Από τον καύσωνα μέχρι το τελευταίο κουδούνι: Δύο ντελιβεράδες μιλούν για τη ζωή στους δρόμους της Θεσσαλονίκης.
Θα τους δεις στο δρόμο πρωί, μεσημέρι ή βράδυ, με βροχή και κρύο ή καύσωνα και ήλιο.
Θα τους δεις σπίτι σου, στη δουλειά ή σε κάποιον υπαίθριο χώρο.
Θα τους δεις, εν ολίγοις, σε κάθε πιθανό και απίθανο σημείο μέσα στην πόλη.
Ο λόγος, φυσικά, είναι για τους ντελιβεράδες, τα παιδιά με τα μηχανάκια που τρέχουν ακάθεκτα για την καλύτερη εξυπηρέτηση μας.
Τι μεσολαβεί από τη στιγμή που παραγγέλνουμε το φαγητό μας μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι; Για εμάς, συνήθως, λίγα λεπτά αναμονής. Για τον άνθρωπο που θα το φέρει, μια διαδρομή μέσα στην κίνηση, ένα κόκκινο φανάρι κάτω από τον μεσημεριανό ήλιο, η βροχή, αλλά και η αβεβαιότητα για το πώς θα τον αντιμετωπίσουν στον δρόμο και στην πόρτα.
Ο Στράτος, 25 ετών, που εργάζεται ως διανομέας σε γνωστή πλατφόρμα τους τελευταίους 8 μήνες, και ο Δημήτρης, 23 ετών, που κάνει τη δουλειά εδώ και έναν χρόνο, περιγράφουν τη δική τους καθημερινότητα στη Θεσσαλονίκη.
Στις αφηγήσεις τους χωρούν η κούραση, το άγχος και οι προσβλητικές συμπεριφορές, αλλά και η ευχαρίστηση της οδήγησης, οι παρέες και η επαφή με τον κόσμο.
Οι εμπειρίες τους δεν είναι ίδιες. Συναντιούνται, όμως, σε ένα βασικό σημείο: πίσω από κάθε παράδοση υπάρχει ένας εργαζόμενος που πρέπει να διαχειριστεί πολύ περισσότερα από τη μεταφορά μιας παραγγελίας.
Η ημέρα πάνω στο μηχανάκι και τα αγαπημένα δρομολόγια
Για τον Δημήτρη, η ημέρα ξεκινά περίπου στις εννέα το πρωί. Δουλεύει μέχρι τις δώδεκα ή τη μία το μεσημέρι, ακολουθεί διάλειμμα για ξεκούραση και στις τέσσερις και μισή επιστρέφει στις διανομές, μέχρι τις δέκα το βράδυ.
«Μια κλασσικη μερα κυλαει με αναμεικτα συναισθηματα και διαφορα γεγονοτα», περιγράφει. Το απογευματινό κομμάτι της δουλειάς του περιλαμβάνει συνεχόμενες παραδόσεις, με την προσοχή του στραμμένη τόσο στην παραγγελία όσο και σε όσα συμβαίνουν γύρω του.
Ο Στράτος εργάζεται περίπου σαράντα ώρες την εβδομάδα, με μικρές αποκλίσεις. Παρότι ήταν δηλωμένος στο κέντρο, οι παραγγελίες τον οδηγούν ανατολικά και δυτικά, μέχρι το Καλοχώρι και τη Θέρμη. Ένα από τα σημεία συνάντησης με άλλους διανομείς ήταν στην Πέτρου Συνδίκα. Εκεί περίμεναν συχνά την πρώτη παραγγελία, πριν ο καθένας ακολουθήσει τη δική του διαδρομή.
«Και όπου μας στείλει, φεύγουμε. Και από εκεί και πέρα συνεχίζουμε».
Αγαπημένοι του προορισμοί, στο παρελθόν, ήταν ο Εύοσμος και το Κορδελιό. Η προτίμηση είχε οικονομική εξήγηση: «Για οικονομικούς λόγους ξεκάθαρα. Δηλαδή μας πλήρωνε πολύ καλύτερα την παραγγελία επειδή ήτανε μακρινή». Ο ίδιος διευκρινίζει ότι οι αμοιβές έχουν έκτοτε αλλάξει και ο ίδιος αναζητεί νέα αγαπημένα δρομολόγια.
