Τέμπη και Τολέδο δεν είναι το ίδιο

Τέμπη και Τολέδο δεν είναι το ίδιο

Το πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα στην Ισπανία, κοντά στο Τολέδο, επαναφέρει με τον πιο τραγικό τρόπο τη συζήτηση για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων, αλλά και για τις ευθύνες εκείνων που έχουν την εποπτεία και τη διαχείρισή τους.

Με τουλάχιστον 69 νεκρούς και περισσότερους από 200 τραυματίες, η σύγκρουση δύο τρένων υψηλής ταχύτητας προκαλεί σοκ, ξυπνώντας παράλληλα μνήμες από την τραγωδία των Τεμπών. Μόνο που στην Ελλάδα, πριν ακόμη ολοκληρωθεί η διερεύνηση των αιτιών στην Ισπανία, κάποιοι έσπευσαν να αξιοποιήσουν το δυστύχημα για να υπερασπιστούν πολιτικές επιλογές και να επαναφέρουν τη γνωστή συζήτηση περί ανθρώπινου λάθους.

Η τοποθέτηση του υπουργού Υγείας, Άδωνι Γεωργιάδη, είναι χαρακτηριστική. Αναφερόμενος στην τραγωδία της Ισπανίας, έκανε λόγο για ανθρώπινο λάθος, αντιπαραβάλλοντας τη στάση του Ισπανού υπουργού Μεταφορών, ο οποίος δήλωσε ότι δεν προτίθεται να παραιτηθεί για ένα ανθρώπινο λάθος, με εκείνη του πρώην υπουργού Μεταφορών Κώστα Αχ. Καραμανλή μετά τα Τέμπη. Μάλιστα, υποστήριξε ότι ο τελευταίος λοιδορήθηκε και ότι καταστράφηκαν η ζωή και η πολιτική του σταδιοδρομία, επειδή ανέλαβε την ευθύνη της παραίτησης.

Στην ίδια παρέμβαση, ο κ. Γεωργιάδης επιτέθηκε στην Αριστερά, κάνοντας λόγο για υποκρισία απέναντι στα σιδηροδρομικά δυστυχήματα, ενώ δεν παρέλειψε να σχολιάσει και την ανάρτηση του Ισπανού πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ λίγα λεπτά μετά την τραγωδία. Έτσι, μια συζήτηση που θα έπρεπε να περιστρέφεται γύρω από την ασφάλεια των μεταφορών και την προστασία της ανθρώπινης ζωής μετατοπίστηκε γρήγορα στο γνώριμο πεδίο της κομματικής αντιπαράθεσης.

Το ανθρώπινο λάθος δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμο άλλοθι

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ουσία της συζήτησης που επιχειρείται να ανοίξει. Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι τα Τέμπη και το Τολέδο έχουν τις ίδιες τεχνικές αιτίες ή ότι οι συνθήκες των δύο δυστυχημάτων είναι ταυτόσημες. Η προσπάθεια, όμως, να χρησιμοποιηθεί μια νέα τραγωδία ως επιχείρημα για να υποβαθμιστούν οι ευθύνες μιας προηγούμενης είναι τουλάχιστον προβληματική.

Το ανθρώπινο λάθος δεν αποτελεί μια έννοια που μπορεί να αποσυνδεθεί από το περιβάλλον μέσα στο οποίο συμβαίνει. Τα συστήματα ασφαλείας, οι δικλίδες προστασίας, η εκπαίδευση και η επαρκής στελέχωση υπάρχουν ακριβώς για να αποτρέπουν την εξέλιξη ενός λάθους σε καταστροφή. Όταν μια ανθρώπινη παράλειψη αρκεί για να χαθούν δεκάδες ζωές, τότε το ερώτημα δεν εξαντλείται στο ποιος έκανε το λάθος, αλλά επεκτείνεται στο γιατί δεν υπήρχε ένας μηχανισμός που θα μπορούσε να το αποτρέψει.

