Για σχεδόν έξι δεκαετίες, ο Αντώνης Φωστιέρης υπηρετεί την ποιητική τέχνη με αφοσίωση και συνέπεια. Ένας από τους καρπούς αυτής της πορείας είναι ο τόμος «Ποίηση και Ποιητική», που συγκεντρώνει όλες τις συνεντεύξεις και τα δοκίμια που έχουν δημοσιευθεί έντυπα όλα αυτά τα χρόνια και παρουσιάσθηκε τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου στον Ιανό της Αθήνας.
Κάποιος μπορεί εύλογα να αναρωτηθεί γιατί έχει σημασία η έκδοση μιας τέτοιας συλλογής συνεντεύξεων και δοκιμίων, πέρα από το ενδιαφέρον που μπορεί να έχει για ερευνητές και φιλολόγους. Η σημασία της, όμως, βρίσκεται ακριβώς εκεί: στη ρέουσα αφήγηση και στα στενά χρονικά και στοιχειοθετικά όρια μιας συνέντευξης, όπου συμπυκνώνονται η άποψη και οι βιωματικές εμπειρίες του δημιουργού, ξεδιπλώνονται συνοπτικά οι θεωρητικές του κατευθύνσεις και οι αναγνωστικές του προτιμήσεις, ενώ, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, αποτυπώνονται και οι τεχνικές του αναζητήσεις ή υπαινίσσονται τα μελλοντικά του εγχειρήματα.
«Μέσα στο βιβλίο αυτό περιλαμβάνονται, κατά το πλείστον, συνεντεύξεις, συνομιλίες που έχω κάνει είτε με ομοτέχνους είτε με δημοσιογράφους, εκδότες, φιλολόγους και καθηγητές όλα αυτά τα χρόνια. Είναι συνεντεύξεις που έχουν δημοσιευτεί όλες σε έντυπα. Δεν υπάρχει απομαγνητοφωνημένη συνέντευξη από την τηλεόραση, το ραδιόφωνο ή άλλο μέσο. Είναι όλες έντυπες, άρα υπάρχει, θα έλεγα κατά κάποιο τρόπο, όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, μια γραπτή προφορικότητα σε αυτά», διευκρινίζει ο Α. Φωστιέρης, μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και στον Γιώργη-Βύρωνα Δάβο για το ιδιαίτερο βιβλίο του.
Στην παρουσίαση στον Ιανό, οι καθηγητές Θεοδόσης Πυλαρινός, Κατερίνα Μαρκίδου και ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος ανέδειξαν τη σημασία του βιβλίου για τη μελέτη τόσο του έργου του Φωστιέρη όσο και της ποιητικής δημιουργίας γενικότερα. Παράλληλα, φωτίστηκε ο φιλοσοφικός χαρακτήρας του ποιητικού έργου του, καθώς και η ιδιαίτερη γλώσσα του, που χαρακτηρίζεται από διαρκή πειραματισμό και τη δημιουργία νέων λέξεων.
Ένα έργο πολύπλευρο που, από το 1971, εκτείνεται σε 14 ποιητικές συλλογές, μεταφράσεις και τη δημιουργία σημαντικών περιοδικών, ενώ έχει τιμηθεί με σημαντικά βραβεία: το Βραβείο Plotin του περιοδικού Τομές το 1978, το Διεθνές Βραβείο Καβάφη το 1993, το Βραβείο Βρεττάκου του Δήμου Αθηναίων το 1998, το Βραβείο Ποίησης του περιοδικού Διαβάζω το 2004, το Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 2004 και το Βραβείο του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών το 2010, για το σύνολο του έργου του.
Και πράγματι, ο Αντώνης Φωστιέρης προσφέρει ένα βιβλίο που μιλά για ποίηση και ποιητική μέσα από τη ματιά ενός ανθρώπου που γράφει και παραμένει αφοσιωμένος σε αυτή την τέχνη, όχι μέσα από την οπτική ενός πανεπιστημιακού. «Έχετε δίκιο, λέγοντας ότι η ματιά στο συγκεκριμένο βιβλίο δεν είναι ακαδημαϊκή, δεν είναι επιστημονική, δεν είναι καν φιλολογική, ούτε κριτική. Είναι κυρίως, ένα ημερολόγιο ταξιδιωτικό στο χώρο της ποίησης. Και αυτά, τα οποία αποτυπώνονται στα κείμενα, είναι αποκλειστικά και μόνο οι εμπειρίες από την ποιητική πράξη. Δεν αναπαράγω θεωρίες, ούτε αναφέρομαι σε συγκεκριμένες σχολές και σε ρεύματα και τα λοιπά. Μιλάω, εντελώς εμπειρικά κι απέχοντας 55 χρόνια ακριβώς από την πρώτη συλλογή που εξέδωσα το ’71. Έχοντας μια εμπειρία στον ποιητικό χώρο, θέλησα να μεταδώσω κατά κάποιο τρόπο, έστω να αποτυπώσω τη σκέψη, τις απόψεις, τη θέση που όλα αυτά τα χρόνια μπορούσα να αποκομίσω από την υπηρεσία της ποίησης» αναφέρει ο Α. Φωστιέρης.
