Οι Fontaines D.C. βρέθηκαν ξανά στο επίκεντρο, μετά τη δήλωση του Λίαμ Γκάλαχερ ότι «δεν είναι αρκετά καλοί» για τους Oasis. Η τοποθέτησή του προκάλεσε αντιδράσεις και έντονα σχόλια στα social media.
Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν επιλέγει τους Ιρλανδούς για τις συναυλίες των Oasis στην περιοδεία Live 27, που ανακοινώθηκε τον περασμένο μήνα στον απόηχο της εξαιρετικά κερδοφόρας επιστροφής τους με το Live 25, ο Γκάλαχερ απάντησε σε tweet: «Οι Fontaines D.C. δεν είναι αρκετά καλοί».
Λόγω της τεράστιας ζήτησης, το νέο τουρ επεκτάθηκε σε 42 συναυλίες σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι οποίες είναι ήδη sold out.
Μέχρι στιγμής, μόνο ο Ρίτσαρντ Άσκροφτ έχει επιβεβαιωθεί ως opening act, με τον Γκάλαχερ να βάζει τέλος στη φημολογία για τη συμμετοχή των Fontaines D.C. στις εμφανίσεις των Oasis.

«Δεν έχουν ούτε ένα καλό τραγούδι», πρόσθεσε ο εκρηκτικός Γκάλαχερ, που αυτοπροσδιορίζεται στο προφίλ του στο X ως «θεϊκός ράστα θρύλος, βιβλικός και πανταχού παρών προφήτης».
Τα σχόλια για την τοποθέτησή του γέμισαν τα φόρουμ, ενώ ο Ντέιβιντ Μουρικάν του Euronews Culture υπέγραψε άρθρο με τίτλο: «Άσε την κλάψα Λίαμ Γκάλαχερ».
«Δίχως αμφιβολία, οι Fontaines D.C. είναι αυτή τη στιγμή η καλύτερη ενεργή μπάντα στον κόσμο, τόσο στο στούντιο όσο και στη σκηνή. Πρόκειται για μια τολμηρή διαπίστωση, αλλά τα γεγονότα τη επιβεβαιώνουν», υπενθυμίζει ο Μουρικάν.
View this post on Instagram
Από το ντεμπούτο τους με το Dogrel το 2019, ο Γκράιαν Τσάτεν και η post-punk παρέα του καταγράφουν μια πρωτοφανή πορεία.
Μέσα σε οκτώ χρόνια έχουν κυκλοφορήσει πέντε άλμπουμ, με το καθένα να ξεπερνά το προηγούμενο, αποδεικνύοντας ότι αρνούνται να επαναπαυθούν στις δάφνες τους.
Το Skinty Fia του 2022 αποτέλεσε το κορύφωμα μιας τριλογίας που θα ζήλευε κάθε σύγχρονο συγκρότημα, ενώ το Romance του 2024 επιβεβαίωσε ότι πρόκειται για μία από τις πιο συνεπείς και συναρπαστικές μπάντες της εποχής μας.
Οι πρόσφατες εμφανίσεις τους έδειξαν επίσης ότι δεν διστάζουν να υπερασπιστούν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, ανεβαίνοντας στη σκηνή μαζί με φιλοπαλαιστίνιους ακτιβιστές — σε αντίθεση με ορισμένους ζαχαρωμένους τραγουδιστές που προσφέρονται μόνο για πρώτο χορό σε κιτς γάμους.
Ενώ πολλοί υπέθεταν ότι μετά το Romance θα ερχόταν η κάμψη, οι Fontaines D.C. διέψευσαν κάθε πρόβλεψη κυκλοφορώντας την Παρασκευή 16 Οκτωβρίου το πέμπτο τους άλμπουμ.
Το Dopamine Chamber είναι ένας σκοτεινός, μελαγχολικός και έντονα κινηματογραφικός δίσκος που τους εδραιώνει ως την κορυφαία μπάντα της γενιάς τους.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Fontaines D.C. (@fontainesband)
Υιοθετώντας μια πιο synth κατεύθυνση, κομμάτια όπως το single Marianne και το Mimesis φέρνουν στο μυαλό τους Depeche Mode, ενώ τα κιθαριστικά ριφ στα Happy For You και You Miss Me παραπέμπουν ευθέως στον ήχο των The Cure και του Ρόμπερτ Σμιθ. Ωστόσο, το άλμπουμ δεν καταφεύγει ποτέ σε φθηνές νοσταλγικές μιμήσεις.
Οι στίχοι και τα ερμηνευτικά φωνητικά του Τσάτεν καλούν τον ακροατή να αντλήσει δύναμη απέναντι στο σκότος των καιρών, αντί να αναζητά καταφύγιο σε μια τυφλή αισιοδοξία.
Το Dopamine Chamber αγγίζει τα όρια του αριστουργήματος, και ο Λίαμ Γκάλαχερ θα έκανε καλά να ακούσει τον δίσκο πριν αφορίσει το συγκρότημα.
Όταν συγκρίνει κανείς την αψεγάδιαστη πεντάδα των άλμπουμ των Fontaines D.C. με τη δισκογραφία των Oasis, η επίθεση του Γκάλαχερ φαίνεται εντελώς έκθετη, γράφει ο Μουρικάν.
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι οι Oasis βρέθηκαν στην καρδιά του Britpop ρεύματος και καθόρισαν τον ήχο των 90s. Ωστόσο, η συνολική παραγωγή τους ωχριά μπροστά στη συνέπεια των Ιρλανδών.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Fontaines D.C. (@fontainesband)
Τα Definitely Maybe και (What’s the Story) Morning Glory? παραμένουν κλασικά, αλλά οι Oasis δεν έχουν βγάλει συμπαγή δίσκο από το The Masterplan του 1998.