Από την άλλη μεριά, ο Δημήτρης προτιμά διαφορετικές διαδρομές: «Το αγαπημένο μου δρομολόγιο είναι όταν βρίσκομαι στο κέντρο της Θεσσαλονίκης που είναι γεμάτο ζωντάνια και κάθε μέρα βλέπω και κάτι καινούργιο. Το χειρότερο δρομολόγιο είναι συνήθως προς την Θέρμη όπου το οδόστρωμα είναι σε άθλια κατάσταση».
Η ίδια πόλη αποκτά διαφορετικό νόημα ανάλογα με τη διαδρομή. Για τον έναν μετρά περισσότερο η αμοιβή της απόστασης, για τον άλλον οι εικόνες του κέντρου. Και για τους δύο, όμως, ο δρόμος είναι ο χώρος μέσα στον οποίο περνά μεγάλο μέρος της εργάσιμης ημέρας.
Ατάκες και περιστατικά: «Το έχασες το πουρμπουάρ σου»
Η παράδοση μιας παραγγελίας διαρκεί συνήθως λίγο. Αυτός ο χρόνος, ωστόσο, αρκεί για να αφήσει μια συνάντηση καλή ή άσχημη εντύπωση.
Έτσι, ο Στράτος θυμάται μια πελάτισσα που αρχικά του πρότεινε να κρατήσει φιλοδώρημα. Όταν, όμως, εξήγησε ότι μπορούσε να της δώσει τα ρέστα σε κέρματα και όχι σε χαρτονόμισμα, εκείνη ανακάλεσε την πρόθεσή της.
Όπως αφηγείται: «Και στην αρχή μου είπε αντί για 42 κράτα 45. Και λέω δεν έχω να σας δώσω 5 ευρώ σε χαρτονόμισμα αλλά σε ψηλά. Τότε μου λέει κράτα κανονικά, δεν θέλω ψηλά».
Συνεχίζοντας, μεταφέρει την απάντηση που δέχθηκε: «Το έχασες στο πουρμπουάρ σου επειδή δεν έχεις χαρτονόμισμα να μου δώσεις πίσω».
Στην περίπτωση του Δημήτρη, το περιστατικό που έχει μείνει περισσότερο στη μνήμη του συνέβη σε μια βραδινή παράδοση στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.
«Το πιο χαραγμένο στο μυαλό περιστατικό που βίωσα ήταν όταν στο κέντρο της Θεσσαλονίκης σε βραδινή παραγγελιά τα παιδιά αποφάσισαν να μου κάνουν φάρσα παίζοντας μου ασυνήθιστους περίεργους σεξουαλικούς ήχους στο κουδούνι. Προφανώς ήταν φάρσα».
Για τον εργαζόμενο που φτάνει σε μια διεύθυνση, η επαφή με τον πελάτη μπορεί να επιφυλάσσει κάτι τελείως διαφορετικό από μια συνηθισμένη παράδοση. Μια φάρσα, μια απότομη απάντηση ή μια απρόσμενη απαίτηση προστίθενται σε όσα έχουν ήδη προηγηθεί στον δρόμο.
Δεν ήταν, πάντως, μόνο τα χρήματα που επηρέαζαν τον Στράτο. Τον ενοχλούσε ιδιαίτερα η απουσία ακόμη και ενός χαιρετισμού από ορισμένους πελάτες: «Απλά θα πάρουν το φαγητό, δεν θα σου πούνε ούτε ευχαριστώ, ούτε καλησπέρα, ούτε καληνύχτα. Αυτό εμένα με χαλούσε πολύ δηλαδή».
Παρά την ενόχλησή του, προσπαθούσε να αφήνει χώρο και για την πλευρά του άλλου: «Όπως μπορεί να μη ξύπνησα εγώ καλά μια μέρα, μπορεί να μη ξύπνησε και αυτός ρε παιδί μου».