Κάθε ποιητής μπορεί να είναι υποκειμενικός στη γραφή του, όμως τελικός στόχος του είναι να προσφέρει κάτι τόσο στους ομοτέχνους του όσο και στο κοινό. Έτσι, οι συνεντεύξεις και τα δοκίμια στο «Ποίηση και Ποιητική» είναι κάτι παραπάνω από μια αποτύπωση ημερολογιακού χαρακτήρα: είναι και μια ανταλλαγή εμπειριών. «Ακριβώς» τονίζει ο Α. Φωστιέρης, προεκτείνοντας τη σκέψη του. «Είναι σαν να ανταλλάσσουμε, γιατί στην ποίηση είμαστε όλοι αυτοδίδακτοι, μάλλον ετεροδίδακτοι. Αλληλοδίδακτοι. Κανείς δεν μαθαίνει να γράφει ποίηση παρακολουθώντας σεμινάρια δημιουργικής γραφής ή πηγαίνοντας σε ανάλογες σχολές. Αυτά τα μαθαίνεις μέσα από την ίδια την επαφή με τα ποιήματα. Δηλαδή, για να γράψεις δέκα ποιήματα, πρέπει να έχεις διαβάσει, κατά τη γνώμη μου, χίλια. Και μόνο μέσα από την ανάγνωση και την επαφή σου με την ίδια την ποίηση μπορεί να καταλάβεις περί τίνος πρόκειται, να μάθεις τρόπους, να κλέψεις τρόπους, να απορρίψεις άλλους, να δεις τι ταιριάζει σ’ εσένα και τι όχι. Γιατί η ποίηση δεν είναι μονοσήμαντη, είναι μια συμπεριληπτική έννοια που περιλαμβάνει πάρα πολλά είδη, είτε με βάση τη θεματική, είτε την εκφραστική, είτε τη γλώσσα, είτε την εποχή. Υπάρχουν πάρα πολλά είδη ποίησης, επομένως και η προσέγγιση του ποιητικού φαινομένου δεν μπορεί να γίνει μονοσήμαντη» επισημαίνει.
Στα 55 χρόνια της ποιητικής του πορείας και μέσα από τις προσωπικές του εμπειρίες και τη συνεργασία του με άλλους ποιητές, έχει παρατηρήσει αν υπάρχει ένα κοινό στοιχείο, ένα θέμα ή μια σταθερή ιδέα που να συνδέει τα ποιητικά ρεύματα στην Ελλάδα; «Νομίζω ότι ναι», μας απαντά. «Μπορούμε να πούμε ότι μέσα στον 20ό αιώνα, τουλάχιστον στο δεύτερο μισό του, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς, δεν εμφανίστηκαν νέα, πρωτότυπα ρεύματα ούτε νέες σχολές. Το μόνο που θα μπορούσαμε ίσως να πούμε ότι εμφανίστηκε αργότερα είναι ο μεταμοντερνισμός, ο οποίος όμως σε μεγάλο βαθμό συγχέεται με τον ίδιο τον μοντερνισμό. Αυτό μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται αρνητικό, το ότι δηλαδή δεν έχουμε κάτι εντελώς πρωτότυπο. Από την άλλη, όμως, βλέπω τη θετική του πλευρά: ότι έπαψε πια αυτό το κυνήγι της πρωτοτυπίας, της πρωτοπορίας και του καινούργιου» προσθέτει.
