Δημογραφικό: η πραγματική εξίσωση πίσω από τη γονιμότητα και το κόστος ανατροφής παιδιού

Δημογραφικό: η πραγματική εξίσωση πίσω από τη γονιμότητα και το κόστος ανατροφής παιδιού

Το δημογραφικό βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο, με τη γονιμότητα να λειτουργεί ως βασικός δείκτης για το πού οδεύουν η Ελλάδα και η Ευρώπη. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο δείκτης ολικής γονιμότητας αποτυπώνει τον μέσο αριθμό ζωντανών παιδιών που θα γεννούσε μια γυναίκα στη διάρκεια της ζωής της, αν ίσχυαν διαρκώς τα τρέχοντα κατά ηλικία ποσοστά γονιμότητας.

Ο δείκτης ολικής γονιμότητας χρησιμοποιείται ως ένδειξη για το επίπεδο αντικατάστασης των γενεών, το οποίο στις αναπτυγμένες χώρες θεωρείται ότι βρίσκεται στο 2,1. Όταν πέφτει κάτω από αυτό το όριο, χωρίς μεταναστευτικές εισροές, ξεκινούν οι ανησυχίες για γήρανση του πληθυσμού, μείωση του εργατικού δυναμικού και πιέσεις στο ασφαλιστικό.

Οι συζητήσεις για το δημογραφικό δεν διεξάγονται σε ουδέτερο έδαφος. Το αντιδραστικό κίνημα του προναταλισμού, όπως αποδίδεται συνήθως στα ελληνικά ο νεολογισμός pronatalism, υποστηρίζει ότι αν οι γυναίκες -κατά προτίμηση λευκές, στρέιτ, χριστιανές, παντρεμένες και δυτικές- δεν γεννούν αρκετά παιδιά, τότε επίκειται πληθυσμιακή κατάρρευση. Πρόκειται για όρο που χρησιμοποιεί συχνά ο δισεκατομμυριούχος tech bro Έλον Μασκ, ανάμεσα σε ναζιστικούς χαιρετισμούς και δηλώσεις ότι ο Χίτλερ ήταν αριστερός σοσιαλιστής.

Ο Μασκ έχει αναφερθεί επανειλημμένα και στην Ελλάδα, παρουσιάζοντάς την ως χαρακτηριστικό παράδειγμα πληθυσμιακής κατάρρευσης, με τρομολαγνικά tweets του τύπου The death of Greece και παραπομπές σε πηγές αποδεδειγμένα αναξιόπιστες.

Οι κραυγές για πληθυσμιακή κατάρρευση συχνά λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία με τη ρατσιστική συνωμοσιολογική θεωρία της Μεγάλης Αντικατάστασης. Πρόκειται για τον ισχυρισμό ότι υπάρχει ένα σκοτεινό σχέδιο να αντικατασταθεί σταδιακά ο λευκός πληθυσμός των ευρωπαϊκών εθνών από ορδές σκουρόχρωμων αλλοδαπών, κυρίως μουσουλμάνων.

Στην Ελλάδα χρησιμοποιείται συνήθως η έκφραση πληθυσμιακή αλλοίωση, μαζί με όρους όπως λαθροεισβολή και ισλαμοποίηση ή με το ρητορικό ερώτημα να τη βουλιάξουμε τη βάρκα; (με τους πρόσφυγες και μετανάστες). Οι πιο ακραίοι μιλούν ανοιχτά για γενοκτονία εις βάρος των λευκών (white homicide), αντιστρέφοντας πλήρως την ιστορική εμπειρία και τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Το δημογραφικό ως προεκλογικό εργαλείο

Το δημογραφικό δεν μπορεί να περιμένει ήταν ο τίτλος πρόσφατου άρθρου του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη. Αν και διευκρίνισε ότι δεν είναι ζήτημα συντηρητισμού ή προοδευτισμού αλλά κοινής λογικής, ο πυρήνας της επιχειρηματολογίας του κινείται στο τρίπτυχο πατρίς-θρησκεία-οικογένεια.

Η βασική του πρόταση είναι να επανέλθει ο σεβασμός στην ιερή έννοια της οικογένειας, που πολλές φορές μπορεί να κλονίστηκε ακόμη και από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Για να μη μείνει καμία αμφιβολία για το ποιες οικογένειες εννοεί, διευκρίνισε ότι αναφέρεται στην παραδοσιακή οικογένεια που για γενιές αποτέλεσε τον πυρήνα της ελληνικής κοινωνίας.

