Συναγερμός στην Ελλάδα: Κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού για πάνω από 1 στους 4

Συναγερμός στην Ελλάδα: Κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού για πάνω από 1 στους 4

Ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού αφορά πάνω από έναν στους τέσσερις ανθρώπους στην Ελλάδα, το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που δημοσιεύθηκε την Τρίτη και καταγράφει επίσης επίμονες διαφορές σε μισθούς, ευκαιρίες απασχόλησης και επίπεδα διαβίωσης.

Προλαμβάνω τον καρκίνο του μαστού

Η ευρωπαϊκή έκθεση European Employment and Social Outlook 2026 τοποθετεί το ποσοστό των ανθρώπων που αντιμετωπίζουν φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό στην Ελλάδα στο 27,5%, έναντι μέσου όρου 20,9% στην ΕΕ. Υψηλότερο ποσοστό κατέγραψε μόνο η Βουλγαρία, με 29%, ενώ ακολούθησε η Ρουμανία με 27,4%. Τα στοιχεία δημοσιοποιούνται τη στιγμή που η ελληνική αγορά εργασίας εξακολουθεί να καταγράφει αυξήσεις μισθών και βελτιώσεις στην απασχόληση, χωρίς όμως αυτά τα κέρδη να έχουν μεταφραστεί σε ανάλογη πρόοδο στην αγοραστική δύναμη και στα ευρύτερα επίπεδα διαβίωσης.

Η ετήσια έκθεση, που φέτος επικεντρώνεται στην ποιότητα της απασχόλησης και στη συμβολή της στην οικονομική επίδοση, εξετάζει μισθούς, ασφάλεια εργασίας, συνθήκες απασχόλησης και κοινωνικούς δείκτες σε ολόκληρη την ΕΕ. Για την Ελλάδα, τα ευρήματα δείχνουν αρκετά πεδία στα οποία η χώρα εξακολουθεί να υστερεί έναντι των ευρωπαϊκών εταίρων της, από την αγοραστική δύναμη των μισθών έως τις προοπτικές απασχόλησης των νέων αποφοίτων.

Τα στοιχεία για τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό αφορούν το 2025. Ο δείκτης της ΕΕ μετρά το ποσοστό των ανθρώπων που επηρεάζονται από τουλάχιστον μία από τρεις συνθήκες: σχετική εισοδηματική φτώχεια, σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση ή διαβίωση σε νοικοκυριό όπου οι ενήλικες εργάζονται πολύ λίγο. Είναι, επομένως, ευρύτερος από το ποσοστό όσων ζουν κάτω από το όριο της εισοδηματικής φτώχειας.

Οι πραγματικοί μισθοί στην Ελλάδα προβλέπεται να παραμείνουν το 2026 κατά 0,1% χαμηλότεροι από τα επίπεδα του 2019, καθιστώντας τη χώρα μία από τις μόλις τέσσερις στην ΕΕ όπου οι αποδοχές, προσαρμοσμένες στον πληθωρισμό, δεν έχουν ανακάμψει πλήρως από τα οικονομικά σοκ των τελευταίων ετών. Οι άλλες τρεις είναι η Φινλανδία, όπου οι πραγματικοί μισθοί προβλέπεται να βρίσκονται 1,3% κάτω από το επίπεδο του 2019, η Γαλλία με -2,4% και η Ιταλία με -3,9%.

Σε επίπεδο ΕΕ, οι πραγματικοί μισθοί αναμένεται να βρίσκονται 1,4% πάνω από τα προ πανδημίας επίπεδα. Σε αρκετές χώρες, η ανάκαμψη ήταν πολύ ισχυρότερη. Η Πορτογαλία έχει καταγράψει σωρευτική αύξηση πραγματικών μισθών 18,1% από το 2019, ενώ η Βουλγαρία 44,8%. Η σύγκριση αποτυπώνει τις μεταβολές στην αγοραστική δύναμη μέσα σε κάθε χώρα και όχι τις διαφορές στα απόλυτα επίπεδα αποδοχών.

Για τους Έλληνες εργαζόμενους, τα στοιχεία δίνουν μια μακροπρόθεσμη εικόνα για τις πρόσφατες αυξήσεις αποδοχών, οι οποίες έχουν σε μεγάλο βαθμό εξουδετερωθεί από τον πληθωρισμό. Το δεύτερο τρίμηνο του 2026, η συνολική αμοιβή ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των εργοδοτικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, αυξήθηκε κατά 4,44% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο έναν χρόνο νωρίτερα. Το ποσοστό αυτό ξεπέρασε τις αντίστοιχες αυξήσεις στη Γερμανία, την Ισπανία, τη Γαλλία και την Ιταλία. Ωστόσο, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 4,4% την ίδια περίοδο, αφήνοντας τις πραγματικές αποδοχές ουσιαστικά αμετάβλητες.