Δρόμος και καιρικές συνθήκες: «Και σωστά να πηγαίνεις στον δρόμο, σε υποβιβάζουν πάλι»
Για τον Δημήτρη, στο μεγαλύτερο μέρος της εργάσιμης ημέρας επικρατεί το άγχος.
«Την περισσότερη ώρα επικρατεί ένα συναίσθημα άγχους λόγω της κυκλοφοριακής σύγχυσης που επικρατεί και των απρόσεκτων οδηγών αλλά και πεζών».
Πάνω στη μοτοσυκλέτα, εξηγεί, χρειάζεται να βρίσκεται σε μόνιμη εγρήγορση: «Τα αρνητικά του επαγγέλματος είναι ότι πρέπει να είσαι σε μια μόνιμη εγρήγορση λόγω του ότι είσαι σε μια μοτοσυκλέτα και είσαι εκτεθειμένος σε καιρικά φαινόμενα».
Ο Στράτος στέκεται περισσότερο στην αντιμετώπιση που είχε από άλλους στον δρόμο.
«Και σωστά να πηγαίνεις στον δρόμο, σε υποβιβάζουν πάλι».
Περιγράφει βρισιές, επιθετικότητα και μια απαξίωση που, κατά την εμπειρία του, συνδεόταν με την ιδιότητα του διανομέα. Αισθανόταν ότι ορισμένοι τον αντιμετώπιζαν μέσα από ένα έτοιμο στερεότυπο, ανεξάρτητα από το πώς οδηγούσε. Παραδέχεται, μάλιστα, ότι αντιδρούσε όταν θεωρούσε πως δεχόταν άδικα προσβολές.
«Γιατί άμα ξέρεις ότι φταις, τότε δεν αντιδράς, αλλά όταν ξέρεις ότι δεν φταις και σε κράζει ο άλλος, σε βρίζει, σε υποτιμάει, τότε εγώ π.χ. αντιδρούσα».
Στην ένταση της κυκλοφορίας προστίθεται και η έκθεση στον καιρό. Και οι δύο ξεχωρίζουν τη ζέστη ως ιδιαίτερα δύσκολη συνθήκη εργασίας.
«Τα ακραία καιρικά φαινόμενα είναι κουραστικά. Συνήθως η αφόρητη ζέστη είναι η πιο δύσκολη σε σύγκριση με μια βροχή ή το κρύο, γιατί στο κρύο και στην βροχή μπορείς να προφυλαχτείς, με αδιάβροχα, ζεστά ρούχα, ενώ στη ζέστη δεν έχεις πολλές επιλογές» εξηγεί ο Δημήτρης.
Ο Στράτος εντοπίζει την πιο δύσκολη στιγμή σε κάτι απολύτως καθημερινό: την αναμονή στο φανάρι.
«Ο καύσωνας είναι πολύ μεγάλο θέμα. Και το μεγαλύτερο είναι στα φανάρια».
Τρεις το μεσημέρι, το μηχανάκι σταματημένο στο κόκκινο και ο ήλιος από πάνω. Όπως το περιγράφει, «είναι λες και λιώνεις ολόκληρος».
Η βροχή, αντίθετα, ήταν για εκείνον μια συνθήκη στην οποία επέλεγε να εργάζεται, καθώς, σύμφωνα με την εμπειρία του, οι αμοιβές ήταν αυξημένες.
«Πολλοί ντελιβεράδεςς δεν δούλευαν με τη βροχή. Αλλά εγώ το επέλεγα».
Ο ίδιος έπαιρνε τις παραγγελίες, δίνοντας έμφαση στην προσοχή, στα αδιάβροχα και στα έντονα χρώματα του εξοπλισμού, ώστε να είναι ορατός.
Το γεγονός ότι αισθανόταν πως μπορούσε να διαχειριστεί αυτές τις συνθήκες δεν αναιρεί τη δυσκολία τους. Δείχνει, όμως, πώς ο καιρός έμπαινε και στον υπολογισμό του εισοδήματος.
