Ο Οδυσσέας Ελύτης μιλά για την ποίηση, το κοινό και το καθήκον του ποιητή, λέγοντας πως ο ρόλος του είναι να ρίχνει σταγόνες φως μες στο σκοτάδι. Στη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στα «ΝΕΑ», υπογραμμίζει επίσης ότι η ποίηση επικοινωνεί μέσα από τη μαγεία και όχι με εξηγήσεις.
Στην απάντησή του για το τι θα μπορούσε να πει ένας ποιητής σε μια συνέντευξη, σημειώνει πως όσα έχει να πει τα λέει με την ποίησή του και πως, αν προσπαθήσει να τα «κάνει λιανά», χάνεται η μαγεία. Δέχεται, πάντως, ότι υπάρχουν παράπλευρα με την ουσία του έργου του θέματα στα οποία μπορεί να απαντήσει, ενώ δηλώνει πως κατοικεί το «διάφανο σπίτι» που έλεγε ο Μπρετόν και δεν έχει μυστικά.
Απαντώντας για το αν υπάρχει σήμερα κοινό που ενδιαφέρεται για την ποίηση, ο Ελύτης αναφέρει ότι στις εξελιγμένες χώρες, προσαρμοσμένες στην τεχνολογική φάση του πολιτισμού, παρατηρείται υποχώρηση του ποιητικού πνεύματος. Θυμίζει, όμως, πως ακούει εδώ και σχεδόν σαράντα χρόνια τον ίδιο λόγο περί «οριστικού θανάτου της ποίησης», ενώ επισημαίνει ότι από τα 300 αντίτυπα του 1940 έφτασε σήμερα να τυπώνει 4.000 και να κάνει τρεις και τέσσερις επανεκδόσεις. «Ή στην Ελλάδα επικρατούν άλλοι νόμοι, ή ότι δεν ήρθε ακόμα η ώρα μας να πεθάνουμε», λέει, προσθέτοντας πως ένα έθνος χωρίς ποίηση είναι νεκρό.
Στο ερώτημα αν η Γαλλία είναι νεκρή, απαντά αρνητικά, αλλά αναφέρεται στον Μάιο του ’68 και λέει πως «ο λογαριασμός που άνοιξε δεν έχει κλείσει». Παραπέμπει μάλιστα σε κείμενό του, ακόμη ανέκδοτο, όπου σημειώνει ότι «όπου δεν ακούγεται αηδόνι, ακούγεται κοκτέηλ Μολότωφ».
Όταν ρωτιέται αν οι νέοι έχουν αγκαλιάσει το έργο του επειδή στην ποίησή του ανακαλύπτουν μηνύματα, απαντά πως θα το ήθελε αυτό. Παραδέχεται ότι μηνύματα υπάρχουν στην ποίησή του, συχνά πολύ διαφανή, αλλά πάντα με τον ποιητικό τρόπο, που είναι έμμεσος για τον κόσμο της λογικής και άμεσος για τον κόσμο των ιδεών και των αισθημάτων. Γι’ αυτό, όπως λέει, οι νέοι είναι το κατ’ εξοχήν κοινό του, ενώ οι συνομήλικοί του γίνονται ολοένα πιο επιφυλακτικοί και μοιάζουν να υποφέρουν από μια «ποιητική βαρηκοΐα».
Ο ίδιος δηλώνει σε πλήρη ασυνεννοησία με τους συνομήλικούς του, συναδέλφους ή κριτικούς, και σε πλήρη συνεννόηση με τους αναγνώστες του, κυρίως τους νέους. Αναγνωρίζει ότι υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά επιμένει πως δεν θέλει να δημοκοπήσει και ότι έχει γνωρίσει νέους που «ακούνε μίλια μακρυά», κάτι που εξηγεί ορισμένα πράγματα που φαίνονται αρχικά παράξενα.
Στην ερώτηση αν ο καλλιτέχνης, ο ποιητής ή ο πνευματικός άνθρωπος γενικότερα πρέπει με το έργο του να εκφράζει τα προβλήματα της εποχής του, ο Ελύτης κάνει λόγο για μεγάλη παρεξήγηση που ταλαιπωρεί ποιητές, κριτικούς και κοινό εδώ και χρόνια. Με το παράδειγμα του αρχιτέκτονα, εξηγεί ότι δεν φταίνε τα υλικά όταν το αποτέλεσμα είναι κακό, και υποστηρίζει πως στην Ελλάδα δεν επιτρέπεται ο ποιητής να πει πως η ζωή θα μπορούσε να είναι διαφορετική. Για εκείνον, στην τέχνη δεν υπάρχουν ευχαριστημένοι, γιατί όλοι ξεκινούν από τη δυσκολία τους να προσαρμοστούν σε μιαν απαράδεκτη πραγματικότητα.
Διευκρινίζει ότι είτε ο ποιητής περιορίζεται να πει τον καημό του είτε προχωρεί στην ανασύνθεση της πραγματικότητας και στο όραμα ενός Παραδείσου, πρόκειται για ζήτημα ποιητικής λειτουργίας και όχι αξιολογικό κριτήριο. Προσθέτει ότι του είναι αδύνατο να μετατρέψει τη συνέντευξη σε διάλεξη και περνά στο επόμενο ερώτημα.
