Η ελληνική οικονομία έχει αφήσει πίσω της την εποχή όπου το δημόσιο χρέος ήταν ο κύριος λόγος ανησυχίας για τις αγορές και τους επενδυτές. Αν και το χρέος παραμένει σε υψηλά επίπεδα, η χώρα καταγράφει μία από τις ταχύτερες αποκλιμακώσεις του λόγου χρέους προς ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που αλλάζει την εικόνα που είχε διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια της κρίσης. Αυτή η θετική εξέλιξη οφείλεται εν μέρει και στον πληθωρισμό, ο οποίος αυξάνει το ονομαστικό ΑΕΠ και, κατά συνέπεια, τον παρονομαστή του κλάσματος.
Διεθνείς οργανισμοί εκτιμούν ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος θα συνεχίσει να υποχωρεί και το 2026, με πρόβλεψη να είναι χαμηλότερο από αυτό της Ιταλίας στο τέλος της τρέχουσας χρονιάς, σύμφωνα με το ΔΝΤ. Αυτή η εξέλιξη έχει ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς η Ελλάδα ήταν σταθερά η πιο υπερχρεωμένη οικονομία της Ευρωζώνης μέχρι πρόσφατα.
Η σημαντική αυτή πρόοδος έχει ήδη αποτυπωθεί στις αξιολογήσεις της χώρας, η οποία έχει επανέλθει στην επενδυτική βαθμίδα και το κόστος δανεισμού της παραμένει σε ανταγωνιστικά επίπεδα. Ωστόσο, η πορεία προς υψηλότερες βαθμίδες αξιολόγησης, όπως η κατηγορία Α, αποδεικνύεται πιο απαιτητική.
Οι οίκοι αξιολόγησης πλέον εξετάζουν όχι μόνο τη δημοσιονομική εικόνα, αλλά και τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της οικονομίας. Στο επίκεντρο βρίσκονται η παραγωγικότητα, η ανταγωνιστικότητα, η ποιότητα των επενδύσεων, η ανθεκτικότητα των θεσμών και η ικανότητα της χώρας να διατηρεί υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης σε ένα περιβάλλον αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας.
Παράλληλα, υπάρχουν αδυναμίες που περιορίζουν τις προοπτικές για ταχύτερη αναβάθμιση. Το υψηλό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, η σχετικά χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και η εξάρτηση της οικονομίας από τον τουρισμό και την ιδιωτική κατανάλωση προκαλούν ανησυχία στους αναλυτές.
Ταυτόχρονα, το διεθνές περιβάλλον γίνεται όλο και πιο περίπλοκο. Η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή, η αβεβαιότητα στις αγορές ενέργειας, οι εμπορικές εντάσεις και η επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας είναι παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάσουν τις εξαγωγές και τις επενδύσεις στην Ελλάδα.
Η κυβέρνηση εστιάζει στην υλοποίηση των επενδύσεων του Ταμείου Ανάκαμψης, στη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και στη διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, προκειμένου να ενισχύσει περαιτέρω την αξιοπιστία της χώρας. Ωστόσο, η επόμενη μεγάλη δοκιμασία δεν αφορά μόνο τη μείωση του χρέους. Αφορά τη μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, που θα στηρίξει βιώσιμη ανάπτυξη, υψηλότερα εισοδήματα και μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα.
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα έχει κερδίσει τη μάχη της δημοσιονομικής αξιοπιστίας από το 2016 μέχρι σήμερα. Η επόμενη, και ίσως πιο δύσκολη, μάχη είναι να αποδείξει ότι μπορεί να διατηρήσει αυτή την πρόοδο μακροπρόθεσμα και να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά μιας οικονομίας που δικαιολογεί σταθερά μια αξιολόγηση στην κατηγορία Α.
Πηγή ΟΤ
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