Στα Τέμπη, άλλωστε, το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ δεν περιορίστηκε στην καταγραφή των χειρισμών του σταθμάρχη. Ανέδειξε σοβαρές και διαχρονικές αδυναμίες του ελληνικού σιδηροδρομικού συστήματος, ελλείψεις στα συστήματα ασφαλείας, προβλήματα στην εκπαίδευση και την εποπτεία, αλλά και την απουσία ενός ολοκληρωμένου πλαισίου διαχείρισης της ασφάλειας. Με άλλα λόγια, η τραγωδία δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά μέσα από τις αποφάσεις ενός ανθρώπου που βρέθηκε μόνος του σε ένα κρίσιμο πόστο.

Αυτή είναι και η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην αναζήτηση των πραγματικών αιτιών και στην πολιτική διαχείριση μιας τραγωδίας. Η πρώτη απαιτεί να εξεταστούν όλες οι παράμετροι, από τις υποδομές και την τεχνολογία μέχρι τη λειτουργία των οργανισμών και τις κυβερνητικές επιλογές. Η δεύτερη αναζητά συχνά έναν συγκεκριμένο υπεύθυνο, στον οποίο μπορεί να μεταφερθεί το βάρος, αφήνοντας στο περιθώριο τις ευρύτερες πολιτικές και διοικητικές ευθύνες.

Η σύγκριση που δεν απαντά στα ερωτήματα

Στο ίδιο πλαίσιο, η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας, Ζωή Κωνσταντοπούλου, υπογράμμισε τις ομοιότητες που, κατά την άποψή της, εντοπίζονται στις δύο περιπτώσεις, επισημαίνοντας ότι η ασφάλεια δεν μπορεί να εξαρτάται από έναν και μόνο εργαζόμενο. Όπως ανέφερε, «οι κανόνες ασφαλείας πρέπει να προλαμβάνουν και να προστατεύουν. Ποτέ δεν εξαρτάται από έναν μόνο άνθρωπο», ενώ έκανε αναφορά και στην ιδιωτικοποίηση των σιδηροδρόμων και στην παράκαμψη κανόνων ασφαλείας για οικονομικούς λόγους.

Ανεξάρτητα από τις πολιτικές τοποθετήσεις και τις διαφορετικές συνθήκες που εξετάζονται σε κάθε χώρα, το βασικό ερώτημα παραμένει κοινό: ποιος έχει την ευθύνη να διασφαλίζει ότι ένας σιδηρόδρομος λειτουργεί με τρόπο που δεν θέτει σε κίνδυνο τις ζωές των επιβατών;

Το επιχείρημα ότι παρόμοια δυστυχήματα συμβαίνουν και σε χώρες με προηγμένα σιδηροδρομικά δίκτυα δεν απαντά σε αυτό το ερώτημα. Ούτε η ύπαρξη ανθρώπινων λαθών σε άλλες χώρες απαλλάσσει αυτομάτως τις ελληνικές κυβερνήσεις από τις δικές τους ευθύνες. Αντιθέτως, θα έπρεπε να αποτελεί αφορμή για αυστηρότερους ελέγχους, περισσότερες δικλίδες ασφαλείας και ουσιαστική πρόληψη.

Γιατί το ζητούμενο δεν είναι να αποδειχθεί ότι η Ελλάδα δεν είναι η μοναδική χώρα όπου συμβαίνουν σιδηροδρομικές τραγωδίες. Είναι να διασφαλιστεί ότι δεν θα επαναληφθούν. Και αυτό δεν επιτυγχάνεται με συγκρίσεις, πολιτικούς συμψηφισμούς ή την επίκληση του ανθρώπινου λάθους ως μιας σχεδόν αναπόφευκτης εξήγησης.

Τα Τέμπη και το Τολέδο δεν είναι το ίδιο. Δεν χρειάζεται, όμως, να είναι ίδια για να αναδεικνύουν μια αδιαπραγμάτευτη απαίτηση: η ανθρώπινη ζωή δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως παράπλευρη απώλεια ενός συστήματος που απλώς δεν λειτούργησε όπως έπρεπε. Και καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να θεωρεί ότι εκπλήρωσε την υποχρέωσή της απλώς και μόνο επειδή εντόπισε τον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας που οδήγησε στην τραγωδία.

Loading

Play