Η απόσταση ανάμεσα στην αύξηση των μισθών και στον πληθωρισμό έχει περιοριστεί σημαντικά από το 2024. Το δεύτερο τρίμηνο εκείνης της χρονιάς, οι αποδοχές αυξήθηκαν κατά 6,8%, ενώ ο πληθωρισμός ήταν στο 2,7%, οδηγώντας σε πραγματική αύξηση περίπου 4%. Στο αντίστοιχο τρίμηνο του 2025, το κέρδος είχε υποχωρήσει περίπου στο 0,6%. Οι προβλέψεις της Επιτροπής δείχνουν ότι η ανάκαμψη της αγοραστικής δύναμης παραμένει περιορισμένη σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την πανδημία και την επακόλουθη ενεργειακή κρίση.

Η έκθεση καταγράφει επίσης μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην Ελλάδα και την υπόλοιπη ΕΕ στην απασχόληση όσων ολοκλήρωσαν πρόσφατα την εκπαίδευσή τους. Το 2025, μόλις το 54,5% των νέων αποφοίτων ηλικίας 20 έως 34 ετών εργαζόταν στην Ελλάδα, το χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των 27 κρατών-μελών της Ένωσης. Ο μέσος όρος της ΕΕ ήταν 82,1%, ενώ την υψηλότερη επίδοση κατέγραψε η Τσεχία με 85,7%.

Ο δείκτης καλύπτει ανθρώπους που ολοκλήρωσαν την εκπαίδευσή τους ένα έως τρία χρόνια πριν από την έρευνα, προσφέροντας μέτρο για το πόσο επιτυχημένα μεταβαίνουν οι νέοι από την εκπαίδευση στην εργασία. Σε επίπεδο ΕΕ, η απασχόληση των αποφοίτων βελτιώθηκε ελαφρά το 2025, με αύξηση 0,8 ποσοστιαίας μονάδας σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η Ελλάδα, όμως, παρέμεινε στον πυθμένα της κατάταξης.

Η έκθεση εντοπίζει και ορισμένες βελτιώσεις στην ελληνική αγορά εργασίας. Όπως στην Ισπανία και τη Γαλλία, οι άνεργοι στην Ελλάδα βρίσκουν γενικά πιο γρήγορα δουλειά από την πανδημία και μετά, εν μέρει λόγω της αύξησης των κενών θέσεων. Παρ’ όλα αυτά, τα στοιχεία για τους νέους αποφοίτους δείχνουν ότι η πρόσβαση στην απασχόληση παραμένει αισθητά πιο περιορισμένη σε σχέση με τις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Μια ξεχωριστή διαπίστωση αφορά το χάσμα ανάμεσα στο επίπεδο εκπαίδευσης των εργαζομένων και στις θέσεις που κατέχουν. Η Ελλάδα κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό υπερεκπαίδευσης στην ΕΕ μεταξύ εργαζομένων που έχουν γεννηθεί εκτός της Ένωσης, με 58,4%. Ακολούθησαν η Εσθονία με 52,2% και η Ιταλία με 50,4%. Σε επίπεδο ΕΕ, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 35,7% για εργαζομένους γεννημένους εκτός Ένωσης, έναντι 19,6% για όσους εργάζονται στη χώρα γέννησής τους.

Η υπερεκπαίδευση αφορά εργαζόμενους με πτυχία ανώτερης εκπαίδευσης που απασχολούνται σε θέσεις οι οποίες απαιτούν χαμηλότερο ή ενδιάμεσο επίπεδο δεξιοτήτων. Τα στοιχεία δείχνουν ότι τα προσόντα που έχουν αποκτήσει εργαζόμενοι οι οποίοι μετανάστευσαν στην Ελλάδα από χώρες εκτός ΕΕ συχνά δεν αποτυπώνονται στις θέσεις εργασίας που κατέχουν.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην Ελλάδα. Σε ολόκληρη την ΕΕ, το 21,4% των εργαζομένων με ανώτερη εκπαίδευση απασχολούνταν το 2025 σε θέσεις κάτω από το επίπεδο των προσόντων τους. Η Επιτροπή εντόπισε ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά υπερεκπαίδευσης στη γεωργία και στις υπηρεσίες διαμονής και εστίασης, δύο τομείς που απασχολούν σημαντικό αριθμό εργαζομένων στις ευρωπαϊκές οικονομίες.

Κεντρικό θέμα της έκθεσης είναι η ποιότητα των θέσεων εργασίας και η σχέση της με τις συνθήκες απασχόλησης, την παραγωγικότητα και την οικονομική ανάπτυξη. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η ποιότητα της απασχόλησης έχει βελτιωθεί γενικά στην ΕΕ την τελευταία δεκαετία, ιδιαίτερα σε μισθούς, ασφάλεια εργασίας και ωράρια. Ωστόσο, παραμένουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα σε κλάδους και επαγγέλματα.

