Πόσο σίγουρη μπορεί να είναι η κυβέρνηση ότι οι πιέσεις που ήδη βιώνουν οι πολίτες δεν θα μετατραπούν σε μια πολύ ευρύτερη κοινωνική κρίση;
Η κυβέρνηση βλέπει τις εικόνες από τη Γαλλία και την Ιταλία, προειδοποιεί για τον κίνδυνο να μεταφερθούν στην Ελλάδα φαινόμενα βίας και αναταραχής και εμφανίζεται βέβαιη ότι η χώρα έχει αφήσει πίσω της τις «σκοτεινές εποχές» των μεγάλων κοινωνικών συγκρούσεων. Όμως, πίσω από τις διαβεβαιώσεις, ένα ερώτημα παραμένει ανοιχτό: πόσο ασφαλής μπορεί να αισθάνεται μια κυβέρνηση όταν η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά, η στέγη γίνεται άπιαστο όνειρο για πολλούς νέους και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δοκιμάζεται από διαδοχικές υποθέσεις;
Η Ελλάδα δεν βρίσκεται σήμερα στην ίδια κατάσταση με τη Γαλλία, η οποία αντιμετωπίζει τις δικές της δημοσιονομικές και πολιτικές δυσκολίες, ούτε με την Αλβανία, όπου η κοινωνική δυσαρέσκεια συνδέεται και με καταγγελίες για διαφθορά. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η ελληνική κοινωνία είναι απρόσβλητη από μια ευρύτερη κρίση. Οι κοινωνικές εκρήξεις δεν προαναγγέλλονται πάντοτε με σαφή τρόπο ούτε ξεκινούν απαραίτητα από ένα και μόνο γεγονός. Συχνά αποτελούν το αποτέλεσμα πολλών προβλημάτων που συσσωρεύονται, μέχρι να εμφανιστεί η αφορμή που θα τα φέρει όλα στην επιφάνεια.
Η ακρίβεια που δεν υποχωρεί και η στέγη που αναζητείται
Το πρώτο και πιο άμεσο μέτωπο είναι η καθημερινότητα. Οι πολίτες δεν κρίνουν την οικονομική κατάσταση αποκλειστικά από τους ρυθμούς ανάπτυξης ή τα δημοσιονομικά μεγέθη, αλλά από το αν ο μισθός αρκεί για το σούπερ μάρκετ, τους λογαριασμούς, τα καύσιμα και το ενοίκιο. Και σε αυτό το πεδίο, η πίεση παραμένει έντονη.
Τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής δείχνουν ότι ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα έφτασε το 5,1% τον Σεπτέμβριο του 2026, έναντι 1,8% τον αντίστοιχο μήνα του 2025. Πρόκειται για νέα επιβάρυνση σε μια περίοδο κατά την οποία πολλά νοικοκυριά έχουν ήδη εξαντλήσει τα περιθώριά τους.
Την ίδια στιγμή, το στεγαστικό πρόβλημα δεν αφορά πλέον μόνο τα χαμηλότερα εισοδήματα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2025, το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης ξεπερνούσε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Το ποσοστό ήταν το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Για τους νέους, η οικονομική ανεξαρτησία συχνά μετατίθεται για αργότερα. Για τις οικογένειες, κάθε αύξηση των βασικών εξόδων σημαίνει λιγότερα χρήματα για άλλες ανάγκες. Και για όσους εργάζονται με χαμηλούς μισθούς, η απασχόληση δεν εξασφαλίζει πάντα την οικονομική ασφάλεια που θα έπρεπε να προσφέρει.
Αυτή είναι μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην οικονομική εικόνα που παρουσιάζει μια κυβέρνηση και στην εμπειρία που βιώνει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Οι δείκτες μπορεί να καταγράφουν ανάπτυξη, αλλά όταν η καθημερινότητα γίνεται δυσκολότερη, η δυσαρέσκεια δεν εξαφανίζεται με ανακοινώσεις ούτε με επιδόματα που έχουν περιορισμένη διάρκεια.