Η αναφορά αυτή εκλήφθηκε ως σπόντα προς την υπουργό Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας Δόμνα Μιχαηλίδου, η οποία είχε πει το αυτονόητο ότι δεν υπάρχει μία μόνο τυπολογία οικογένειας, αλλά πολλές, οι οποίες πρέπει να αντιμετωπίζονται ισότιμα.

Μετά τις ενδοοικογενειακές επιθέσεις που δέχθηκε από την ευρύτερη δεξιά πολυκατοικία, η υπουργός έσπευσε να ανασκευάσει. Εξέφρασε τη βαθιά ευγνωμοσύνη της στην ελληνική πυρηνική οικογένεια, στις αξίες της οποίας στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό η πρόοδος που έχουμε ως έθνος.

Το γεγονός ότι το δημογραφικό χρησιμοποιείται ως όχημα για ξενοφοβικές και οπισθοδρομικές απόψεις δεν σημαίνει ότι όσοι ανησυχούν για τη μείωση των γεννήσεων είναι αυτόματα δεξιοί ή συντηρητικοί. Όπως διαφέρει ο πατριωτισμός από την πατριδοκαπηλία, έτσι χρειάζεται να ξεχωρίζουν οι ψύχραιμες αναλύσεις για τις δημογραφικές εξελίξεις από τις κραυγές «γεννάτε Έλληνες γιατί χανόμαστε».

Εκτενές ρεπορτάζ στο Politico, του δημοσιογράφου Φελίξ Σεράο, από το Springers Global Reporters Network, εστιάζει στα δημογραφικά μαθηματικά της Δύσης, τα οποία πλέον δεν βγαίνουν.

Το ρεπορτάζ ξεκινά από την παραδοχή ότι τα σύγχρονα κράτη πρόνοιας βασίζονται σε μια διαγενεακή συμφωνία. Οι σημερινοί εργαζόμενοι χρηματοδοτούν τις συντάξεις και την υγειονομική περίθαλψη των ηλικιωμένων, με την εμπιστοσύνη ότι και άλλοι θα κάνουν το ίδιο για εκείνους στο μέλλον.

Πρόκειται για τον πρώτο πυλώνα του ασφαλιστικού συστήματος, τον αναδιανεμητικό. Η χαμηλή γονιμότητα πιέζει αυτή τη συμφωνία, καθώς όλο και λιγότεροι νέοι μπαίνουν στην αγορά εργασίας, την ώρα που οι μεγαλύτερες γενιές πλησιάζουν στη συνταξιοδότηση.

Η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος έχει ήδη γίνει ένα από τα πιο δύσκολα πολιτικά ζητήματα στην Ευρώπη, ενώ οι πολιτικές πιέσεις αναμένεται να ενταθούν όσο ο πληθυσμός γερνάει, σημειώνει ο αναλυτής.

Αυτό έχει αναγκάσει τις κυβερνήσεις να αντιμετωπίσουν ένα ολοένα και πιο πιεστικό ερώτημα: μπορούν να πείσουν τους πολίτες να κάνουν περισσότερα παιδιά και, αν όχι, μπορεί η μετανάστευση να αποτρέψει την κατάρρευση της δημογραφικής ισορροπίας;

Όπως αναφέρει, ο δείκτης γονιμότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση έπεσε στο 1,34 το 2024, σύμφωνα με τη Eurostat, πολύ χαμηλότερα από το επιθυμητό επίπεδο αναπλήρωσης του 2,1. Η Ισπανία βρίσκεται στο 1,1, το χαμηλότερο ανάμεσα στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες.

Στην Ελλάδα ο δείκτης γονιμότητας κινείται μεταξύ 1.23 και 1.27. Στις ΗΠΑ ο δείκτης έπεσε στο 1,6 το 2024, σύμφωνα με το αμερικανικό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων.

Ακριβό σπορ η ανατροφή παιδιού

Το ρεπορτάζ του Politico εξετάζει τις πολλαπλές αιτίες της μείωσης του δείκτη γονιμότητας, δίνοντας έμφαση στο οικονομικό κόστος της ανατροφής παιδιών. O Μπερκάι Οζκάν, καθηγητής Κοινωνικής και Δημόσιας Πολιτικής στο London School Of Economics, αναφέρει έναν συνδυασμό παραγόντων: ανασφάλεια στην αγορά εργασίας, ακριβότερη στέγη, μεγαλύτερη διάρκεια σπουδών, αλλαγή αξιών και υψηλότερες απαιτήσεις από τον γονεϊκό ρόλο.