Με το κρύο, τα όρια γίνονταν περισσότερο αισθητά όσο προχωρούσε η ημέρα. Το καλό ντύσιμο βοηθούσε, αλλά δεν αρκούσε πάντα για να συνεχιστεί η βάρδια μέχρι αργά.
«Γιατί όσο περισσότερο βράδιαζε, τόσο περισσότερο κρύο είχε. Μέχρι ένα σημείο το άντεχα εγώ και δούλευα. Μετά από εκεί και πέρα δεν γινότανε».
Η χαρά της οδήγησης και οι όμορφες στιγμές: «Είναι σαν να κάνεις βόλτα ενώ παράλληλα εργάζεσαι»
Υπάρχουν, βέβαια, και οι στιγμές για τις οποίες οι δύο διανομείς μιλούν ευχάριστα. Ο Δημήτρης αγαπά τις μοτοσυκλέτες και αυτό επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο βιώνει τη δουλειά του.
«Τα θετικά του επαγγέλματος είναι ότι ως λάτρης των μοτοσυκλετών, το να παραλαμβάνεις και να παραδίδεις παραγγελίες με την μοτοσυκλέτα για επάγγελμα, είναι σαν να κάνεις βόλτα ενώ παράλληλα εργάζεσαι. Ένα άλλο θετικό είναι ότι έχεις συνεχή επαφή με ανθρώπους».
Η ευχαρίστηση αυτή συνυπάρχει με την ανάγκη να βρίσκεται διαρκώς σε εγρήγορση. Η οδήγηση που αγαπά παραμένει εργασία, με παραγγελίες που πρέπει να παραδοθούν και προσοχή που δεν μπορεί να χαλαρώσει.
Ο Στράτος, από την πλευρά του, προσπαθούσε να προσεγγίζει τους πελάτες με χαμόγελο και ευγένεια και χαιρόταν όταν έβρισκε ανταπόκριση.
«Ήμουν πολύ ευχάριστος με τον κόσμο και αυτό το έβλεπα».
Το φιλοδώρημα ήταν ένα ευχάριστο επιπλέον στοιχείο: «Δηλαδή, είναι ένα εξτρά που σε ευχαριστεί. Και δεν το έκανα βασικά για το εξτρά».
Ιδιαίτερη θέση στην αφήγησή του έχουν οι συνάδελφοι. Οι συναντήσεις στο market, η κουβέντα όταν δεν υπήρχαν παραγγελίες, τα αστεία με κάποιον γνωστό στο φανάρι.
«Άμα σταματούσαμε στο φανάρι θα μιλούσαμε, θα συζητούσαμε».
Σε ημέρες με λιγότερη δουλειά, η αναμονή μπορούσε να κρατήσει μία ή δύο ώρες, αλλά η παρέα την έκανε ευχάριστη.
«Κάναμε και πολύ χαβαλέ. Περνούσε ωραία η ώρα ρε παιδί μου. Ήταν κάποιες μέρες που δεν είχε δουλειά και μπορεί να καθόμασταν εκεί μία-δύο ώρες, η ώρα περνούσε πολύ ευχάριστα».
Μέσα στην ίδια εργάσιμη ημέρα, λοιπόν, χωρούν διαφορετικές εμπειρίες: η ένταση στην κυκλοφορία, η δυσφορία από τη ζέστη, η αδιαφορία σε μια πόρτα, αλλά και μια καλή κουβέντα, ένας γνώριμος συνάδελφος ή μια διαδρομή που απολαμβάνεις.
Από όσα περιγράφουν ο Στράτος και ο Δημήτρης, προκύπτει η σημασία του να υπολογίζεται ο άνθρωπος που κάνει αυτή τη διαδρομή. Να έχει χώρο στον δρόμο, να αντιμετωπίζεται με σεβασμό όταν φτάνει και να αναγνωρίζονται οι συνθήκες μέσα στις οποίες εργάζεται.
Την επόμενη φορά που θα περιμένουμε μια παραγγελία, αξίζει να σκεφτούμε και τι μπορεί να έχει μεσολαβήσει μέχρι το κουδούνι και, εάν μπορούμε, να σκάσουμε και ένα χαμόγελο.
![]()