ΟΠΕΚΕΠΕ, Τέμπη και η κρίση εμπιστοσύνης
Η οικονομική πίεση, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνη της για να εξηγήσει το βάθος της κοινωνικής δυσφορίας. Εξίσου κρίσιμο είναι το ζήτημα της εμπιστοσύνης. Αν οι πολίτες, δηλαδή, θεωρούν ότι οι θεσμοί λειτουργούν με διαφάνεια, ότι η Δικαιοσύνη αποδίδεται χωρίς εξαιρέσεις και ότι οι πολιτικοί λογοδοτούν για τις πράξεις τους.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Για έναν αγρότη που περιμένει την ενίσχυση που δικαιούται, οι αποκαλύψεις για φερόμενες παράνομες επιδοτήσεις δεν αποτελούν μια μακρινή ιστορία διοικητικής δυσλειτουργίας. Αφορούν την ισονομία, την αξιοπιστία του κράτους και το αν οι κανόνες εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο για όλους.
Στην ίδια εξίσωση βρίσκεται και η τραγωδία των Τεμπών. Οι 57 νεκροί δεν αποτελούν απλώς έναν αριθμό που επανέρχεται στις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Για τις οικογένειες των θυμάτων και για ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας, το αίτημα για δικαιοσύνη και πλήρη διερεύνηση των ευθυνών παραμένει ανοιχτό. Η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και η απουσία πολιτικών κατηγορουμένων από την υπόθεση που εκδικάζεται έχουν τροφοδοτήσει αντιπαραθέσεις και ερωτήματα για το εύρος της λογοδοσίας.
Τα σχολεία ως προειδοποίηση
Η κοινωνική πίεση αποτυπώνεται και στη δημόσια παιδεία. Για την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου έχει προκηρυχθεί 24ωρη απεργία από τη Διδασκαλική Ομοσπονδία Ελλάδας, με αιτήματα που περιλαμβάνουν αυξήσεις στους μισθούς, κάλυψη των κενών, ασφαλείς σχολικές υποδομές και στήριξη της δημόσιας εκπαίδευσης. Η ΟΛΜΕ έχει επίσης ανακοινώσει κινητοποιήσεις.
Οι ελλείψεις εκπαιδευτικών, οι συγχωνεύσεις τμημάτων και οι ανεπαρκείς υποδομές δεν συνιστούν από μόνες τους ένδειξη επικείμενης κοινωνικής έκρηξης. Αποτελούν, όμως, ενδείξεις ότι η δυσαρέσκεια μπορεί να διαπερνά διαφορετικές κοινωνικές ομάδες: εργαζομένους, γονείς, μαθητές και νέους που ανησυχούν για το μέλλον τους.
Το ίδιο ισχύει για την πίεση στο δημόσιο σύστημα υγείας, τις εργασιακές ανασφάλειες και το αίσθημα ότι οι καθημερινές ανάγκες των πολιτών δεν αντιμετωπίζονται με την ίδια ταχύτητα που αντιμετωπίζονται οι πολιτικές ή επικοινωνιακές ανάγκες της κυβέρνησης. Όταν διαφορετικά μέτωπα συναντιούνται, οι κινητοποιήσεις μπορούν να αποκτήσουν ευρύτερο χαρακτήρα από εκείνον μιας μεμονωμένης διεκδίκησης.
Η προειδοποίηση Κυρανάκη και το ερώτημα που μένει
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο γραμματέας της Πολιτικής Επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Κυρανάκης, προειδοποίησε για τον κίνδυνο να μεταφερθούν στην Ελλάδα εικόνες βίας και καταστροφών από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. «Η Ελλάδα, όμως, έχει αφήσει πίσω της τις σκοτεινές εποχές όπου το κέντρο της Αθήνας και το Σύνταγμα γίνονταν συχνά πεδίο επεισοδίων και καταστροφών και δεν πρόκειται να επιτρέψει την επιστροφή σε αυτές τις συνθήκες», ανέφερε.