Εντούτοις, η μη αναζήτηση της πρωτοτυπίας αφορά τη φόρμα ή το περιεχόμενο; Γιατί στην ποίηση ο δημιουργός προσπαθεί πάντα να μεταδώσει μια έκπληξη, οδηγώντας τη γλώσσα και τη βιωμένη πραγματικότητα, την εικονοποιία της ποίησης, σε άκρα που ξεφεύγουν από το συνηθισμένο. «Σωστό είναι αυτό», παρατηρεί ο Α. Φωστιέρης. «Απλώς στην πραγματικότητα οι περισσότερες σχολές έχουν στηριχθεί πάνω στην εκφραστική και όχι τόσο στη θεματική. Η θεματική πάντοτε ποικίλει και από εποχή σε εποχή και από τόπο σε τόπο, μολονότι οι κεντρικοί πυρήνες, ακόμα και οι θεματικοί πυρήνες, είναι πάρα πολύ λίγοι στην πραγματικότητα. Εάν θα θέλαμε να τους συνοψίσουμε, οι κύριοι θεματικοί πυρήνες παντού και πάντα δεν είναι περισσότεροι, θα έλεγα, από δεκαπέντε-είκοσι. Από εκεί και πέρα υπάρχουν πάρα πολλές, άπειρες, αποχρώσεις και γι’ αυτό και υπάρχει και η δυνατότητα, πάντα μιας καινούργιας ποιητικής δημιουργίας από τις καινούργιες γενιές» συμπληρώνει.
Σε καιρούς αντιποιητικούς, όπου η ψηφιακή τεχνολογία επηρεάζει τα πάντα, υπάρχει ένα επαρκές κοινό από «δυνατούς» αναγνώστες, όπως απαιτεί το ποιητικό έργο; Κατά τον Α. Φωστιέρη, «μολονότι υπάρχει πάντα μια μεμψιμοιρία ότι το κοινό της ποίησης είναι μικρό, και πράγματι, σε αριθμό και σε ποσοστό σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, είναι μικρό, εξίσου αληθινό είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες το κοινό αυτό, τουλάχιστον στην Ελλάδα, έχει μεγαλώσει σημαντικά. Είναι επίσης πολύ ενθαρρυντικό το γεγονός ότι εμφανίζονται συνεχώς νέοι ποιητές, εκδίδονται πολλά ποιητικά βιβλία και υπάρχουν νέοι εκδοτικοί οίκοι. Υπάρχει, δηλαδή, μια κινητικότητα, ακόμη κι αν δεν γίνεται αντιληπτή από το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Και στην Ελλάδα, σε κάθε περίπτωση, η ποίηση, είτε έχει μικρό είτε μεγαλύτερο αναγνωστικό κοινό, νομίζω ότι εξακολουθεί να απολαμβάνει τον σεβασμό και την εκτίμηση, ακόμη και ανθρώπων που δεν έχουν διαβάσει ποτέ στη ζωή τους ούτε έναν στίχο» τονίζει.
Πέρα από την ποίηση, υπάρχει βέβαια και η κριτική. Παλαιότερα υπήρχαν πολλοί και σημαντικοί κριτικοί, οι οποίοι συμμετείχαν ενεργά και ουσιαστικά στη διαμόρφωση του ποιητικού γίγνεσθαι και στη διάπλαση του αναγνωστικού κοινού, μέσα από τον προσωπικό διάλογο με τους ποιητές. Σήμερα, όμως, τι συμβαίνει;
«Νομίζω ότι η κριτική υπάρχει, έστω και με άλλη μορφή», τονίζει ο Α. Φωστιέρης. «Μπορεί να μην υπάρχει αυτή η καθεστωτική ή θεσμική κριτική, αλλά η κριτική υπάρχει με πολλές μορφές. Πρώτος κριτικός είναι ο ίδιος ο δημιουργός, ο οποίος γράφει το ποίημα και, πριν το δημοσιοποιήσει, πρέπει να το εγκρίνει ο ίδιος. Από εκεί και πέρα, νομίζω ότι η σημαντικότερη κριτική γίνεται καθημερινά από τον κάθε αναγνώστη. Αυτή είναι η σημαντικότερη, διότι όλοι έχουμε την εμπειρία να έχουμε διαβάσει ενθουσιώδεις κριτικές για βιβλία, θεατρικές παραστάσεις ή ταινίες και στη συνέχεια να απογοητευτούμε από τη θέση που κρατούσε η κριτική, που μπορεί να ήταν πολύ διαφορετική από την εκτίμησή μας, ως αποδέκτες του καλλιτεχνικού έργου. Επομένως, πιστεύω ότι η σοβαρή και συστηματική κριτική προσφέρει πολλά τόσο στον αναγνώστη όσο και στον δημιουργό» καταλήγει.
![]()