Το τελευταίο τους άλμπουμ, Dig Out Your Soul (2008), άφησε μέτριες εντυπώσεις, ενώ οι ίδιοι αρκούνται πλέον στην ανακύκλωση των παλιών τους επιτυχιών για την πώληση εισιτηρίων.
Η έκρηξη του Γκάλαχερ ενδέχεται να οφείλεται σε δηλώσεις των Fontaines D.C. το 2024 στο Studio Brussel.
Τότε, ο κιθαρίστας Κάρλος ΟΚόνελ είχε δηλώσει ότι δεν δίνει δεκάρα για την επανένωση των Oasis, με τον μπασίστα Κόνορ Ντίγκαν να προσθέτει ότι η τόση νοσταλγία εμποδίζει τη δημιουργία νέου πολιτισμού.
Ο Λίαμ Γκάλαχερ είχε απαντήσει τότε με το γνωστό του υβριστικό ύφος, αποκαλώντας τους μικρούς μ@λάκες και σχολιάζοντας ειρωνικά το ντύσιμό τους.
Πέρα όμως από τα παιδιαρίσματα και τα ξεσπάσματα του Γκάλαχερ, οι Fontaines D.C. αποδεικνύουν καθημερινά ότι αντιπροσωπεύουν το μέλλον της ροκ μουσικής.
Το Dopamine Chamber καθιστά σαφές ότι οι Oasis θα ήταν εξαιρετικά τυχεροί αν είχαν μια μπάντα τέτοιου βεληνεκούς να ανοίγει τις συναυλίες τους, καταλήγει το άρθρο.
Ο Γκάλαχερ έχει απέναντί του και την πλειάδα μουσικοκριτικών που αποθεώνουν το Dopamine Chamber των Fontaines D.C.
Το άλμπουμ έχει γίνει δεκτό με πρωτοφανή ενθουσιασμό από τον παγκόσμιο μουσικό Τύπο.
Τα πιο επιδραστικά έντυπα και ψηφιακά μέσα —από το The Guardian και το NME μέχρι το Rolling Stone, το Pitchfork και το Clash— συγκλίνουν στο ότι το ιρλανδικό συγκρότημα υπέγραψε έναν από τους πιο τολμηρούς, σκοτεινούς και ώριμους δίσκους της καριέρας του, επιβεβαιώνοντας τη φήμη του ως η σημαντικότερη ροκ μπάντα της εποχής μας.
Η μουσικοκριτικός Λόρα Σνέιπς στον The Guardian, απονέμοντας τη μέγιστη βαθμολογία των πέντε αστέρων, χαρακτήρισε το άλμπουμ ως έναν σκοτεινό, πανέμορφο και γιγαντιαίο θρίαμβο.
Η ίδια σημείωσε ότι οι Fontaines D.C., αντί να επαναπαυθούν στις δάφνες του Romance (2024), μετατοπίζουν τον ήχο τους από τον παραδοσιακό post-punk κιθαριστικό άξονα προς ένα πιο ατμοσφαιρικό, synth-driven και goth ηχοτοπίο.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο κριτικός Τόμας Σμιθ στο NME υπογράμμισε ότι το Dopamine Chamber λειτουργεί ταυτόχρονα ως μια κοινωνική καταδίκη και ως μια διέξοδος διαφυγής.
Ο Σμιθ στάθηκε ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο η μπάντα ενσωματώνει επιρροές από Depeche Mode, The Cure αλλά και τις industrial ατμόσφαιρες των Massive Attack, αποκαλώντας εκ νέου τους Fontaines D.C. ως την αδιαμφισβήτητη μπάντα της δεκαετίας.
Από την πλευρά του, ο Ρόμπιν Μάρεϊ στο περιοδικό Clash εξήρε την ηχητική τόλμη του δίσκου, επισημαίνοντας ότι οι κιθάρες υποχωρούν για να δώσουν χώρο σε χορταστικό μπάσο και συνθεσάιζερ που δημιουργούν μια έντονα κινηματογραφική αίσθηση.
Ο Μάρεϊ σημείωσε πως οι στίχοι του Γκράιαν Τσάτεν αγγίζουν το αποκορύφωμα της ποιητικής τους ωριμότητας, καλώντας τον ακροατή να αντλήσει δύναμη μέσα από την αντιμετώπιση του σκότους των καιρών.
Ιδιαίτερη αναφορά από το σύνολο των κριτικών γίνεται στην απρόσμενη αλλά εξαιρετικά επιτυχημένη συνεργασία με τη Rosalía στο κομμάτι Where Is Gone?
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Fontaines D.C. (@fontainesband)
Ο κριτικός Ρομπ Σέφιλντ στο Rolling Stone χαρακτήρισε τη συνεύρεση αυτή ως μια συγκλονιστική συνάντηση γιγάντων, εξαίροντας τη χημεία της Ισπανίδας σταρ με τα σκοτεινά φωνητικά του Τσάτεν.
Τέλος, ο Κρεγκ Τζένκινς στο περιοδικό Vulture κατέληξε στο ότι το Dopamine Chamber αποδεικνύει πως το συγκρότημα διαθέτει τη σπάνια ικανότητα να εξελίσσεται συνεχώς χωρίς να χάνει την ταυτότητά του.
Με βαθμολογίες που κυμαίνονται από 8/10 έως 5/5 στα περισσότερα μέσα, ο διεθνής Τύπος συμφωνεί ότι οι Fontaines D.C. παρέδωσαν έναν δίσκο που όχι μόνο ορίζει τη σύγχρονη εναλλακτική σκηνή, αλλά θέτει τα πρότυπα για το μέλλον της ροκ μουσικής.
![]()