Η ανάγκη να αποτραπούν οι επιθέσεις, οι λεηλασίες και οι τραυματισμοί είναι αυτονόητη. Όμως η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στον φόβο για τις εικόνες που ενδέχεται να εμφανιστούν στους δρόμους. Χρειάζεται να αφορά και τους λόγους για τους οποίους οι πολίτες κινητοποιούνται.
Η κοινωνική διαμαρτυρία δεν ταυτίζεται με τη βία. Ούτε η απουσία επεισοδίων αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει οργή. Μια κοινωνία μπορεί να παραμένει ήσυχη για μεγάλο διάστημα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποδέχεται όσα συμβαίνουν ή ότι δεν συσσωρεύεται δυσαρέσκεια.
Η Ελλάδα έχει βιώσει βαθιές οικονομικές και πολιτικές κρίσεις και γνωρίζει το κόστος της παρατεταμένης κοινωνικής ανασφάλειας. Αυτό, όμως, δεν αποτελεί εγγύηση ότι δεν θα εμφανιστούν νέες εντάσεις. Αντίθετα, η εμπειρία των προηγούμενων ετών θα έπρεπε να λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η κοινωνική συνοχή δεν είναι δεδομένη και δεν διασφαλίζεται μόνο με δημοσιονομική πειθαρχία ή αυστηρά μηνύματα για την τήρηση της τάξης.
Η κρίση δεν χρειάζεται να αντιγράψει τη Γαλλία
Το αν η Ελλάδα θα βιώσει κινητοποιήσεις ανάλογης έκτασης με εκείνες της Γαλλίας ή της Αλβανίας δεν μπορεί να προβλεφθεί με βεβαιότητα. Οι κοινωνίες έχουν διαφορετικές πολιτικές παραδόσεις, οικονομικές συνθήκες και αφορμές για να αντιδράσουν. Ούτε κάθε απεργία ούτε κάθε διαδήλωση προαναγγέλλει μια γενικευμένη κρίση.
Το πραγματικό ερώτημα για την κυβέρνηση είναι, όμως, αν αναγνωρίζει έγκαιρα τους παράγοντες που μπορούν να μετατρέψουν τη διάχυτη δυσαρέσκεια σε μαζική κινητοποίηση. Η ακρίβεια, το στεγαστικό, οι δυσκολίες στη δημόσια παιδεία, τα αιτήματα για δικαιοσύνη και η διαλεύκανση των σκανδάλων, δεν αποτελούν ανεξάρτητες ψηφίδες. Συνθέτουν μια ευρύτερη συζήτηση για την ποιότητα ζωής, την ισονομία και την αξιοπιστία της πολιτικής εξουσίας.
Η κυβέρνηση μπορεί να θεωρεί ότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται στο σημείο που βρίσκονται άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Δεν μπορεί, όμως, να θεωρεί ότι η απόσταση είναι μόνιμη ή ότι η κοινωνική ανοχή είναι ανεξάντλητη.
Γιατί η κρίση δεν έρχεται πάντα με οδοφράγματα, συγκρούσεις και σπασμένες βιτρίνες. Μπορεί να προηγηθεί μια μακρά περίοδος απογοήτευσης, απομάκρυνσης από την πολιτική και απώλειας εμπιστοσύνης (αυτό που βιώνει η χώρα μας τα τελευταία χρόνια). Και όταν τελικά εκδηλωθεί η αντίδραση, η αφορμή μπορεί να είναι πολύ μικρότερη από το βάρος όλων όσων έχουν προηγηθεί.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Ελλάδα θα γίνει η επόμενη Γαλλία. Είναι πόσο σίγουρη μπορεί να είναι η κυβέρνηση ότι οι πιέσεις που ήδη βιώνουν οι πολίτες δεν θα μετατραπούν σε μια πολύ ευρύτερη κοινωνική κρίση – και τι κάνει για να μην επιβεβαιωθεί αυτός ο κίνδυνος.
![]()