Οι αιτίες διαφέρουν, αλλά το αποτέλεσμα είναι κοινό: η τεκνοποίηση αναβάλλεται, παρότι οι έρευνες δείχνουν ότι οι νέοι εξακολουθούν να θέλουν κατά μέσο όρο δύο παιδιά. Η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, σημειώνει η Έβα Μποζουάν, καθηγήτρια δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, δεν είναι πανάκεια.

Το πρόβλημα της γονιμότητας, υποστηρίζει ο αρθρογράφος, αποκαλύπτει μια βασική οικονομική αντίφαση. Από τη μία πλευρά τα παιδιά, ως μελλοντικοί εργαζόμενοι και φορολογούμενοι, είναι απαραίτητα για το κράτος πρόνοιας. Από την άλλη, είναι οικονομικά ζημιογόνα για τα νοικοκυριά που τα μεγαλώνουν.

Κάποτε τα παιδιά συνεισέφεραν στην εργασία και παρείχαν ασφάλεια για τα γεράματα, θυμίζει. Σήμερα είναι μεν απαραίτητα για το κράτος πρόνοιας, αλλά δεν έχουν καμία οικονομική συνεισφορά στο νοικοκυριό, παραδέχεται η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Βιέννης.

Ελπίζουμε να μη νοσταλγεί την εποχή της παιδικής εργασίας, που εξακολουθεί να ακμάζει στις φτωχές χώρες, με 138 εκατομμύρια παιδιά να είναι ανήλικοι εργαζόμενοι, εκ των οποίων τα 54 εκατομμύρια κάνουν επικίνδυνες εργασίες.

Ενώ το παιδί δίνει χαρά και νόημα στη ζωή, η ανατροφή του είναι ακριβή, συνεχίζει ο ρεπόρτερ του διεθνούς δικτύου. Μπορεί να λειτουργήσει ως τροχοπέδη στην επαγγελματική εξέλιξη και να οδηγήσει σε μειωμένο εισόδημα στο σύνολο του εργασιακού βίου.

Στις ΗΠΑ, σύμφωνα με εκτιμήσεις ασφαλιστικών εταιριών, η ανατροφή ενός παιδιού από τη γέννηση ως την ενηλικίωσή του κοστίζει περίπου 320.000 δολάρια για μια μεσοαστική οικογένεια (277.000 ευρώ).

Στη Βρετανία, το Child Poverty Action Group εκτιμά το κόστος σε περίπου 250.000 λίρες, πάνω από 290.000 ευρώ.

Πόσο κοστίζει να είσαι γονιός στην Ελλάδα;

Στην Ελλάδα, οι εκτιμήσεις για το κόστος ανατροφής παιδιού βασίζονται στις έρευνες οικογενειακών προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα δημοσιοποιημένα στοιχεία (2024), ένα ζευγάρι χωρίς παιδιά δαπανά κατά μέσο όρο 1.546,34 ευρώ τον μήνα, ενώ ζευγάρι με ένα παιδί έως 16 ετών φτάνει τα 2.541,56 ευρώ.

Η πρόσθετη επιβάρυνση που φέρνει ένα παιδί ανέρχεται έτσι σε 995,22 ευρώ τον μήνα, περίπου 11.943 ευρώ τον χρόνο. Αν το ποσό πολλαπλασιαστεί επί 18 χρόνια, φτάνει χονδρικά στα 215.000 ευρώ, χωρίς αυτό να είναι παρά μια στατιστική αφαίρεση, αφού χρόνο με τον χρόνο αλλάζουν οι ανάγκες, οι δαπάνες και τα δεδομένα.

Το υψηλό κόστος ανατροφής αποτελεί, σύμφωνα με τους ειδικούς, έναν από τους βασικούς παράγοντες που συμβάλλουν στην υπογεννητικότητα, αναφέρει ρεπορτάζ του in. Ο Βύρων Κοτζαμάνης, διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών, τονίζει ότι για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα χρειάζεται ένα εξαιρετικά ευνοϊκό περιβάλλον για την οικογένεια, με μέτρα που θα επιτρέψουν στα νεαρά ζευγάρια να αποκτήσουν τον αριθμό παιδιών που επιθυμούν.

Οι επιδοματικές πολιτικές, σημειώνει, δεν αρκούν αν δεν συνοδεύονται από ευρύτερες διαρθρωτικές παρεμβάσεις.

Πηγή περιεχομένου: in.gr

Loading

Play