Η ιστορία του Έλον Μασκ δεν είναι μόνο η διαδρομή ενός δισεκατομμυριούχου που έφτασε στην κορυφή της τεχνολογίας. Για τον βραβευμένο με Όσκαρ σκηνοθέτη Άλεξ Γκίμπνεϊ, είναι και μια ιστορία για το πώς το χρήμα μετατρέπεται σε πολιτική ισχύ και πώς μια μικρή ομάδα επιχειρηματιών απέκτησε πρωτοφανή επιρροή στην αμερικανική κυβέρνηση.
Σε συνέντευξή του στους New York Times, με αφορμή το νέο του ντοκιμαντέρ Musk, ο δημιουργός του Taxi to the Dark Side μιλά για την προσωπικότητα του ισχυρού άνδρα της Tesla και της SpaceX, τη σχέση του με τον Ντόναλντ Τραμπ και τα εμπόδια που συνάντησε στην παραγωγή και την προώθηση της ταινίας.
«Μας λένε ότι κάνουν τον κόσμο καλύτερο. Όχι. Αυτό που κάνουν είναι να αυξάνουν τα κέρδη τους και το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι ο εαυτός τους».
Το σχέδιο ξεκίνησε το 2022, όταν επενδυτές πλησίασαν τον Γκίμπνεϊ και του πρότειναν να ασχοληθεί με τον Μασκ. Αρχικά δίστασε, θεωρώντας πως είχαν ήδη ειπωθεί αρκετά για τον πλουσιότερο άνθρωπο του κόσμου. Ένας φίλος του, όμως, τον έπεισε ότι είχε την ευκαιρία να εξετάσει τη φύση της εξουσίας στον 21ο αιώνα.
«Βρήκαν την ανωμαλία μέσα στο Matrix, που στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα είναι το χρήμα», δηλώνει, υποστηρίζοντας ότι οι μεγιστάνες της τεχνολογίας ανακάλυψαν στον Τραμπ έναν πρόεδρο πρόθυμο να ανταμείψει όσους τον στηρίζουν.
Η ταινία αρχικά επρόκειτο να διαρκεί δύο ώρες και να παρουσιαστεί το φθινόπωρο του 2024. Η ενεργή εμπλοκή του Μασκ στην προεκλογική εκστρατεία του Τραμπ, όμως, άλλαξε τα σχέδια. Το HBO ενθάρρυνε τον σκηνοθέτη να συνεχίσει την έρευνά του και το αποτέλεσμα είναι ένα ντοκιμαντέρ σχεδόν τεσσάρων ωρών.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της συνέντευξης αφορά την Άσλεϊ Σεντ Κλερ, πρώην σύντροφο του Έλον Μασκ, η οποία παρουσιάζει στην ταινία προσωπικά τους μηνύματα από τη νύχτα των προεδρικών εκλογών του 2024. Σε αυτά, ο επιχειρηματίας υποστήριζε ότι γνώριζε τη νίκη του Τραμπ αρκετές ώρες πριν ανακοινωθεί επίσημα το αποτέλεσμα.
Ο Γκίμπνεϊ διευκρινίζει ότι δεν διαθέτει στοιχεία που να αποδεικνύουν εκλογική παρέμβαση. Θεωρεί, ωστόσο, ότι το περιστατικό δημιουργεί ερωτήματα για την πρόσβαση του Μασκ σε πληροφορίες.
Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία εκφράζει για το DOGE, την υπηρεσία κυβερνητικής αποτελεσματικότητας στην οποία πρωταγωνίστησε ο Έλον Μασκ. Όπως επισημαίνει, τα νεαρά στελέχη της μπορεί να μη γνώριζαν τη λειτουργία των ομοσπονδιακών υπηρεσιών, διέθεταν όμως εξαιρετικές γνώσεις πληροφορικής.
«Τα προσωπικά μας δεδομένα βρίσκονται πλέον στα χέρια των ανθρώπων του DOGE», υποστηρίζει, χωρίς πάντως να παρουσιάζει αποδείξεις ότι αυτά μεταφέρθηκαν σε εταιρείες του Μασκ.
Η παραγωγή προσπάθησε επανειλημμένα να εξασφαλίσει συνέντευξη από τον επιχειρηματία, αξιοποιώντας ακόμη και προσωπικά στοιχεία επικοινωνίας που διέθετε η παραγωγός Τζέσι Ντίτερ.
Η απάντησή του, σύμφωνα με τον Γκίμπνεϊ, ήταν μια δημόσια προσβολή στο X.
«Οι μεγιστάνες της τεχνολογίας προσπαθούν να μας εξαπατήσουν».
Έτσι, ο σκηνοθέτης κατέφυγε σε μια ασυνήθιστη λύση: δημιούργησε ένα ψηφιακό άβαταρ του Μασκ, χρησιμοποιώντας αυθεντικές ηχογραφήσεις του και τεχνητή νοημοσύνη για τον συγχρονισμό της εικόνας.
«Ήθελα ο πρωταγωνιστής της ταινίας μου να δείχνει ωραίος!», σχολιάζει με χιούμορ.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στις μαρτυρίες της πρώτης συζύγου του Μασκ, Τζαστίν, και της Άσλεϊ Σεντ Κλερ. Όπως εξηγεί, πολλοί άνθρωποι από το περιβάλλον του επιχειρηματία φοβούνταν να μιλήσουν δημόσια.
Η προώθηση του ντοκιμαντέρ συνάντησε επίσης εμπόδια. Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, το YouTube και η Meta απέρριψαν αρχικά διαφημίσεις της ταινίας, χαρακτηρίζοντάς τες πολιτικές. Οι αποφάσεις ανατράπηκαν μετά τη δημοσιοποίηση της υπόθεσης.
Ο Γκίμπνεϊ αναφέρεται και στις επιφυλάξεις που, όπως υποστηρίζει, εκφράστηκαν σχετικά με τη διεθνή διανομή της ταινίας. Η Universal, πάντως, διαβεβαιώνει ότι τα σχέδιά της δεν έχουν αλλάξει.
Κλείνοντας τη συνέντευξή του στους New York Times, ο σκηνοθέτης συνδέει το Musk με τις νέες κινηματογραφικές παραγωγές για τον Μαρκ Ζάκερμπεργκ και τον Σαμ Άλτμαν.
Κατά την άποψή του, η αυξανόμενη κινηματογραφική ενασχόληση με τους ισχυρούς της τεχνολογίας δεν είναι τυχαία. Αντανακλά την ανάγκη να εξεταστούν οι πραγματικές επιδιώξεις ανθρώπων που παρουσιάζουν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες ως προσφορά στην ανθρωπότητα.
«Μας λένε ότι κάνουν τον κόσμο καλύτερο. Όχι. Αυτό που κάνουν είναι να αυξάνουν τα κέρδη τους και το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι ο εαυτός τους», καταλήγει.
![]()