Καλύτερα αμειβόμενη και πιο ασφαλής εργασία συγκεντρώνεται σε τομείς όπως η τεχνολογία πληροφορικής και επικοινωνιών, τα χρηματοοικονομικά, η ασφάλιση, η μεταποίηση και η δημόσια διοίκηση. Αντίθετα, οι θέσεις στις υπηρεσίες διαμονής και εστίασης, στη διοικητική υποστήριξη και σε ορισμένα χαμηλότερης εξειδίκευσης επαγγέλματα τείνουν να προσφέρουν χαμηλότερες αποδοχές, λιγότερο προβλέψιμα ωράρια και ασθενέστερη εργασιακή ασφάλεια. Η Επιτροπή διαπίστωσε επίσης ότι τα επαγγέλματα με ελλείψεις εργατικού δυναμικού συχνά έχουν λιγότερο ευνοϊκές συνθήκες εργασίας. Σε αυτά περιλαμβάνονται οι εργαζόμενοι στην προσωπική φροντίδα, οι αγρεργάτες, οι καθαριστές και άλλα επαγγέλματα υπηρεσιών.

Η ανάλυσή της δείχνει ότι η βελτίωση σε μισθούς, ωράρια και εργασιακή ασφάλεια μπορεί να βοηθήσει τις επιχειρήσεις να προσελκύσουν και να διατηρήσουν προσωπικό, ιδιαίτερα σε κλάδους όπου οι προσλήψεις παραμένουν δύσκολες. Τα ευρήματα αμφισβητούν επίσης την αντίληψη ότι οι αυξήσεις μισθών συνεπάγονται απαραίτητα απώλεια παραγωγικότητας. Η έκθεση εντοπίζει μια αμφίδρομη σχέση, στην οποία η ισχυρότερη παραγωγικότητα στηρίζει βιώσιμες αυξήσεις αποδοχών, ενώ οι υψηλότεροι μισθοί μπορούν να ενθαρρύνουν τις επιχειρήσεις να επενδύουν, να καινοτομούν και να διατηρούν εργαζομένους.

Οι διαφορές στις αγορές εργασίας της ΕΕ αποτυπώνονται και στους εθνικούς στόχους απασχόλησης που έχουν τεθεί για το 2030. Η Ελλάδα έχει θέσει στόχο απασχόλησης 71,1% για την ηλικιακή ομάδα 20 έως 64 ετών, τον χαμηλότερο από όλα τα κράτη-μέλη. Ο πανευρωπαϊκός στόχος είναι 78%, ενώ η Ουγγαρία έχει θέσει τον υψηλότερο εθνικό στόχο, στο 85%.

Σε επίπεδο ΕΕ, το ποσοστό απασχόλησης έφτασε το 76,1% το 2025, ενώ η ανεργία παρέμεινε στο 6%. Η Επιτροπή αναμένει ότι η αύξηση της απασχόλησης θα επιβραδυνθεί το 2026, καθώς οι υψηλότερες τιμές ενέργειας και η ασθενέστερη οικονομική δραστηριότητα θα επηρεάσουν τις προσλήψεις. Υπολογίζει ότι το ενεργειακό σοκ που συνδέεται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να οδηγήσει σε περίπου 440.000 λιγότερες θέσεις εργασίας στην ΕΕ φέτος από όσες αναμένονταν υπό διαφορετικές συνθήκες.

Η έκθεση προειδοποιεί επίσης ότι η πρόοδος προς τους στόχους της ΕΕ για τη μείωση της φτώχειας παραμένει ανεπαρκής. Παρότι 3,5 εκατομμύρια λιγότεροι άνθρωποι βρίσκονταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού το 2025 σε σχέση με το 2019, η ΕΕ στοχεύει να μειώσει αυτόν τον αριθμό κατά τουλάχιστον 15 εκατομμύρια έως το 2030.

Για την Ελλάδα, τα ευρήματα δείχνουν ότι οι βελτιώσεις στην απασχόληση και στους ονομαστικούς μισθούς συνυπάρχουν με υψηλά επίπεδα οικονομικής ευαλωτότητας. Σχεδόν τρεις στους 10 ανθρώπους εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, οι πραγματικοί μισθοί δεν έχουν ανακτήσει την προ πανδημίας αγοραστική τους δύναμη και οι νέοι απόφοιτοι έχουν το χαμηλότερο ποσοστό απασχόλησης στην ΕΕ.

Η αποτίμηση της Επιτροπής τοποθετεί αυτά τα στοιχεία μέσα σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή συζήτηση για το πώς η αύξηση της απασχόλησης μπορεί να μεταφραστεί σε υψηλότερα επίπεδα διαβίωσης, ιδιαίτερα καθώς ο πληθωρισμός και το κόστος ενέργειας συνεχίζουν να πιέζουν τα εισοδήματα των νοικοκυριών.

Πηγή: tovima.com

Loading

Play