θα συνδέεται μαζί του θα κριθεί με βάση την εκλογική νομοθεσία και τον ρόλο του Αρείου Πάγου.

Το προηγούμενο είναι ήδη γνωστό. Το 2023 ο Άρειος Πάγος απέκλεισε τους «Έλληνες», κρίνοντας ότι παρά την τυπική αλλαγή στην ηγεσία, ο Κασιδιάρης παρέμενε ο πραγματικός αρχηγός. Η πολιτική του επιρροή, όμως, δεν σταμάτησε εκεί. Ακολούθησαν οι «Σπαρτιάτες», τους οποίους ο ίδιος στήριξε και οι οποίοι μπήκαν στη Βουλή. Το 2024 ο Άρειος Πάγος απέκλεισε και τους «Σπαρτιάτες» από τις ευρωεκλογές, ενώ στη συνέχεια το Εκλογοδικείο αφαίρεσε τις έδρες τριών βουλευτών του κόμματος.

Η απαγόρευση ενός εκλογικού οχήματος δεν εξαφανίζει κατ’ ανάγκη το πολιτικό ακροατήριο που βρίσκεται πίσω του. Μπορεί να αλλάξει το κόμμα, το όνομα, η ηγετική εικόνα ή η μέθοδος με την οποία επιχειρείται η επιστροφή στην κάλπη. Γι’ αυτό και η περίπτωση Κασιδιάρη είναι περισσότερο από μια νομική υπόθεση. Είναι μια δοκιμασία για το κατά πόσο το θεσμικό πλαίσιο μπορεί να εμποδίσει την επιστροφή ενός συγκεκριμένου πολιτικού δικτύου, χωρίς να μπορεί από μόνο του να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές συνθήκες που του δίνουν ακροατήριο.

Η περίπτωση της Αφροδίτης Λατινοπούλου

Η «Φωνή Λογικής» δεν εμφανίστηκε ως μια προσπάθεια επιστροφής της Χρυσής Αυγής με άλλο όνομα. Ακολούθησε διαφορετική διαδρομή, απέκτησε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η ίδια η Λατινοπούλου έχει πλέον θεσμικό ρόλο. Την ίδια στιγμή, όμως, βρίσκεται αντιμέτωπη με δικαστική διερεύνηση για καταγγελίες σχετικά με εικονικές ή πλαστογραφημένες υπογραφές στην ιδρυτική διακήρυξη του κόμματός της.

Στις 15 Σεπτεμβρίου το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε την άρση της ασυλίας της, ώστε να προχωρήσει η προβλεπόμενη ποινική διαδικασία στην Ελλάδα. Στην υπόθεση εξετάζονται, σύμφωνα με την απόφαση, όχι μόνο οι υπογραφές αλλά και ζητήματα που συνδέονται με τη χρηματοδότηση και τη λειτουργία του κόμματος και τη συμμετοχή του στις εκλογές του 2023 και του 2024. Η άρση της ασυλίας, πάντως, δεν αποτελεί καταδίκη ούτε απόφαση περί ενοχής.

Διαφορετικές υποθέσεις, ένα κοινό σημείο

Οι δύο υποθέσεις, λοιπόν, δεν είναι ίδιες. Ο Κασιδιάρης βρίσκεται αντιμέτωπος με το ειδικό εκλογικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε μετά την καταδίκη της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής. Η Λατινοπούλου βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δικαστική διερεύνηση που αφορά τη νομιμότητα της διαδικασίας ίδρυσης του κόμματός της. Κοινό σημείο τους είναι ότι, σε διαφορετικό επίπεδο, η τελική απάντηση μεταφέρεται από την πολιτική στη θεσμική διαδικασία.

Όταν η πολιτική αδυνατεί να πείσει, η κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να βρει χώρο στα άκρα. Όταν, στη συνέχεια, τα άκρα επιχειρούν να μετατρέψουν αυτή τη δυσαρέσκεια σε εκλογική και θεσμική παρουσία, το κράτος δικαίου καλείται να ελέγξει αν τηρούνται οι κανόνες.

Ο Άρειος Πάγος μπορεί να κρίνει αν ένας πολιτικός σχηματισμός πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις συμμετοχής στις εκλογές. Η Δικαιοσύνη μπορεί να εξετάσει καταγγελίες και να αποδώσει ευθύνες, εφόσον αυτές αποδειχθούν. Δεν μπορεί όμως να θεραπεύσει την πολιτική απογοήτευση, την κρίση εμπιστοσύνης ή την απουσία μιας πειστικής εναλλακτικής πρότασης.

Η Δικαιοσύνη μπορεί να βάλει το «stop» όταν παραβιάζονται οι κανόνες. Δεν μπορεί, όμως, να καλύψει το πολιτικό κενό. Αν το πολιτικό σύστημα θέλει να περιορίσει πραγματικά τον χώρο που βρίσκουν τα άκρα, η απάντηση δεν μπορεί να βρίσκεται μόνο στις δικαστικές αποφάσεις. Πρέπει να βρίσκεται και στην ίδια την πολιτική: στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, στη λογοδοσία, στη λειτουργία των θεσμών και στην ύπαρξη αξιόπιστων πολιτικών προτάσεων.

Γιατί διαφορετικά, κάθε φορά που κλείνει μία πόρτα για ένα πρόσωπο ή ένα κόμμα, η δυσαρέσκεια που το έφερε μέχρι εκεί θα εξακολουθεί να ψάχνει την επόμενη.

Loading

Play