Στο ερώτημα για τον Σαρτρ και την άποψη ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να κατεβεί και στο οδόφραγμα, αν χρειαστεί, απαντά αρνητικά. Για τον Ελύτη, συμμετοχή σημαίνει υποταγή, ενώ οποιαδήποτε υποταγή σε πολιτικά συνθήματα αφαιρεί από τον ποιητή την ιδιότητά του και τη σημασία της πράξης του. Υποστηρίζει ότι η ποίηση είναι μια διαρκής επανάσταση που αντιστρατεύεται όλες τις επιμέρους επαναστάσεις.
Όταν του αντιτείνουν ότι οι ποιητές συχνά κατηγορούνται πως κλείνονται στον «γυάλινο πύργο» τους και αδιαφορούν για τα μεγάλα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα, απαντά πως αυτό δεν είναι κάτι νέο και το ανάγει στην εποχή του Σολωμού. Θέτει το ερώτημα τι θα ήταν προτιμότερο, να προστεθεί ένας πολεμιστής στους άλλους ή να γραφτούν οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι».
Στην τελευταία ενότητα της συνέντευξης, στο ερώτημα ποιο είναι το καθήκον του ποιητή, απαντά πως είναι να ρίχνει σταγόνες φως μες στο σκοτάδι και να γίνεται, με το παράδειγμα της ζωής και του έργου του, πρότυπο καθαρότητας. Αυτό σημαίνει να μη συμβιβάζεται και να μη συνεργάζεται με ανθρώπους ή καταστάσεις που δεν εγκρίνει.
Όταν του επισημαίνουν ότι πρόκειται για γενικότητα, απαντά με έμφαση πως μιλά για τη σκληρή επιμονή που χρειάζεται για να αντέξει κανείς στις σημερινές απάνθρωπες κοινωνίες. Λέει ότι ο αληθινός ποιητής τάσσεται πάντα με τα δύσκολα και πως, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, δεν θα έχει ποτέ καμιά ανταμοιβή. Υπενθυμίζει επίσης ότι αυτό ήταν ένα από τα κεντρικά μοτίβα του «Άξιον Εστί».
Σε ερώτηση για το χειρότερο πράγμα για τον άνθρωπο, απαντά με μία λέξη: η αλλοτρίωση, δηλαδή να εξαναγκάζεσαι από τις εξωτερικές συνθήκες να μην είσαι αυτός που πραγματικά είσαι. Όταν του αναφέρουν τις απαντήσεις του Τσάπλιν και του Όρσον Ουέλλες, διευκρινίζει ότι με τη δική του διατύπωση χωρούν περισσότερα πράγματα και πως οποιαδήποτε καταπίεση που σε αναγκάζει να μην είσαι ο εαυτός σου είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί σε έναν άνθρωπο.
Προσθέτει ότι αυτός είναι και ο λόγος που υποφέρουμε τόσο πολύ στην εποχή μας και πως, κυρίως για έναν πνευματικό άνθρωπο, το μεγαλύτερο κατόρθωμα είναι να παραμένει αυθεντικός, διαφανής και αδιάφθορος. Στην τελευταία ερώτηση, για το θέμα που τον απασχολεί περισσότερο, απαντά: «Τι θα γίνη η Ελλάδα!», ως φορέας ενός ειδικού πολιτισμού και μιας ένδοξης γλώσσας.
Ο Ελύτης λέει ότι έκλεισε τα εξήντα του χρόνια και πως, από τότε που θυμάται τον εαυτό του, έχει δει μόνο καταστροφές και θαυμαστές αντιδράσεις που χάθηκαν από τα ίδια μας τα χέρια. Εκφράζει την επιθυμία να κοιμηθεί μια μέρα και να ξυπνήσει σε έναν αιώνα όπου και τα πουλιά ακόμη να κελαηδούν ελληνικά και νικητήρια.
Τα αποσπάσματα προέρχονται από εκτενή συνέντευξη που είχε παραχωρήσει ο Οδυσσέας Ελύτης στον Γιώργο Πηλιχό (1929-2003) και δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» το Σάββατο 27 Ιανουαρίου 1973.
Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης στις 2 Νοεμβρίου 1911 και έζησε στην Αθήνα, όπου εγκαταστάθηκε η οικογένειά του το 1914.
Η καταγωγή του από τη Λέσβο, η γέννησή του στην Κρήτη και τα καλοκαίρια των παιδικών του χρόνων στις Σπέτσες και τις Κυκλάδες διαμόρφωσαν μια βαθιά νησιωτική συνείδηση, που αργότερα, σε συνδυασμό με τον υπερρεαλισμό, γέννησε μια πρωτότυπη ποίηση γεμάτη λυρικές εικόνες και επαναστατικές δυνάμεις. Με άξονα το φως, η ποίησή του αναζήτησε να αποκρυπτογραφήσει το μυστήριο της ύπαρξης.
Μετά το γυμνάσιο στην Αθήνα, ο Ελύτης σπούδασε νομικά και υπηρέτησε ως ανθυπολοχαγός στον πόλεμο της Αλβανίας.
Εγκαταστάθηκε δύο φορές στο Παρίσι, το 1948-1951 και το 1969-1971, όπου παρακολούθησε μαθήματα φιλολογίας στη Σορβόννη και ήρθε σε επαφή με τους κυριότερους ποιητές και ζωγράφους του 20ού αιώνα.
Το 1979 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Έζησε έως το τέλος του βίου του, στις 18 Μαρτίου 1996, αφοσιωμένος στην ποίηση.
![]()
